Τα λείψανα του Αγίου Λαζάρου – Πίστη, ιστορία και ανθρώπινη ανάγκη
Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος
“Τὸν τρόπον, ὁποὺ μεθοδεύονται, εἶναι άξιος γέλωτος ἐνταυτῷ καὶ δακρύων. Αὐτοὶ ἔχουσιν ἓν κιβωτίδιον γεμάτον ἀπὸ ἀνθρώπινα κόκκαλα καὶ κρανία ἀκέραια, τὰ ὁποῖα ἀσημώνοσι, καὶ ἔπειτα ὀνοματίζουσιν, ἄλλα μὲν τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους καὶ ἄλλα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου. Ἐν ἑνὶ λόγῳ, δὲν ἀφίνουν ἅγιον, χωρὶς νὰ ἔχουν μέρος ἀπὸ τὰ κόκκαλά του. Οἱ περισσότεροι ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς κοκκαλοπωλητὰς ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ ὄρος τοῦ Ἄθους, ὁποὺ ὀνομάζουν Ἅγιον Ὄρος, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πηγὴ αὐτῶν τῶν καλογήρων.”
Το 1806, πολύ πριν αποκτήσει η Ελλάδα την ελευθερία της, κυκλοφόρησε στην Ιταλία ένα μικρό βιβλίο που έμελλε να αφήσει μεγάλο αποτύπωμα, η «Ελληνική Νομαρχία». Ο ανώνυμος συγγραφέας του, με θάρρος σπάνιο για την εποχή, δεν μίλησε μόνο για την πολιτική σκλαβιά, αλλά και για την πνευματική. Ανάμεσα στις σελίδες του, περιέγραψε μια πραγματικότητα που πολλοί γνώριζαν αλλά λίγοι τολμούσαν να ομολογήσουν: την ύπαρξη λειψάνων που παρουσιάζονταν ως ιερά, χωρίς κανείς να μπορεί να αποδείξει την προέλευσή τους. Οστά τοποθετημένα σε περίτεχνες λειψανοθήκες, στολισμένα με ασήμι και χρυσό, γίνονταν αντικείμενα προσκύνησης και ευλάβειας.
Για τους ανθρώπους εκείνης της εποχής, όμως, το ζήτημα δεν ήταν η απόδειξη. Ήταν η ανάγκη. Ζούσαν μέσα σε έναν κόσμο σκληρό, γεμάτο στερήσεις και φόβο. Ο θάνατος ήταν καθημερινός σύντροφος. Έτσι, ένα λείψανο δεν ήταν απλώς ένα κόκαλο. Ήταν μια υπόσχεση. Μια σιωπηλή διαβεβαίωση ότι ίσως υπάρχει κάτι που δεν τελειώνει.
Αργότερα, μεγάλοι συγγραφείς τόλμησαν να αγγίξουν το ίδιο θέμα. Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μέσα από την περίφημη Πάπισσα Ιωάννα, αποκάλυψε με ειρωνεία ότι η εμπορία λειψάνων ήταν διαδεδομένη πρακτική σε ολόκληρη την Ευρώπη. Δεν τον ενδιέφερε μόνο η απάτη, αλλά κυρίως η ανθρώπινη προθυμία να πιστεύει. Ο Νίκος Καζαντζάκης, στους Αδερφοφάδες, παρουσίασε με πικρό χιούμορ την ύπαρξη περισσότερων από ενός λειψάνων για τον ίδιο άγιο, δείχνοντας πως η πίστη δεν εξαρτάται πάντα από τη λογική, αλλά από την ανάγκη της καρδιάς.
Αν σκεφτεί κανείς ότι η «πτωματολαγνεία» της εποχής μεταβιβάστηκε από τον 19ο στον 21ο αιώνα σαν κανονικότητα, τα λείψανα του Αγίου Λαζάρου ήταν καταδικασμένα εξαρχής να περάσουν σε δεύτερη μοίρα. Τι κι αν κάθε σοβαρός ιστορικός, που δεν θέλει να πάθει έμφραγμα από τα γέλια, μπορεί να σας πει ότι ο Λάζαρος, όχι μόνο δεν αναστήθηκε, αλλά δεν υπήρξε καν; Αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για ένα ποίμνιο που καταπίνει ό,τι του σερβίρουν χωρίς να μασήσει.
Κι έτσι, κανείς δεν θα πτοούταν αν μάθαινε (αν κι έφτανε ποτέ η πληροφορία στα αυτιά του) ότι την «αυθεντικότητα» των λειψάνων διεκδικεί, εκτός από την Κύπρο, και η Γαλλία. Ένας άγιος με δύο κεφάλια, τέσσερα χέρια και τέσσερα πόδια δεν είναι παρά ένα σχεδόν αληθοφανές τέρας μπροστά στις Λερναίες Ύδρες που είχαμε αναφέρει.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, λέγεται ότι ο Αρχιμαφιόζος της Κρήτης ρώτησε κάποτε τον αρχιμανδρίτη Μελχισεδέκ αν το τεμάχιο από το λείψανο είναι «γνήσιο» ή μήπως προέρχεται από κάποιο ζώο. Η απάντηση του αρχιμανδρίτη ήταν σκέτο ποίημα: «Μη λες μαλακίες, ρε μαλάκα». Βλέπετε, σε μια χώρα που ζει ακόμη με όρους 1806, πάνω απ’ όλα μετράει η ευπρεπής χρήση της γλώσσας… και ένα καλό πιπέρι στο στόμα!
Και σαν να μην έφτανε η ιστορία του Λαζάρου, αρκεί να κοιτάξει κανείς και άλλους αγίους για να καταλάβει πόσο… πολλαπλές μπορεί να γίνουν οι εκδόσεις των λειψάνων. Για κάθε άγιο υπήρχαν λείψανα σε δεκάδες μοναστήρια, σε διαφορετικές πόλεις και χώρες. Κάθε λειψανοθήκη ισχυριζόταν ότι κρατούσε το «γνήσιο» οστό, το «αληθινό» κομμάτι του σώματος του αγίου. Κι αν το κοιτούσες με λογική, θα έλεγες ότι κάτι δεν κολλάει: ένας άγιος, δεκάδες κεφάλια, χέρια και πόδια. Και όμως, για τους πιστούς, η αλήθεια δεν μετριόταν με αριθμούς, αλλά με την πίστη και την ανάγκη να αγγίξουν κάτι ιερό.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο βρίσκεται και η περίπτωση του Λάζαρου της Βηθανίας. Τα λείψανά του τιμώνται σε διαφορετικούς τόπους, και για χιλιάδες ανθρώπους αποτελούν πηγή παρηγοριάς. Ίσως για τον ιστορικό να υπάρχει αμφιβολία. Για τον πιστό, όμως, υπάρχει ελπίδα. Και πολλές φορές, η ελπίδα είναι πιο δυνατή από την απόδειξη.
Υπάρχουν στιγμές που ο άνθρωπος δεν πλησιάζει ένα λείψανο από βεβαιότητα, αλλά από ανάγκη. Σκύβει αργά, κάνει το σταυρό του και στέκεται για λίγο σιωπηλός. Δεν περιμένει απαραίτητα ένα θαύμα. Περιμένει μια απάντηση μέσα του. Όπως κοιτάζει κανείς ένα παλιό αντικείμενο που ανήκε σε κάποιον αγαπημένο που έφυγε. Δεν έχει αξία το αντικείμενο. Έχει αξία αυτό που θυμίζει.
Γιατί, στην πραγματικότητα, το λείψανο δεν μιλά για τον άγιο. Μιλά για τον άνθρωπο. Μιλά για τον φόβο του θανάτου, για τη δυσκολία του αποχωρισμού, για την ανάγκη να πιστεύει ότι κάτι συνεχίζεται. Ο άνθρωπος δεν αντέχει εύκολα την ιδέα της οριστικής σιωπής. Και έτσι δημιουργεί σύμβολα. Σύμβολα ελπίδας.
Δεν χρειάζεται να δει κανείς τα λείψανα μόνο ως απάτη ή μόνο ως θαύμα. Είναι, πάνω απ’ όλα, μέρος της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με το τέλος του. Να δώσει νόημα σε αυτό που δεν μπορεί να κατανοήσει.
Και έτσι, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν τα λείψανα είναι αληθινά.
Το πραγματικό ερώτημα είναι γιατί τα έχουμε ανάγκη.
Τα έχουμε ανάγκη γιατί φοβόμαστε να χαθούμε.
Τα έχουμε ανάγκη γιατί θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάτι από εμάς θα μείνει.
Γιατί, στο τέλος, η μεγαλύτερη αλήθεια δεν βρίσκεται μέσα στη λειψανοθήκη.
Βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο που στέκεται απέναντί της.
Στην ανάγκη του να ελπίσει.
Στην ανάγκη του να πιστέψει.
Και στην ακατανίκητη επιθυμία του να μην γίνει ποτέ απλώς ένα λείψανο στη μνήμη των άλλων.