Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Φορούσε μια ρόμπα βυσσινιά και παντούφλες στο ίδιο χρώμα .Τα μαλλιά της ήταν εκτυφλωτικά λευκά στο χρώμα της πλατίνας . Η όλη της εμφάνιση απέπνεε την αρχοντιά και την ευγένεια μιας άλλης εποχής .
Στεκόταν μπροστά στα κάγκελα μιας αυλής της πόλης , που πάνω τους είχε ρίξει καταβολάδα μια παλιά κληματαριά .
Άνοιξη ήταν , μέσα του Απρίλη , και η φύση βρισκόταν στην καλύτερή της ώρα . Η κληματαριά είχε πετάξει τρυφερά νιόβγαλτα φύλλα σ’ ένα απαλό πράσινο χρώμα , που γυάλιζαν κάτω απ’ το λαμπρό φως του ανοιξιάτικου ήλιου . Διάφανα σχεδόν , σαν το χεράκι ενός μωρού, άφηναν τις λεπτές φλεβίτσες τους να χαράζουν δρόμους μέσα στην πράσινη απλοχωριά και ήταν τόσο τρυφερά που ούτε το κορμάκι τους δεν μπορούσαν να κρατήσουν στητό πάνω στη μάνα τους , τη ζωηρή κληματόβεργα .

Η αρχοντική κυρά με τη βυσσινιά ρόμπα , τις παντούφλες στο ίδιο χρώμα και τα λευκά μαλλιά στο χρώμα της πλατίνας κορφολόγαγε τα τρυφερά φύλλα , με γνώση και προσοχή μην κάνει καμιά ζημιά στο κλήμα . Μέσα σε μια ατμόσφαιρα ιεροτελεστίας διάλεγε τρυφερά φυλλαράκια που είχαν φτάσει σε ένα ικανό μέγεθος για να χωρούν τη γέμιση για τα ντολμαδάκια της άνοιξης και τα τοποθετούσε με ευλάβεια , το ’να πάνω στ’ άλλο , μέσα σε μια λεκανίτσα που κρατούσε στ’ άλλο της χέρι.

Ναι ! Έτσι ακριβώς όπως γινόταν παλιά . Τότε που δεν υπήρχε σπίτι στη Σπάρτη που να μην είχε τουλάχιστον μια κληματαριά , για να απολαμβάνουν οι νοικοκυραίοι τα νόστιμα τραγανά σταφύλια του καλοκαιριού (τη φράουλα , το κέρινο , το αϊτονύχι…), να έχουν έναν ίσκιο στη αυλή για τις μεγάλες καλοκαιριάτικες λιακάδες για να πίνουν εκεί τον καφέ τους , να γλείφουν τη βανίλια βουτηγμένη μέσα στο κρύο το νερό , να ξαπλώνουν για ένα μεσημεριανό υπνάκο κάτω από τη φυλλωσιά , να στρώνουν τραπέζι όποτε τους ερχόταν η όρεξη «να φάνε έξω» , να παίζουν τα παιδιά στον ίσκιο , να μπαλώνει η νοικοκυρά τα ρούχα και να στεριώνει τα κουμπιά .

«Γενάρη μήνα κλάδευε , φεγγάρι μην κοιτάζεις» , λέγανε οι παλιοί . Και πράγματι! Aπό το τέλος του Γενάρη μέχρι τα μέσα του Μάρτη (ανάλογα με το κλίμα του τόπου) έμπειροι κλαδευτάδες ειδοποιημένοι από τους νοικοκυραίους (όταν οι ίδιοι δεν ήξεραν να κλαδέψουν) γύριζαν στα σπίτια της πόλης και κλάδευαν επ’ αμοιβή τις κληματαριές . Μόλις έπιανε η άνοιξη οι κληματαριές ανέβαζαν χυμούς και δάκρυα άρχιζαν να στάζουν από τις κομμένες βέργες . Ύστερα τα μάτια άρχιζαν να φουσκώνουν και τα πρώτα φυλλαράκια έσκαγαν χαμόγελο στο γαλανό ουρανό .

Στα μέσα του Απρίλη τα κληματόφυλλα είχαν φτάσει σε μέγεθος ικανό και τότε οι νοικοκυρές άρχιζαν να μαζεύουν φύλλα για τα ντολμαδάκια της σπιτικής κουζίνας . Οι κληματαριές ήταν πλούσιες σε φύλλα και οι νοικοκυρές με την πείρα που είχαν κληρονομήσει γιαγιά προς γιαγιά μάζευαν έναν ικανό αριθμό φύλλων για να έχουν απόθεμα όλη τη χρονιά . Τα φύλλα που μάζευαν τα περνούσαν με μια βελόνα σε κλωστή κι ύστερα κρεμούσαν έξω αυτά τα περίεργα γιορντάνια μέχρι να ξεραθούν τα φύλλα . Αυτά τα ξεραμένα φύλλα τα φύλαγαν στα «χειμωνιάτικα» , στις ντουλάπες της κουζίνας και στα κελάρια κι όποτε η όρεξη γύρευε ντολμαδάκια , η νοικοκυρά ξεδιάλεγε τον αριθμό των ξερών φύλλων που χρειαζόταν , τα έβαζε να πάρουν μια βράση σε νερό , αυτά μαλάκωναν και στη συνέχεια ακολουθούσε η διαδικασία του γεμίσματος και του μαγειρέματος .

Τα ντολμαδάκια είναι από το πιο αγαπημένα παραδοσιακά φαγητά του Έλληνα γι’ αυτό και πολλές φορές τα φύλλα , προς απογοήτευση των καλοφαγάδων της οικογένειας , τελείωναν πριν φτάσει η εποχή της νέας εσοδείας . Τα κληματόφυλλα που κυκλοφορούσαν τότε στα μπακάλικα από την εταιρεία «ΚΥΚΝΟΣ» σε μεγάλες στρογγυλές κονσέρβες μέσα σε αλατόνερο , δε συγκρίνονταν με τα ντολμαδόφυλλα της σπιτικής κληματαριάς αλλά στην ανάγκη...

Βεβαίως τα καλύτερα και νοστιμότερα ντολμαδάκια γίνονταν από τα φρεσκομαζεμένα μικρά ,τρυφερά φύλλα , γι’ αυτό και οι Απρίλης – Μάης ήταν οι κατ’ εξοχήν μήνες που τα πεντανόστιμα , αυγοκομμένα ντολμαδάκια δέσποζαν στο ανοιξιάτικο οικογενειακό τραπέζι . Ύστερα τα φύλλα μέστωναν σιγά – σιγά , άρχιζε η γαλαζόπετρα και το θειάφισμα και δε γινόταν πλέον συγκομιδή .

Η αρχοντική κυρά με τη βυσσινιά ρόμπα και τις παντούφλες και τα μαλλιά στο χρώμα της πλατίνας κατάφερε εκείνο το πρωί να βάλει μέσα στο κάδρο της «σύγχρονης» αποστεωμένης ζωής μια πινελιά αισιοδοξίας και να αποκαλύψει την ομορφιά των απλών πραγμάτων .
Της εύχομαι να είναι πάντα καλά και καλή επιτυχία στα ντολμαδάκια της .