ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΣ. Με παρέμβασή τους στον Περιφερειάρχη Πελοποννήσου οι Περιφερειακοί Σύμβουλοι της Λαϊκής Συσπείρωσης Γόντικας Νίκος και Κελλάρης Γιάννης ζητούν την θωράκιση των Υπηρεσιών και τη διασφάλιση συνθηκών για την καλή υγεία των εργαζομένων.

Συγκεκριμένα αναφέρουν:

«Το τελευταίο διάστημα εμφανίστηκαν κρούσματα κορονοϊού σε εργασιακούς χώρους και στη Πελοπόννησο όπως πχ στο συσκευαστήριο «Μητροσύλης ΑΕ» στο Ανυφί Αργολίδας και στον όμιλο ιχθυοκαλλιεργειών «ΑΝΔΡΟΜΕΔΑ – ΝΗΡΕΑΣ - ΣΕΛΟΝΤΑ», Επίδαυρο κ.α.

Γνωρίζουμε ότι ανάλογοι χώροι δουλειάς το προηγούμενο διάστημα σε άλλες περιοχές της χώρας έγιναν χώροι μεγάλης έκτασης διασποράς του κορονοϊού λόγω μη τήρησης ή ελλιπούς εφαρμογής των απαιτούμενων μέτρων.

Στις επιχειρήσεις του κλάδου (συσκευαστήρια νωπών φρούτων, ιχθυοκαλλιέργειες, ζύμες κλπ.) φαίνεται να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος λόγω της παραγωγικής διαδικασίας που σε πολλές περιπτώσεις απαιτεί στις γραμμές παραγωγής ο ένας εργαζόμενος να είναι δίπλα στον άλλον, να πιάνουν και να επεξεργάζονται διαδοχικά το ίδιο προϊόν ενώ ρόλο παίζουν και οι συνθήκες (κλειστοί χώροι, υγρασία, αερισμοί).

Οι εργαζόμενοι μέσα από τα σωματεία τους απαιτούν τη λήψη και εφαρμογή μέτρων για την προστασία της υγείας των εργαζόμενων, όμως οι εργοδότες σε πολλές περιπτώσεις αρνούνται γιατί δεν θέλουν να θιγούν τα κέρδη τους.

Το κλίμα ευφορίας που καλλιεργείται λόγω της άφιξης του εμβολίου, που αντικειμενικά αποτελεί ένα ακόμα σπουδαίο όπλο ενάντια στην πανδημία, δεν μπορεί να αποκρύψει την ουσιαστική ανεπάρκεια των «πρωτοκόλλων υγείας» της κυβέρνησης, που για να εξασφαλίσουν την κερδοφορία των μεγάλων επιχειρήσεων και ομίλων, κάνουν εκπτώσεις στα μέτρα προστασίας των εργαζομένων. Το αποτέλεσμα είναι οι χώροι δουλειάς του κλάδου τροφίμων ποτών να αποτελούν ενεργές εστίες μετάδοσης και διασποράς του κορονοϊού.

Παράλληλα τα κλιμάκια που έχουν δυνατότητα να ελέγξουν τα μέτρα στους χώρους δουλειάς είναι πραγματικά αδύνατον να φτάσουν έστω και στο 10% των επιχειρήσεων, αφού είναι υποστελεχωμένα αλλά και δεν έχουν τη δυνατότητα να επιβάλουν την τήρηση των μέτρων. Η υποστελέχωση των Διευθύνσεων Υγείας της Περιφέρειας είναι αδιάψευστος μάρτυρας για τα παραπάνω.

Αποτελεί πρόκληση σε συνθήκες πανδημίας να καταγράφεται μείωση 30% στους ελέγχους για συνθήκες Υγιεινής και Ασφάλειας από την Επιθεώρηση Εργασίας αντί αυτοί να ενταθούν και να αυξηθούν.

Με βάση τα παραπάνω και για την διασφάλιση της υγείας των εργαζομένων, των οικογενειών τους αλλά και των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής ρωτάμε:

1. Πόσοι έλεγχοι σε μεγάλους χώρους δουλειάς έχουν γίνει από τις Διευθύνσεις Υγείας στη Πελοπόννησο και ποια τα αποτελέσματα αυτών των ελέγχων.

2. Τι μέτρα θα πάρετε ώστε οι αρμόδιες Υπηρεσίες να προβούν άμεσα στους απαραίτητους ελέγχους για την εφαρμογή όλων των αναγκαίων και ενδεδειγμένων μέτρων προστασίας της υγείας και την ενημέρωση για την πραγματική κατάσταση που επικρατεί στις εν λόγω εταιρείες.

Ρωτάμε τι μέτρα θα πάρετε ώστε να εφαρμοστούν τα μέτρα που προτείνουν και διεκδικούν οι εργαζόμενοι όπως:

• Καθημερινή θερμομέτρηση όλων των εργαζομένων κατά την έναρξη και τη λήξη της βάρδιας.

• Μόνιμη παρουσία γιατρού εργασίας με διασφάλιση της ύπαρξης του απαραίτητου εξοπλισμού.

• Επιμήκυνση της γραμμής παραγωγής για να μεγαλώσουν οι αποστάσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους και τοποθέτηση πλεξιγκλάς.

• Τακτική απολύμανση των χώρων όπου συγκεντρώνονται οι εργαζόμενοι (γραμμές παραγωγής, αποδυτήρια, εστιατόρια, γραφεία κ.λπ.).

• Μαζικά και επαναλαμβανόμενα ΤΕΣΤ σε όλους τους εργαζόμενους με ευθύνη και κόστος του κράτους και της εργοδοσίας.

• Αναρρωτική άδεια σε όσους νοσούν χωρίς να χαθεί ούτε 1 ευρώ ούτε ένα ένσημο για το χρονικό διάστημα που δεν εργαστήκαν.

• Σε ενδεχόμενο ύπαρξης πολλαπλών κρουσμάτων άμεση διακοπή του εργοστασίου για όσο χρονικό διάστημα απαιτείται. Διασφάλιση των μισθών και του μεροκάματου όπως και των ασφαλιστικών δικαιωμάτων, σε τέτοια περίπτωση και με ευθύνη της κυβέρνησης και της εργοδοσίας, χωρίς δυσμενή μεταβολή των όρων εργασίας των εργαζομένων.

• Ειδική άδεια με πλήρεις αποδοχές σε εργαζόμενους που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες και σε όσους χρειάζεται να μείνουν σε καραντίνα.»