Γράφει ο Χρήστος Α. Πλειώτας

Ως δικηγόρος που παρίσταμαι κυρίως σε ποινικά δικαστήρια, βρίσκομαι αρκετές φορές μπροστά σε λέξεις και εκφράσεις διατυπωμένες σε κατηγορητήρια ή σε καταθέσεις μαρτύρων, που είναι άσεμνες.

Το ερώτημα σε πολλούς είναι: Πρέπει η χρήση των άσεμνων λέξεων να γίνεται άφοβα στην ποινική δίκη; ή ο Συνήγορος θα πρέπει να έχει «αναστολή» στην έκφρασή τους, μη τυχόν τον παρεξηγήσει το δικαστήριο ή ακόμα και τον επιπλήξει.

Έχω δει συναδέλφους που διστάζουν να εκφράσουν λέξεις άσεμνες στο ακροατήριο καίτοι αυτές είναι σώμα της δικογραφίας και κατ’ επέκταση ουσία της κατηγορίας.

Λάθος τους μεγάλο, γιατί «ευνουχίζουν» την υπόθεση που χειρίζονται και «ευνουχίζονται» και οι ίδιοι ως Δικηγόροι. Το άσεμνο, το προσβλητικό, το υβριστικό λεξιλόγιο, όταν είναι μέρος και κτήμα της ποινικής δίκης, πρέπει να λέγεται με το όνομά του.

Άλλωστε η «βρωμιά» που συνδέεται με τις άσεμνες λέξεις και γενικότερα με την χυδαία γλώσσα, κατοικεί στο μυαλό του καθενός και δεν υπάρχει στα λόγια μας.

Ωστόσο ζητώ προκαταβολικά συγνώμη σε όσους ενοχληθούν με το άσεμνο περιεχόμενο των δεδομένων που θα χρησιμοποιήσω στο παρόν άρθρο μου, πλην όμως μου είναι υποχρεωτικό για την καλύτερη επεξήγηση και κατανόηση της σκέψεώς μου.

Επανέρχομαι στην ανάγκη να «μιλάμε» στο ποινικό δικαστήριο ελεύθερα και να μην διστάζουμε ως συνήγοροι να λέμε όλες τις λέξεις ακόμα και τις ποιος άσεμνες. Αν δεν το κάνουμε είμαστε αποτυχημένοι και εκτός εποχής. Κατ’ αρχήν διότι δεν θα έχουμε κατανοήσει ότι οι άσεμνες λέξεις αποτελούν κυρίως «περιθωριακά ιδιώματα» δηλαδή γλωσσικές ποικιλίες που θεωρούνται ως ακραίες περιπτώσεις κοινωνικών διαλέκτων.

Στην Ελλάδα έχουμε πολλά «περιθωριακά ιδιώματα» και συγκεκριμένα την γλώσσα των νέων, την μάγκικη λαϊκή γλώσσα, την γλώσσα των τοξικομανών, την γλώσσα των ομοφυλόφιλων, την γλώσσα των μηχανόβιων, την γλώσσα των φαντάρων, την γλώσσα των φυλακόβιων, την γλώσσα των φιλάθλων, την αργκό του διαδικτύου κ.λπ.
Λέξεις αυτών των περιθωριακών ιδιωμάτων εμπεριέχονται ενίοτε σε κατηγορητήρια και άγοντα στα ποινικά δικαστήρια, συγκροτώντας νομοτυπικές υποστάσεις διαφόρων εγκλημάτων.

Η κοινωνία – ακριβέστερα ένα μέρος της – υποκριτικά καταδικάζει τις άσεμνες λέξεις και εκφράσεις, αν και όλοι λίγο πολύ τις χρησιμοποιούμε τουλάχιστον περιστασιακά. Οι άσεμνες λέξεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας των ανθρώπων στην μεγάλη τους πλειοψηφία, ανεξάρτητα από φύλο και ηλικία.

Βωμολοχίες ή λέξεις ταμπού, δηλαδή κοινωνικά αποδοκιμασμένες λέξεις, ανοσιολογίες με επίκληση των θείων, βλασφημίες, επιφωνηματικές εκφράσεις απελευθέρωσης, απογοήτευσης και συναισθημάτων, κατάρες, προσβλητικές λέξεις με φυλετική διάκριση, περιθωριακές λέξεις και εκφράσεις είναι λέξεις και εκφράσεις που όλοι σχεδόν χρησιμοποιούμε, άλλοι περισσότερο άλλοι λιγότερο.

Πρέπει να γίνει σαφές ότι για τα Ελληνικά (όπως και σε πολλές άλλες γλώσσες του κόσμου) δεν είναι όλες οι λέξεις ή εκφράσεις που εντάσσονται στο άσεμνο λεξιλόγιο, προσβλητικοί, μειωτικοί ή υβριστικοί χαρακτηρισμοί για το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονται.

Απεναντίας μπορεί να είναι και κολακευτικοί χαρακτηρισμοί.
Επί παραδείγματι λέμε ή ακούμε να λένε για κάποιον: «Ρε τι έκανε ο πούστης!!!», ή «αυτός είναι αρχιδάτος».

Ή να είναι οικείες και φιλικές προσφωνήσεις.

Επί παραδείγματι, κατ εξοχήν οικεία και φιλική προσφώνηση έχει καταντήσει να είναι η λέξη «μαλάκας», σε καμία όμως περίπτωση οι ανωτέρω λέξεις και φράσεις δεν θεωρούνται ως πρέπουσες σε επίσημες περιστάσεις επικοινωνίας.

Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι όταν χρησιμοποιούν μία άσεμνη λέξη αυτόματα κάνουν χρήση χυδαίας ή κακής γλώσσας. Λάθος!!!

Ίσως αυτό κάποιες φορές να ισχύει, ανάλογα με το περιβάλλον και τους ακροατές, ωστόσο το αντίστροφο δεν ισχύει καθόλου, δηλαδή χυδαία γλώσσα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι εμπλέκονται σ’ αυτήν άσεμνες λέξεις.

Ειδικά όταν οι άσεμνες λέξεις αφορούν τα μέρη του σώματος και την γενετήσια πράξη πολλοί πιστεύουν ότι οι κλινικοί – ιατρικοί όροι είναι ο μόνος τρόπος για να αποφευχθούν οι ποιο επιφορτισμένες παραλλαγές.

Ο Δικηγόρος που θα αναλάβει υπόθεση σχετική με εγκλήματα κατά της γενετησίου ελευθερίας, είναι αναγκασμένος να επιλέξει, ανάμεσα στην γλώσσα του «νηπιαγωγείου», του περιθωρίου και της ανατομίας.

Είναι υποχρεωμένος να επιλέξει ανάμεσα σε επιστημονικούς όρους πλήρως κοινωνικά αποδεκτούς, ανάμεσα σε άσεμνες λέξεις κοινωνικά αποδεκτές, ανάμεσα σε πολύ άσεμνες λέξεις λιγότερο κοινωνικά αποδεκτές και ανάμεσα σε χυδαίες λέξεις κοινωνικά μη αποδεκτές.

Στους περισσότερο αποδεκτούς όρους επί παραδείγματι, ανήκει ο όρος «γενετήσια πράξη» ή ο όρος «συνουσία» ή ο όρος «συνεύρεση» ή ο όρος «σεξουαλική επαφή» ή ο όρος «έρωτας», ενώ στους λιγότερο αποδεκτούς και μη κοινωνικά αποδεκτούς όρους ανήκει επί παραδείγματι ο όρος: «πήδημα».

Καμία επιλογή του Δικηγόρου δεν είναι αδόκιμη ή άστοχη αναλόγως βεβαίως του υλικού της δικογραφίας που χειρίζεται.

Την τελευταία δεκαετία στο άσεμνο λεξιλόγιο των νέων, συναντούμε ευφημισμούς – ρήματα όπως «γράφω», «πηδώ», «το κάνω», τον παίρνεις», «τον δίνω» που χρησιμοποιούνται για να δηλώσουν περιφρόνηση ή απαξίωση αλλά και την πράξη της ερωτικής συνεύρεσης.

Τι θα κάνει ο Δικηγόρος στο ακροατήριο που θα έχει στην δικογραφία τέτοιους ευφημισμούς ως στοιχείο π.χ. μίας εξύβρισης ή μίας συκοφαντικής δυσφήμησης; Θα το σκεφτεί εάν θα πει τις λέξεις με το όνομά τους;

Λέξεις επίσης που δηλώνουν συνουσία και ιδίως ρήματα εμφανίζουν στις μέρες μας κοινωνιογλωσσικά προβλήματα στην χρήση τους.

Σε πολλές συνομιλίες αντί του ρήματος που συνήθως χρησιμοποιείται για την συνουσία, το οποίο από μόνο του φέρνει ιδιαίτερο φορτίο, ακούμε συνώνυμους όρους – ευφημισμούς του τύπου: «Το κάναμε», «βγάλαμε τα μάτια μας», «της τον έδωσα», «τον παίρνει» και άλλους.

Όταν λέξεις και φράσεις τέτοιες η ίδια η κοινωνία τις χρησιμοποιεί πως ο Δικηγόρος του ποινικού ακροατηρίου θα τις φιμώσει;

Η νομιμοποίηση των άσεμνων λέξεων επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι σε όλα τα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας υπάρχουν άσεμνες λέξεις. Μικρό μέρος αυτών είναι ξενικής προέλευσης ενώ στην μεγάλη τους πλειοψηφία ετυμολογούνται σε αρχαίες, μεσαιωνικές ή ελληνιστικές ρίζες.

Σε ποσοστό 3% έχουμε δάνειες άσεμνες λέξεις από την τουρκική γλώσσα, λόγω της μακροχρόνιας συνύπαρξης των δύο λαών. Λέξεις καθημερινής χρήσης όπως π.χ. η λέξη «πουστιά» προέρχεται από το τουρκικό «puc», που σημαίνει σχισμή ανάμεσα στους γλουτούς.

Ένα ίδιο ποσοστό άσεμνων λέξεων έχουν ρίζα την ιταλική γλώσσα, λόγω της γειτνίασής μας όπως η λέξη «μπάσταρδος» από το ιταλικό «bastardo» ή η λέξη «καπότα» (προφυλακτικό) από το ιταλικό «cappotta».

Ένα ποσοστό 2% άσεμνων λέξεων προέρχεται από την γαλλική γλώσσα λόγω της πολιτισμικής επαφής των δύο κρατών όπως η λέξη «παρτούζα» από το γαλλικό «partouse», ενώ το μεγάλο ποσοστό σύγχρονων άσεμνων ελληνικών λέξεων προέρχεται από παλιότερες μορφές της Ελληνικής όπως την μεσαιωνική και την αρχαία Ελληνική για παράδειγμα, η λέξη «γαμήσι» από το αρχαίο «γαμήσειν» του ρήματος «γαμώ».

Βλέπουμε λοιπόν ότι η κοινωνία μας είναι εμποτισμένη με άσεμνες λέξεις και φράσεις, που δεν είναι όμως αυτομάτως και χυδαίες και κατά συνέπεια και το ποινικό δίκαιο αυτές τις λέξεις, αυτές τις φράσεις, πολύ συχνά φτάνει να τις τυποποιεί ως εγκλήματα και αυτές τις λέξεις και φράσεις «τιμωρεί» εάν αποδειχθεί η τέλεση του εγκλήματος, ενώ αυτές επίσης οι λέξεις και οι φράσεις αξιολογούνται, γράφονται, αποτελούν μέρος ποινικών δικογραφιών και πρέπει να προφέρονται απερίφραστα χωρίς αιδώ και ταμπού από Δικηγόρους – Υπερασπιστές στο πλαίσιο των υπερασπιστικών τους καθηκόντων.

Ευτυχώς λίγες είναι οι φορές που οι Δικαστές δυστροπούν με την γυμνή και ωμή έκφραση άσεμνων λέξεων και εκφράσεων από Δικηγόρους ή άλλους παράγοντες της ποινικής δίκης. Κακώς το πράττουν.

Είμαι της άποψης ότι τις άσεμνες λέξεις χρειάζεται να τις ακούει «όπως τις γέννησε η μητέρα τους» ο Δικαστής και πιστεύω ότι είναι πιο αποτελεσματικές και δυναμικές όταν αυτές εκφωνούνται σε καταστάσεις και θέσεις όπου αναμένονται λιγότερο, όπως για παράδειγμα στο Δικαστήριο ή στο χώρο εργασίας, σε δελτία ειδήσεων κ.α.

Φρονώ ότι πρέπει να λέγονται με το όνομά τους – εφόσον επιβάλλεται -, διότι από μόνες τους δεν είναι υβριστικές.

Υπάρχει ένα τεράστιο έξω – γλωσσικό περιβάλλον προκατάληψης γύρω από αυτές, το οποίο τις επιφορτίζει και τις κάνει άσεμνες ή προσβλητικές.

Το περιβάλλον αυτό μπορεί να επιβαρύνεται ακόμα περισσότερο από τα συμφραζόμενα μέσα τα οποία συνοδεύουν το υβριστικό λεξιλόγιο και είναι συνήθως, ο έντονος επιτονισμός, οι χειρονομίες, οι εκφράσεις του προσώπου του ομιλητή την ώρα που παράγει τέτοιου είδους επιφωνήματα, η ένταση στην φωνή του κ.λπ. Παίζει ρόλο μεγάλο και το πώς «ακροβατεί» ο Δικηγόρος ανάμεσα σε όλα τα ανωτέρω.

Πολλοί είναι αυτοί που πιστεύουν ότι η χρήση του άσεμνου λεξιλογίου θεωρείται κακή χρήση της γλώσσα, ότι είναι ακαλλιέργητος τρόπος επικοινωνίας που διαφθείρει την γλώσσας και θα έπρεπε να απομακρυνθεί από αυτή. Ένα μεγάλο ποσοστό ανθρώπων όμως, ζουν στην καθημερινότητά τους με αυτό το ιδιαίτερο και εκφραστικό λεξιλόγιο που εμπεριέχει και άσεμνες λέξεις. Είμαι με το μέρος των δεύτερων και διαφωνώ με τους πρώτους.

Πιστεύω ότι γλωσσολογικά είναι τα κίνητρα που ευνοούν και επιτρέπουν την εμφάνιση του άσεμνου λεξιλογίου και κυρίως η δύναμη που εκφράζουν οι άσεμνες λέξεις. Εάν ο φυσικός ομιλητής βρει τις κατάλληλες λέξεις και τις εκφράσει ακριβώς όταν πρέπει, τότε είναι ιδιαιτέρως επινοητικός και εκφραστικός. Άλλως ίσως και να γίνει χυδαίος.

Κλείνοντας θα πω ότι όλες οι γλώσσες του κόσμου περιέχουν άσεμνο λεξιλόγιο.

Είναι στοιχείο του πολιτισμού τους.

Εν κατακλείδι: Άσεμνες λέξεις στο ποινικό ακροατήριο για τις ανάγκες της ποινικής υπεράσπισης πρέπει να λέγονται, χωρίς ντροπή, γιατί είναι άμεσα συνυφασμένες με την ζέουσα, άμεση, συναρπαστική και «πολυδιάστατη» ποινική διαδικασία που όμοιά της δεν υπάρχει σε άλλον τομέα του Δικαίου.

*Δικηγόρος

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr