Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Στόλιζε κάποτε
με την αδερφούλα της
το παλιό μπαλκόνι .

Δυο Σφίγγες από πηλό
βγαλμένες από περίτεχνο
καλούπι πλαστουργού .

Κόρες αρχαϊκές
με στήθη στητά
σώμα λιονταριού
και αετού φτερά .

Χρόνια ακίνητες
στις δυο άκρες του μπαλκονιού
βίγλιζαν το πέρασμα
απαγγέλλοντας με μεγαλοπρέπεια
τα αινίγματά τους
στους διαβάτες.

Στην κούφια ράχη τους
η νοικοκυρά
φύτευε κάθε άνοιξη
πρασινάδες και νάρκισσους .

Με τα χρόνια το σπίτι ερήμωσε .
Όμως αυτές δεν έφυγαν .
Πεισματικά διαφέντευαν το σπίτι
μα έμεναν πια βουβές
χωρίς πρασινάδες
και νάρκισσους .

Ώσπου ο περσινός άνεμος
έφερε
ένα σποράκι
και το ’βαλε στην πλάτη της μιας αδερφής.

Το ’θρεψε ο Χειμώνας
κι η Άνοιξη το ανάστησε .

Κι έγινε στεφάνι χλωρό
στο λαιμό και στην κόμη
της κόρης
με φύλλα πράσινα
και μικρά κόκκινα
ανθάκια .

Και ξανάπιασαν
κουβέντα οι δυο αδερφούλες
με τους διαβάτες
και ζωντάνεψε
το σπίτι το κλειστό .

Ναι ! Τελικά …
Θάνατος δεν υπάρχει !