Υπέρβαση, όχι υπερβολή…
Σύμφωνα με την γενική, διαχρονική και αδιαμφισβήτητη εκτίμηση κανένας αιρετός, ειδικά στους Δήμους, δεν εμπλέκεται για να κάνει κακό. Τουναντίον. Πολύ συχνά αιρετοί έχουν υποστεί ζημιά, επαγγελματική, κοινωνική, οικογενειακή, προσωπική από την ενασχόληση τους με τα κοινά.
Σύμφωνα επίσης με την γενική, διαχρονική και αδιαμφισβήτητη εκτίμηση, ελάχιστοι υπάλληλοι, ειδικά στους δήμους, έχουν την ικανότητα και την διάθεση προσαρμογής στον πολιτικό στόχο κάθε νέας Δημοτικής Αρχής. Γι’ αυτό και πολύ συχνά παρατηρείται μια δυσαρμονία στους στόχους που θέτει μια δημοτική αρχή και στο παραγόμενο έργο που πρέπει να αποδίδει ο δημοτικός υπάλληλος.
Στους μικρούς δήμους τα πράγματα, αν και φαίνονται πιο απλά, γίνονται περίπλοκα λόγω της κοινωνικής δικτύωσης και άμεσης σχέσης των ανθρώπων. Όλοι γνωρίζονται σε ένα μικρό δήμο και μπορούν να (ανα)γνωρίζουν καλά τις δυνατότητες, τα κίνητρα, τις ενέργειες, τις παραλείψεις, τα αποτελέσματα, στη συνεργασία αιρετών και υπαλλήλων.
Θα έλεγε κανείς ότι ένας μικρός δήμος, όπως είναι η πλειοψηφία των δήμων στη χώρα, χρειάζεται ιδιαίτερο, ειδικό πλάνο (συν)εργασίας. Όταν μάλιστα μια δημοτική αρχή σηκώνει τον πήχη και αυξάνει τους στόχους, τότε η κατάσταση γίνεται αυτόματα απαιτητική, συχνά αφόρητη και σίγουρα προβληματική αν δεν ακολουθούν όλοι.
Μια δημοτική αρχή, όποιο πρόγραμμα και αν έχει, όσους στόχους και να θέσει, όποιες προτεραιότητες και να βάλει, δεν θα κάνει βήμα αν το σύνολο των δημοτικών υπαλλήλων δεν ασπάζεται αυτή την πολιτική. Υπάρχουν στελέχη στους δήμους που είναι αξιοθαύμαστα για την προσαρμόστικότητα και την ευελιξία τους, την κατάρτιση και την ενεργητικότητά τους. Υπάρχουν και εκείνα τα στελέχη όμως που καθηλώνουν κάθε εντολή, γειώνουν κάθε όραμα και απομυζούν το σφρίγος και την ροπή προς τα εμπρός που μπορεί να έχει μια νέα δημοτική αρχή.
Αυτή η κατάσταση είναι αναπόφευκτη και δεν αποκλείεται να επιφέρει στον δήμο εντάσεις, ρήξεις και αναποτελεσματικότητα. Ειδικά αν οι αιρετοί δεν μπορούν ή δεν έχουν τα περιθώρια να δεχθούν ότι υπάρχει, είτε έλλειψη προσωπικού είτε αδυναμία.
Τι γίνεται όμως όταν ένας δήμος θέλει, πρέπει, επιβάλλεται, να προχωρήσει γρήγορα; Ποιος αξιολογεί το παραγόμενο έργο από τους υπαλλήλους και ποιος είναι αυτός που ελέγχει και κρίνει την στάση των αιρετών;
Υπάρχουν θεσμοί, υπηρεσίες, συντεχνίες και φυσικά η κοινωνία που όταν προκύπτει πρόβλημα ασχολείται με αυτό. Λίγοι όμως ασχολούνται με το χαμένο έργο από τα χέρια του αιρετού και με την δυσμενή θέση και κατάσταση του δημοτικού υπαλλήλου.
Κι εδώ διαμορφώνεται η σχισμή μέσα από την οποία αντί να επιχειρείται η μελέτη και επίλυση του προβλήματος, ανοίγει ένας πόλεμος εντυπώσεων, αντιδράσεων και καταγγελιών. Είτε πρόκειται για μια ιδιαίτερη περίπτωση που αξίζει ειδικής αντιμετώπισης είτε πρόκειται για ένταση ρουτίνας, αυτό που πρέπει να απασχολεί όλους είναι η γενεσιουργός αιτία και όχι το φαινόμενο που, τελικά, αυτή προκαλεί.
Για παράδειγμα. Αν ένας αιρετός είναι υποχρεωμένος μέσα σε συγκεκριμένο χρόνο να φέρει εις πέρας ένα έργο και ο χρόνος ολοκλήρωσης εξαρτάται ή επηρεάζεται από τον εργαζόμενο υπάλληλο, πρέπει (επιβάλλεται) να έχει προηγηθεί συνεννόηση, στενή συνεργασία, προσαρμογή, αναζήτηση λύσεων και σε κάθε περίπτωση απόλυτα ξεκαθαρισμένη στάση κάθε πλευράς έναντι του ζητήματος πριν γίνει πρόβλημα.
Θα αναρωτηθεί κανείς ποιο είναι το πρόβλημα; Το έργο που κινδυνεύει να χαθεί; Η αδυναμία του υπαλλήλου να ανταποκριθεί;
Και τι υπάρχει πίσω από τις λέξεις «έργο» και «αδυναμία»; Σκοπιμότητα, νομιμότητα, αναγκαιότητα, επείγον, αδυναμία, λόγω φόρτου εργασίας, λόγω κόπωσης, λόγω υγείας, λόγω υπηρεσιακής ανεπάρκειας, λόγω αναρμοδιότητας…
«Απ’ έξω απ’ τον χορό, πολλά τραγούδια λες» έλεγαν οι παλαιότεροι για να καταδείξουν, στην περίπτωσή μας, πόσο δύσκολο είναι να διαχειρίζεσαι και να αναπτύσσεις τα κοινά σαν εντολοδόχος αιρετός αλλά και να υπηρετείς έναν θεσμό όπου έχεις για προϊστάμενο και αιρετό και διοικητικό.
Όταν θα προκύψει μια διαφορά, διένεξη ή ένταση ανάμεσα σε αιρετό και υπάλληλο, αυτόματα ο υπάλληλος έχει ένα μεγαλύτερο ποσοστό δίκιου. Αυτό άλλωστε συμβαίνει παντού και πάντα. Ετσι ο αιρετός έχει να αντιμετωπίσει:
Την πολιτική ευθύνη για την σκοπιμότητα του έργου.
Την διαχειριστική ευθύνη για το έγκαιρο του έργου.
Την νομική ευθύνη για το νόμιμο του έργου.
Την ευθύνη για την συνεργασία με τον υπάλληλο.
Την επιβαρυμένη ευθύνη σε περίπτωση εμπλοκής.
Την ευθύνη διαχείρισης μιας κρίσης στιγμιαία.
Την ευθύνη διαχείρισης προβλήματος που χρονίζει.
Την προσωπική ευθύνη για την επιλογή του να εμπλακεί σε μια διελκυστίνδα, τελικά, προδιαγεγραμμένη.
Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα σχέσης, στόχου, σκοπού και αποτελέσματος ενδέχεται να σημειωθούν και εντάσεις. Θα ήταν υποκρισία να ισχυριστεί κάποιος ότι υπάρχει δημαρχεία χωρίς ένταση, φωνή και κτύπο του χεριού. Επίσης είναι αναμενόμενο να συναντήσει ένας αιρετός μη κανονικές συνθήκες στη συνεργασία του με έναν υπάλληλο.
Ποιο είναι το ζητούμενο, τελικά, από τον πολίτη;
- Και το έργο να γίνει, χθες.
- Και ο υπάλληλος να μην ενοχληθεί.
- Και ο αιρετός να υλοποιήσει ό,τι υποσχέθηκε.
Δηλαδή ιδανική κατάσταση σε μη ιδανικούς δήμους και φυσικά σε μια μη ιδανική κοινωνία.
Μια κοινωνία όπου πληθαίνουν οι λιθοβολιστές, αιρετών και υπαλλήλων.
Λιθοβολισμός μέσω διαδικτύου. Δηλαδή μια στυγερή δολοφονία χαρακτήρα.
Υπάρχουν συναυτουργοί εκ προθέσεως. Πανούργοι ηθικοί αυτουργοί που αναθέτουν την «εκτέλεση» σκόπιμα σε ολόκληρη την κοινότητα. Με αυτόν τον τρόπο, η ευθύνη του «θανάτου» διαχέεται σε πολλούς και δεν βαρύνει ένα μόνο άτομο ή μια ομάδα ή και παράταξη.
Μέσα στη μάζα, το άτομο χάνει την ατομική του ταυτότητα και τη συνείδηση της προσωπικής του ευθύνης. Η αίσθηση της ανωνυμίας και η κοινή δράση («αφού το κάνουν όλοι, είναι σωστό») μειώνουν τις ηθικές αναστολές, επιτρέποντας σε απλούς ανθρώπους να διαπράξουν ακραίες βιαιότητες, κάποτε έξω από τα τείχη της πόλης, σήμερα στο διαδίκτυο.
Ποιο είναι το ζητούμενο;
Μια καλύτερη ζωή στην πόλη και τα χωριά. Υπερπροσπάθεια απ’ όλους. Υπέρβαση απ’ όλους. Υπερβολή από κανέναν. Υπεροψία από κανέναν.