Σκέψη και Γνώμη: "Το νόημα των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για Εργασιακά και Ασφαλιστικό"

Γράφει ο Χρήστος Πλειώτας*

Λέγεται ότι η κινητοποίηση των επιστημόνων και λοιπών ελευθέρων επαγγελματιών της περασμένης Πέμπτης 14 – 01 – 2016 ήταν η έως σήμερα μεγαλύτερη της μνημονιακής εποχής μας.

Είχε μαζικότητα, παλμό, παρόν, αλλά και μέλλον. Έγινε δηλαδή με την ψυχική δέσμευση ότι θα επαναληφθεί πιο μαχητική, πιο ανένδοτη, πιο αποφασιστική και κυρίως ποιο πλατιά, ώστε το «ποτάμι» της να ενωθεί με άλλα «ποτάμια» εξεγερμένων εργαζομένων, της επί έξι έως σήμερα συναπτά έτη καθημαγμένης Ελληνικής κοινωνίας.

Δεν είναι εύκολο σήμερα ο εργαζόμενος να συμμετάσχει σε μία απεργία, αποχή ή κινητοποίηση και αυτό διότι υπό συνθήκες πλήρους οικονομικής αφαίμαξης δεν είναι εύκολο να χαθεί το μεροκάματο, το ημερομίσθιο, η δικηγορική παράσταση, η αγροτική δουλειά.

Πέραν αυτού είναι και κάτι ακόμα: Γιατί να διαμαρτυρηθούμε λένε κάποιοι. Τι θα βγει; Τι θα καταφέρουμε; Παλέψαμε και στο παρελθόν και δεν άλλαξε τίποτα. Αφού δεν κατορθώσαμε να αλλάξουμε την ροή των πραγμάτων, γιατί να το πετύχουμε τώρα;

Μία «καμήλα» περήφανη και αξιοπρεπής ήταν η Ελλάδα που στην καμπούρα της, τέτοιος ζυγός δεν την είχε ποτέ στο παρελθόν γονατίσει, όπως την γονατίζει σήμερα.

Η Ελληνική γη έθρεψε γενιές υπό πολύ δύσκολες και άθλιες συνθήκες ανείπωτης φτώχειας και πολέμων. Κατορθώσαμε με αγώνες των παλαιοτέρων γενεών να βγούμε από την παρακμή μας, να στήσουμε ένα σύνταγμα, μία νομοθεσία, ένα κράτος δικαίου, που μας επέτρεψε να διαβούμε την θλίψη των πρώτων πέντε δεκαετιών του 20ου αιώνα και να ζήσουμε ανθρώπινα, με φιλοδοξίες και όνειρα για εμάς και τα παιδιά μας.

Ο Έλληνας και η Ελληνίδα μπόρεσαν και αγόρασαν δεύτερο αυτοκίνητο, έχτισαν ένα ωραίο σπίτι, σαν αυτό που ζήλευαν ή ονειρεύονταν, έγιναν κοσμικοί, άρχισαν να ντύνονται ωραία, να καταναλώνουν με ευχέρεια όλα τα καλά του Θεού, να πηγαίνουν διακοπές, να έχουν χρήματα στις τράπεζες, να σπουδάζουν τα παιδιά τους με επάρκεια, να εργάζονται και να μην τους απασχολεί το αύριο.

Μέσα σ’ αυτήν την εποχή των καλών ημερών σίγουρα υπήρξαν φαινόμενα διαπλοκής και δυσλειτουργίας μικρά ή και μεγαλύτερα, που έφτασαν ακόμα και να στοιχειοθετήσουν για κάποιους, πολίτες και πολιτικούς, κακουργηματικά ποινικά αδικήματα.

Όμως τονίζω δεν ήταν πρωτόγνωρα και ιδιάζοντα αυτά τα φαινόμενα διαπλοκής που συνέβαιναν στην χώρα μας, για τον υπόλοιπο πολιτισμένο κόσμο.

Δεν μπορεί κανένας να με πείσει ότι οι Έλληνες ήμασταν οι διεφθαρμένοι των διεφθαρμένων που με την κραιπάλη και την ασυδοσία μας, τινάξαμε στον αέρα το οικονομικό και τραπεζικό σύστημα της Ευρώπης και του κόσμου όλου και μας άξιζε ως εκ τούτου, η διαρκής και αιώνια τιμωρία που εδώ και έξι (6) χρόνια βιώνουμε.

Μία τιμωρία πρωτοφανής και τόσο ταπεινωτική που όμοιά της κανένας λαός δεν έχει ζήσει: Είναι η τιμωρία της θλιβερής επαναφοράς. Της επιστροφής μας στην ρημαγμένη και «πεθαμένη» Ελλάδα της δεκαετίας του 1940 – 1950 που εγώ βεβαίως δεν γνώρισα, αλλά διάβασα για τα χαρακτηριστικά της: Πείνα, φτώχεια, ζητιανιά, ανισότητες, καμένα όνειρα, ανεργία, υπανάπτυξη, εσωστρέφεια, εκπαιδευτικός μαρασμός, πολιτική κρίση.

Άκουσα προ ημερών έναν παππά από άμβωνος μία Κυριακή, να σιχτιρίζει τους Έλληνες που ξέφυγαν από τον Χριστό και περιέπεσαν σε ασωτίες και αμαρτίες, γι’ αυτό μας άξιζε ό,τι μας έτυχε!!! Έφριξα. Πως είναι δυνατόν τέτοια και τόση μωρία;

Είναι η ίδια με την μωρία όσον δεν αντιλαμβάνονται σήμερα που πηγαίνουμε και δεν κατανοούν πιο είναι το νόημα των μεγάλων σημερινών απεργιακών κινητοποιήσεων. Όσων δεν κατανοούν τι διακυβεύεται σήμερα.

Το διακύβευμα είναι ένα: Εάν θα μπορούμε αύριο να ζούμε σε συνθήκες ανεκτής διαβίωσης ή όχι. Είναι το διακύβευμα που θέτει όλος ο εξεγερμένος κόσμος της εργασίας. Από τον αγρότη έως τον επιστήμονα.

Το ερώτημα παράλληλα είναι: Θα επιτρέψουμε μένοντας απαθείς να ολοκληρωθεί το μνημονιακό σχέδιο της πλήρους αποσάθρωσης των εργασιακών σχέσεων;

Θα συγκατανεύσουμε με την παθητική μας στάση, ώστε να χαθεί ολοκληρωτικά, αυτός καθ’ εαυτός ο πυρήνας της ωραιότητας της εργασίας;

Θα αφήσουμε τους σκηνοθέτες της βαρβαρότητας των μνημονίων, να μας κάνουν να εργαζόμαστε, όχι για μία καλύτερη ζωή, αλλά μόνο για να ξεπληρώνουμε τους αέναους τόκους ενός χρέους, για το οποίο μας υπόσχονται ότι θα αρχίσουν να συζητούν την απομείωσή του, μόνο εάν και εφόσον πούμε ναι στην εξαθλίωσή μας;

Είμαστε σε θέση να αντιληφθούμε ότι τον σημερινό καιρό δεν κρίνονται υλικά και ποσοτικά μεγέθη;

Καταλαβαίνουμε ότι σήμερα δεν κρίνεται μόνο το παρόν αλλά κυρίως το μέλλον μας;

Κατανοούμε ότι τις μέρες αυτές κρίνεται η φυσιογνωμία όλων μας, για τα επόμενα πάρα πολλά χρόνια εργασίας μας; (όσοι θα μπορούμε να δουλεύουμε).

Αν περάσουν τα μέτρα που προτείνονται, ο αγρότης δεν θα είναι ποτέ ξανά αυτός που ξέρουμε, ούτε ο δημόσιος υπάλληλος, ούτε ο ιδιωτικός υπάλληλος, ούτε ο καθηγητής, ούτε ο Δικηγόρος, ούτε ο γιατρός, ούτε ο μηχανικός, ούτε ο … ούτε ο … ούτε καν ο ζητιάνος δεν θα είναι ίδιος με τον σημερινό, ούτε καν ο σημερινός άστεγος δεν θα έχει την όψη που σήμερα έχει.

Θα είμαστε όλοι κάτι άλλο: Σκιές των εαυτών μας, τελείως ξένοι από την φύση και τον χαρακτήρα μας. Παραμορφωμένες μορφές ενός φρικτού και αποτυχημένου «μπότοξ»του σημερινού εαυτού μας.

Ο αγρότης θα είναι ένα είλωτας της δικής του γης, τον καρπό της οποίας δεν θα απολαμβάνει, ο δημόσιος υπάλληλος θα είναι ένα θλιβερό υπαλληλάκι, ένα ανθρωπάκι σαν τον πρόγονό του, με τα μαύρα μανίκια έως τον αγκώνα των χεριών του, ο ιδιωτικός υπάλληλος ένας παραδομένος ζήτουλας εργασίας, ο Δικηγόρος, ο γιατρός, ο μηχανικός, ο κάθε επιστήμων, όποιος θα έχει απομείνει σ’ αυτήν την χώρα, θα είναι ένα «άνευρο» τίποτα, που θα κινείται ανάμεσα στα τελειωμένα όνειρά του και τις καθημερινές «ανώφελες παραστάσεις» του.

Τέτοιο εργασιακό και ασφαλιστικό κόσμο θα επιτρέψουμε να δημιουργήσουν; Αυτόν τον κόσμο θα αφήσουμε να ολοκληρώσουν; Θα συνδεθούμε παθητικοί και αδιάφοροι, με όσους επιθυμούν να μας αποδημήσουν;

Μήπως ήρθε η ώρα της προσωπικής μας ευθύνης; Μήπως ήρθε η στιγμή να μην μεταβιβάζουμε άλλο σε άλλους την ατομική μας ευθύνη, ούτε και να κρυβόμαστε πίσω από δικαιολογίες;

Το νόημα των σημερινών κινητοποιήσεων, είναι η καταγραφή δυνατής και πλατιάς αντίδρασης, την οποία οφείλουμε να προτάξουμε, σ’ όσους επιχειρούν να μας μηδενίσουν.

Σε αυτούς που επιχειρούν να υποτάξουν και υπονομεύσουν την πνευματικότητά μας. Σε αυτούς που ζητούν να παραδώσουμε αμαχητί την ελευθερία της σκέψης μας, την χαρά της δημιουργίας μας, το δικαίωμα στο όνειρό μας, την ανάγκη για αποδοτική και ανθρώπινη εργασία.

Το νόημα των σημερινών κινητοποιήσεων είναι να δηλώσουμε παρόν όλοι μαζί, σ’ όσους ζητούν να μην ονειρευόμαστε το μέλλον μας και το μέλλον των παιδιών μας.

Εάν έχουμε πολιτική συνείδηση οφείλουμε να αγωνιστούμε και να διεκδικήσουμε. Οφείλουμε να εισακουστούμε. Πέθανε η σφαίρα της ιδιωτίας ή της ιδιώτευσης.

Εάν δεν κατανοήσουμε όλα αυτά, έστω την ύστατη ώρα, τότε είμαστε άξιοι της μοίρας μας και του μέλλοντος, που άλλοι διαμορφώνουν για Εμάς, χωρίς εμάς.

Ο χάρτης της εργασίας αλλάζει δραματικά και δεν σώζεται κανείς, που συνεχίζει ακόμα να κοιμάται.

Σήμερα θάβονται όλοι ο αγώνες της μεταπολίτευσης. Καταστρέφονται τα κεκτημένα της ανθρώπινης εργασίας, όσα έχουν απομείνει. Σαρώνεται ο κόπος και ο μόχθος των ανθρώπων που ξέρουν και θέλουν να εργάζονται. Μην νομίζουμε ότι λίγος θα είναι ο καιρός που θα υποφέρουμε, εάν αυτά τα μέτρα περάσουν.

Ως μαχόμενος Δικηγόρος, μέλος ενός μικρού πλην όμως πρωτοπόρα αγωνιστικού Δικηγορικού Συλλόγου, του Δικηγορικού Συλλόγου Σπάρτης, συμμετέχω στον αγώνα συνείδησης των σκεπτομένων πολιτών της υπέροχης χώρας μου και απέχω των καθηκόντων μου, όπως αποφάσισε η ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, κατ΄ αρχήν έως 25 – 01 – 2016 και για όσο ακόμα χρειαστεί, όχι βέβαια για να τιμωρήσω συνανθρώπους μου που ζητούν δικηγόρο, αλλά για να σώσω την ωραιότητα του λειτουργήματός μου.

*Δικηγόρος

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr