ΚΟΣΜΟΣ. Στις 2 Ιανουαρίου του 1971, στην Ιερουσαλήμ, ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά ο σκελετός ενός άνδρα που είχε σταυρωθεί κατά τη ρωμαϊκή εποχή, στον πρώτο αιώνα μ.Χ. Το εύρημα αυτό, μοναδικό στην αρχαιολογική έρευνα, έφερε νέα δεδομένα στην κατανόηση της πρακτικής της σταύρωσης, αλλά και άνοιξε τον διάλογο για τη σύνδεση ιστορικών γεγονότων με τη χριστιανική θρησκεία.

Ο άνδρας, γνωστός ως Γεχοχανάν, ήταν περίπου 24-28 ετών και τα οστά του βρέθηκαν σε ένα οστεοφυλάκιο με επιγραφή που έφερε το όνομά του. Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο ήταν η ανεύρεση ενός σιδερένιου καρφιού μήκους 11,5 εκατοστών καρφωμένου στη φτέρνα του. Τα κατάλοιπα έδειξαν ότι τα χέρια του είχαν δεθεί ή καρφωθεί στο σταυρό, ενώ τα πόδια του είχαν τοποθετηθεί με κάθετο τρόπο, επιβεβαιώνοντας ιστορικές αναφορές για τη μέθοδο εκτέλεσης που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι.

Αυτή η ανακάλυψη αποτέλεσε την πρώτη υλική απόδειξη της σταύρωσης, μιας πρακτικής που έως τότε ήταν γνωστή μόνο από γραπτές πηγές, όπως τα κείμενα του Ιώσηπου και οι αφηγήσεις της Καινής Διαθήκης. Η αρχαιολογική επιβεβαίωση βοήθησε τους επιστήμονες να κατανοήσουν καλύτερα τη διαδικασία της σταύρωσης και τις συνθήκες θανάτου. Οι αρχαιολόγοι μπόρεσαν επίσης να εξετάσουν τις κοινωνικές και πολιτισμικές συνθήκες της Ιουδαίας υπό τη ρωμαϊκή κυριαρχία.

Η εύρεση του σταυρωμένου σκελετού προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον και στο χριστιανισμό, καθώς πολλοί έσπευσαν να τη συνδέσουν με τη σταύρωση του Ιησού Χριστού. Αν και δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Γεχοχανάν είχε σχέση με τη Βίβλο, το εύρημα αυτό ενίσχυσε την ιστορικότητα των περιγραφών της Καινής Διαθήκης, δίνοντας στους θεολόγους και τους ιστορικούς νέα δεδομένα για να εξετάσουν.