ΚΟΣΜΟΣ. Στον ρόλο του Eurogroup στη διαμόρφωση των προϋποθέσεων για τη μελλοντική ευημερία της Ευρώπης αναφέρθηκε ο υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης.

Ο ίδιος σε συνέντευξή του στο τριμηνιαίο ενημερωτικό δελτίο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για την Τραπεζική Εποπτεία υπογράμμισε την ανάγκη ολοκλήρωσης της ενιαίας τραπεζικής αγοράς.

Επιπλέον ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε, στις προκλήσεις της τραπεζικής εποπτείας και στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, επισημαίνοντας ότι η Ευρώπη χρειάζεται ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα ικανό να κινητοποιεί περισσότερα ευρωπαϊκά κεφάλαια και να τα κατευθύνει εκεί όπου μπορούν να στηρίξουν καλύτερα την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα και τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αναλυτικά, η συνέντευξη στο ECB Supervision Newsletter:

Κατά τη διάρκεια της υποψηφιότητάς σας για την προεδρία του Eurogroup είχατε δηλώσει ότι τα ευρωπαϊκά κεφάλαια παραμένουν «παγιδευμένα σε εθνικά στεγανά που κατακερματίζουν τη ρευστότητα και περιορίζουν το βάθος των αγορών». Τι πρέπει να αλλάξει στην εποπτεία, το κανονιστικό πλαίσιο και τη δομή της αγοράς ώστε η Τραπεζική Ένωση να λειτουργεί ως μια πραγματικά ενοποιημένη αγορά;

Η βασική πρόκληση που αντιμετωπίζει σήμερα ο ευρωπαϊκός χρηματοπιστωτικός τομέας έχει αλλάξει θεμελιωδώς. Για πολλά χρόνια, προτεραιότητά μας ήταν να οικοδομήσουμε ένα τραπεζικό σύστημα ισχυρό, σταθερό και ανθεκτικό. Αυτόν τον στόχο τον πετύχαμε. Σήμερα, η Ευρώπη καλείται να ανταποκριθεί σε μια διαφορετική πρόκληση: να διασφαλίσει ότι το χρηματοπιστωτικό της σύστημα θα αποτελέσει μοχλό ανταγωνιστικότητας και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης.

Η ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης εξαρτάται από την ικανότητά της να επενδύει στην καινοτομία, στην πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση, στην άμυνα, στις υποδομές και στις επιχειρήσεις που θα διαμορφώσουν το μέλλον της ηπείρου μας.

Γι' αυτό, τόσο η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων όσο και ένας ανταγωνιστικός τραπεζικός τομέας αποτελούν τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες εξακολουθούν να αποτελούν τη βασική πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας μας. Αν θέλουμε η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων να πετύχει, χρειαζόμαστε τράπεζες που να μπορούν να λειτουργούν πραγματικά σε ευρωπαϊκή κλίμακα, να στηρίζουν τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ενιαία Αγορά και να κατευθύνουν αποτελεσματικά τα κεφάλαια προς τις στρατηγικές προτεραιότητες της Ευρώπης.

Η πρόσφατη ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θέτει ακριβώς τα σωστά ζητήματα.

Πρώτον, πρέπει η διασυνοριακή τραπεζική δραστηριότητα να γίνει ο κανόνας και όχι η εξαίρεση. Τα κεφάλαια και η ρευστότητα πρέπει να μπορούν να κυκλοφορούν πιο ελεύθερα εντός της Τραπεζικής Ένωσης, στηριζόμενα σε ισχυρότερες κοινές δικλίδες ασφαλείας και σε μεγαλύτερη εμπιστοσύνη μεταξύ των εποπτικών αρχών. Μια ενοποιημένη τραπεζική αγορά δεν αποτελεί αυτοσκοπό - είναι το μέσο που επιτρέπει στα κεφάλαια να κατευθύνονται προς τις πιο παραγωγικές επενδυτικές ευκαιρίες σε ολόκληρη την Ευρώπη, διευρύνοντας τις δυνατότητες χρηματοδότησης των επιχειρήσεων και αξιοποιώντας αποτελεσματικότερα τις ευρωπαϊκές αποταμιεύσεις.

Δεύτερον, χρειαζόμαστε ένα κανονιστικό πλαίσιο που να ενισχύει τόσο την ανθεκτικότητα όσο και την ανταγωνιστικότητα. Η Ευρώπη οφείλει να συνεχίσει να διατηρεί υψηλά πρότυπα εποπτείας και ρύθμισης, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι οι κανόνες της ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες λειτουργίας του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα. Η προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου δεν σημαίνει χαλάρωση των προτύπων. Σημαίνει ένα πλαίσιο πιο προβλέψιμο, που θα στηρίζει αποτελεσματικότερα τις επενδύσεις, την καινοτομία και τη βιώσιμη ανάπτυξη.

Τρίτον, χρειάζεται απλούστευση. Η πολυπλοκότητα δεν πρέπει να μετατρέπεται σε ανταγωνιστικό μειονέκτημα. Μειώνοντας τις περιττές διοικητικές επιβαρύνσεις και καθιστώντας πιο συνεκτικά τα πλαίσια προληπτικής εποπτείας και εξυγίανσης, μπορούμε να επιτρέψουμε στις τράπεζες να επικεντρωθούν σε αυτό που γνωρίζουν να κάνουν καλύτερα: να χρηματοδοτούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις, αντί να αναλώνονται στη διαχείριση περιττής κανονιστικής πολυπλοκότητας.

Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα υπερβαίνει κατά πολύ τον τραπεζικό τομέα. Αφορά το ίδιο το μέλλον της Ευρώπης. Η Ευρώπη δεν στερείται ταλέντου, ούτε φιλοδοξίας. Και, ασφαλώς, δεν στερείται αποταμιεύσεων. Αυτό που μας έλειπε ήταν η δυνατότητα να συνδέσουμε αυτές τις αποταμιεύσεις με τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα διαμορφώσουν το επόμενο κεφάλαιο της ευρωπαϊκής ανάπτυξης. Η γεφύρωση αυτού του κενού αποτελεί μία από τις σημαντικότερες οικονομικές προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, τι θα μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση του πολιτικού αδιεξόδου γύρω από το Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασφάλισης Καταθέσεων (EDIS) και την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης;

Πιστεύω ότι πρέπει να ξεκινήσουμε αλλάζοντας την οπτική μας. Για πολλά χρόνια, η συζήτηση γύρω από το EDIS περιστρεφόταν γύρω από την ισορροπία μεταξύ της μείωσης των κινδύνων και του επιμερισμού τους. Αυτό εξακολουθεί να είναι σημαντικό. Ωστόσο, ο κατακερματισμός δεν αποτελεί πλέον απλώς μια χρηματοπιστωτική αναποτελεσματικότητα, αλλά συνιστά μια στρατηγική ευπάθεια. Μπορεί η Ευρώπη να χρηματοδοτήσει το μέλλον της εάν η τραπεζική της αγορά εξακολουθεί να παραμένει διαιρεμένη από εθνικά σύνορα;

Η κοινή προστασία και η ενοποίηση της αγοράς πρέπει να προχωρήσουν παράλληλα.

Η πορεία προς τα εμπρός θα πρέπει να βασιστεί στη διαδοχή των βημάτων που συμφωνήθηκε στο Eurogroup το 2022: πρώτα, να ενισχυθεί το κοινό πλαίσιο για τη διαχείριση τραπεζικών κρίσεων και τα εθνικά συστήματα εγγύησης καταθέσεων και, στη συνέχεια, να αξιολογηθούν, με βάση τη συναίνεση, τα εναπομείναντα στοιχεία που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης.

Η μεταρρύθμιση του πλαισίου CMDI, που υιοθετήθηκε φέτος, ολοκληρώνει το πρώτο στάδιο αυτής της διαδικασίας. Βελτιώνει τη διαχείριση των τραπεζικών αποτυχιών, ενισχύει την προστασία των καταθετών και συμβάλλει στον περιορισμό της επιβάρυνσης των φορολογουμένων. Προτεραιότητα πλέον αποτελεί η αποτελεσματική εφαρμογή της.

Βλέπω επίσης θετικά την πρόθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να αντικαταστήσει την πρόταση του 2015 για το EDIS με ένα απλούστερο πλαίσιο, το οποίο θα κατανέμει με πιο ισορροπημένο τρόπο τις αρμοδιότητες και τη χρηματοδότηση μεταξύ εθνικού και κεντρικού επιπέδου, θα αντιμετωπίζει ενδεχόμενα προβλήματα ρευστότητας και θα διασφαλίζει ισότιμη προστασία των καλυπτόμενων καταθέσεων σε ολόκληρη την Τραπεζική Ένωση.

Το πρόγραμμα εργασιών του Eurogroup για τον Ιούλιο μάς παρέχει έναν σαφή οδικό χάρτη για το δεύτερο στάδιο: να αξιολογήσουμε την πρόοδο που έχει επιτευχθεί από το 2022 και να εντοπίσουμε, μέσα από συναινετική προσέγγιση, τα πρόσθετα μέτρα που απαιτούνται για την άρση των εναπομείναντων εμποδίων στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας του τραπεζικού τομέα της ζώνης του ευρώ, ενόψει των νομοθετικών προτάσεων που αναμένεται να παρουσιάσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή το 2027.

Μια ισχυρότερη Τραπεζική Ένωση αποτελεί το θεμέλιο τόσο για την επιτυχή υλοποίηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων όσο και για την ικανότητα της Ευρώπης να χρηματοδοτήσει το δικό της μέλλον. Γι' αυτό πιστεύω ότι σήμερα υπάρχουν οι προϋποθέσεις για τη διαμόρφωση μιας νέας πολιτικής συναίνεσης. Ευθύνη μας είναι να μετατρέψουμε αυτή την κοινή αντίληψη σε συγκεκριμένα, ρεαλιστικά και συναινετικά βήματα που θα ενισχύσουν την Τραπεζική Ένωση προς όφελος όλων των Ευρωπαίων πολιτών.

Το Eurogroup διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στον συντονισμό των οικονομικών πολιτικών της ζώνης του ευρώ και στη διαμόρφωση κοινών προσεγγίσεων. Γιατί θεωρείτε ότι αυτό το φόρουμ είναι τόσο σημαντικό στο σημερινό περιβάλλον και ποιο είναι το όραμά σας, ως Πρόεδρος, για την περαιτέρω ενίσχυση αυτού του συντονιστικού ρόλου, ιδίως σε ό,τι αφορά τον τραπεζικό τομέα;

Όσο ισχυρότερη θέλει να γίνει η Ευρώπη, τόσο μεγαλύτερη σημασία αποκτά ο οικονομικός συντονισμός.

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο συλλογικά: η επιβράδυνση της παραγωγικότητας, η εντεινόμενη διεθνής ανταγωνιστικότητα, ο γεωπολιτικός κατακερματισμός, οι αυξημένες επενδυτικές ανάγκες και το ταχέως μεταβαλλόμενο περιβάλλον ασφάλειας. Όλες απαιτούν κοινή ανάληψη ευθύνης και συντονισμένη δράση.

Ακριβώς εκεί έγκειται η προστιθέμενη αξία του Eurogroup. Αποτελεί τον χώρο όπου οι υπουργοί Οικονομικών μπορούν να συναντώνται και να διεξάγουν ειλικρινείς και στρατηγικού χαρακτήρα συζητήσεις. Μας επιτρέπει να αποστασιοποιούμαστε από τα επιμέρους ζητήματα της καθημερινής ατζέντας και να αποκτούμε μια συνολική εικόνα των προκλήσεων που αντιμετωπίζουμε.

Συχνά λέω ότι η σημαντικότερη συμβολή του Eurogroup είναι πως βοηθά την Ευρώπη να αποκτήσει ένα κοινό λεξιλόγιο. Όταν συμφωνούμε στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε μια πρόκληση, γίνεται πολύ ευκολότερο να συμφωνήσουμε και για την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε. Αυτή η πολιτική σύγκλιση είναι συχνά εκείνη που ανοίγει τον δρόμο για την επίτευξη νομοθετικών συμφωνιών.

Το Eurogroup έχει αποδείξει επανειλημμένα την αξία του, από τη συμβολή του στη διαχείριση της κρίσης δημόσιου χρέους και της πανδημίας έως τη διαμόρφωση της συζήτησης για το ψηφιακό ευρώ, την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την Τραπεζική Ένωση. Πρόσφατα, διαμορφώσαμε επίσης την κοινή μας προσέγγιση για τον ιδιαίτερα δυναμικό και πολλά υποσχόμενο τομέα της ψηφιακής χρηματοδότησης.

Ως Πρόεδρος, επιθυμώ ένα Eurogroup ακόμη πιο δυναμικό, με πιο στρατηγικό προσανατολισμό και μεγαλύτερη προσήλωση στο μέλλον. Ο συντονισμός των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών θα παραμείνει στον πυρήνα του έργου μας, ιδιαίτερα καθώς τα δημοσιονομικά περιθώρια στενεύουν, ενώ οι επενδυτικές ανάγκες στους τομείς της άμυνας, της πράσινης μετάβασης, της ψηφιοποίησης και της αντιμετώπισης των δημογραφικών προκλήσεων συνεχίζουν να αυξάνονται. Για τον λόγο αυτό στηρίζω θερμά την πρωτοβουλία για την ποιότητα των δημόσιων οικονομικών (quality of public finances). Η αξιολόγηση όχι μόνο του ύψους των δημόσιων δαπανών, αλλά και της αποτελεσματικότητας, της αποδοτικότητας και της διακυβέρνησής τους, θα μας βοηθήσει να μάθουμε ο ένας από τον άλλο, να περιορίσουμε τον κατακερματισμό και να αξιοποιήσουμε καλύτερα τους δημόσιους πόρους.

Παράλληλα, το Eurogroup θα πρέπει να αφιερώσει μεγαλύτερη προσοχή στις διαρθρωτικές αλλαγές που θα διαμορφώσουν το μέλλον της Ευρώπης, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, οι δημογραφικές εξελίξεις, το ευρωπαϊκό επενδυτικό κενό, ο γεωπολιτικός κατακερματισμός και η οικονομική κυριαρχία. Κατά την άποψή μου, ο ρόλος του Eurogroup στον συντονισμό των οικονομικών προκλήσεων του παρόντος συμβαδίζει με την προετοιμασία της Ευρώπης για τις εξελίξεις του μέλλοντος.

Η πρόοδος στην ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης και η προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα αποτελέσουν βασικές προτεραιότητές μου ως Προέδρου. Πρόκειται για δύο μεταρρυθμίσεις κομβικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης και για την ικανότητά της να χρηματοδοτήσει τις στρατηγικές της φιλοδοξίες. Το Eurogroup είναι το πλέον κατάλληλο ώστε να φέρει κοντά τους υπουργούς Οικονομικών και να οικοδομήσει την πολιτική συναίνεση που απαιτείται για την άρση των εναπομεινάντων εμποδίων στην ενοποίηση, την ενίσχυση της εμπιστοσύνης μεταξύ των κρατών-μελών και τη διατήρηση της δυναμικής αυτών των μεταρρυθμίσεων.

Ο δικός μου ρόλος ως Προέδρου δεν θα είναι να επιβάλλω λύσεις, αλλά να δημιουργώ τις προϋποθέσεις ώστε να αναδύεται η συναίνεση, να χτίζω γέφυρες και να βοηθώ τους υπουργούς να μεταβαίνουν από μια εθνική οπτική σε μια πραγματικά ευρωπαϊκή προσέγγιση.

Φιλοδοξία μου είναι το Eurogroup να αναγνωρίζεται ως κινητήριος δύναμη της μελλοντικής ευημερίας της Ευρώπης. Στον σημερινό κόσμο, η σταθερότητα, η ανταγωνιστικότητα και η στρατηγική αυτονομία είναι ολοένα και πιο αλληλένδετες, και θεωρώ ότι το Eurogroup βρίσκεται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης.

Πώς αξιολογείτε το πρόσφατο έργο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα; Ποιες θα πρέπει να είναι οι βασικές προτεραιότητες, εάν η Ευρώπη θέλει έναν τραπεζικό τομέα που να είναι όχι μόνο ανθεκτικός, αλλά και περισσότερο ικανός να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη, την καινοτομία και τις στρατηγικές επενδύσεις;

Η ανθεκτικότητα παραμένει το θεμέλιο του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα, αλλά πλέον δεν αρκεί. Σήμερα, η Ευρώπη χρειάζεται επίσης έναν τραπεζικό τομέα που να μπορεί να χρηματοδοτήσει ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο.

Η ήπειρός μας δεν στερείται ιδεών, ταλέντου ή επιστημονικής αριστείας. Όταν όμως οι καινοτόμες επιχειρήσεις επιχειρούν να αναπτυχθούν, συχνά δεν διαθέτουν το απαιτούμενο χρηματοδοτικό βάθος και την αναγκαία κλίμακα για να μετατρέψουν τις καινοτόμες ιδέες τους σε επιχειρήσεις παγκόσμιας εμβέλειας. Γι’ αυτό και η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι τόσο σημαντική. Δημιουργεί το πλαίσιο για την κινητοποίηση των άφθονων ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων, οι οποίες σήμερα, πολύ συχνά, παραμένουν εγκλωβισμένες σε καταθέσεις χαμηλής απόδοσης αντί να κατευθύνονται σε παραγωγικές επενδύσεις.

Ωστόσο, η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων πρέπει να συμπληρωθεί από την Τραπεζική Ένωση. Οι τράπεζες εξακολουθούν να παρέχουν περίπου το 70% της χρηματοδότησης της ευρωπαϊκής οικονομίας και θα παραμείνουν, στο ορατό μέλλον, η βασική πηγή χρηματοδότησης των επιχειρήσεων, ιδίως των μικρομεσαίων.

Αυτό δεν αναιρεί τον αρχικό σκοπό της Τραπεζικής Ένωσης, που είναι η ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Αντιθέτως, η ανθεκτικότητα εξακολουθεί να αποτελεί το θεμέλιό της. Στο σημερινό όμως περιβάλλον, η Τραπεζική Ένωση είναι ταυτόχρονα και ένα εγχείρημα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας. Η Ευρώπη χρειάζεται τράπεζες που να μπορούν να λειτουργούν σε ευρωπαϊκή κλίμακα, να στηρίζουν τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη την Ενιαία Αγορά και να κατευθύνουν κεφάλαια προς τις στρατηγικές μας προτεραιότητες.

Η Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής δημοσιεύθηκε μόλις πρόσφατα και δεν θα ήθελα να προδικάσω τις συζητήσεις που θα ακολουθήσουν στο Eurogroup. Ωστόσο, πιστεύω ότι οι εργασίες μας θα πρέπει να επικεντρωθούν σε τρεις βασικούς στόχους:

Πρώτον, στην ολοκλήρωση της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής χρηματοπιστωτικής ενοποίησης, με βασικό πυλώνα την εφαρμογή του νέου πλαισίου CMDI.

Δεύτερον, στη διευκόλυνση της διασυνοριακής τραπεζικής δραστηριότητας και της διασυνοριακής ενοποίησης του τραπεζικού τομέα. Πρέπει να συνεχίσουμε τη συζήτηση στο Eurogroup για το πώς η βαθύτερη ενοποίηση μπορεί να βελτιώσει την κατανομή κεφαλαίων και ρευστότητας, να δημιουργήσει οικονομίες κλίμακας και να διευρύνει τις δυνατότητες χρηματοδότησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Τρίτον, στη διαμόρφωση συναίνεσης σχετικά με τους τομείς στους οποίους μπορούμε να απλοποιήσουμε το κανονιστικό πλαίσιο, διατηρώντας παράλληλα την ανθεκτικότητα και ενισχύοντας την κλίμακα και την ανταγωνιστικότητα του τραπεζικού τομέα. Η προσαρμογή του κανονιστικού πλαισίου δεν σημαίνει χαλάρωση των προτύπων, σημαίνει να διασφαλίσουμε ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά, διατηρώντας ταυτόχρονα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Ο τελικός μας στόχος είναι η δημιουργία ενός τραπεζικού τομέα που θα είναι ανθεκτικός, ανταγωνιστικός και πραγματικά ευρωπαϊκός, ενός τραπεζικού τομέα που θα συμπληρώνει την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και θα συμβάλλει στη χρηματοδότηση της ανάπτυξης και της μακροπρόθεσμης ανταγωνιστικότητας της Ευρώπης.

Πώς μπορούν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής και οι εποπτικές αρχές να απλοποιήσουν τους κανόνες και τις διαδικασίες, διατηρώντας παράλληλα την ανθεκτικότητα και την αξιοπιστία που αποτελούν τη βάση της εμπιστοσύνης στο τραπεζικό σύστημα;

Το σημείο εκκίνησης πρέπει να είναι απολύτως σαφές: η απλούστευση δεν μπορεί να σημαίνει αποδυνάμωση των δικλίδων ασφαλείας. Η ανθεκτικότητα του ευρωπαϊκού τραπεζικού τομέα αποτελεί το αποτέλεσμα της συστηματικής προσπάθειας που έχουν καταβάλει, επί σειρά ετών, τόσο οι ίδιες οι τράπεζες όσο και οι αρμόδιες αρχές. Είναι ένα επίτευγμα που κατακτήθηκε με κόπο και το οποίο αποτελεί το θεμέλιο της εμπιστοσύνης προς το χρηματοπιστωτικό μας σύστημα.

Δεν πρέπει όμως να το θεωρούμε δεδομένο. Σε ένα περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, εντεινόμενων κυβερνοαπειλών και ταχύτατων τεχνολογικών εξελίξεων, οι τράπεζες οφείλουν να συνεχίσουν να ενισχύουν την ανθεκτικότητά τους και να διατηρούν υψηλό επίπεδο ετοιμότητας για την αντιμετώπιση κρίσεων.

Ένα ισχυρό κανονιστικό πλαίσιο δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη περιττή πολυπλοκότητα. Αντιθέτως, η υπερβολική πολυπλοκότητα μπορεί να καταστήσει το σύστημα λιγότερο διαφανές, δυσκολότερο στην εποπτεία και πιο δαπανηρό στη λειτουργία του. Στόχος μας πρέπει να είναι ένα πλαίσιο κανόνων που να είναι αυστηρό, αλλά ταυτόχρονα συνεκτικό, αναλογικό και προβλέψιμο.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος των εποπτικών αρχών. Ο στενότερος συντονισμός, οι σαφέστερες εποπτικές προσδοκίες και η πιο συνεπής εφαρμογή του Ενιαίου Κανόνα (Single Rulebook) σε όλα τα κράτη-μέλη θα περιόριζαν την αβεβαιότητα και τις περιττές επικαλύψεις. Οι τράπεζες δεν θα πρέπει να βρίσκονται αντιμέτωπες με διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων ευρωπαϊκών κανόνων, ανάλογα με το κράτος-μέλος στο οποίο δραστηριοποιούνται.

Η τεχνολογία μπορεί επίσης να αποτελέσει μέρος της λύσης. Η καλύτερη ανταλλαγή δεδομένων, η περαιτέρω εναρμόνιση των υποχρεώσεων αναφοράς και η ευρύτερη εφαρμογή της αρχής της συλλογής των πληροφοριών μία φορά - και της επαναχρησιμοποίησής τους όπου αυτό είναι εφικτό - μπορούν να μειώσουν τις διοικητικές επιβαρύνσεις, προσφέροντας παράλληλα στις εποπτικές αρχές σαφέστερη και πιο έγκαιρη εικόνα των κινδύνων. Η βασική αρχή πρέπει να είναι απλή: κάθε κανονιστική απαίτηση οφείλει να εξυπηρετεί έναν σαφή προληπτικό εποπτικό σκοπό και παρόμοιοι κίνδυνοι να αντιμετωπίζονται με συνέπεια.

Η εμπιστοσύνη δεν απορρέει από τον αριθμό των κανόνων. Απορρέει από την ποιότητα του θεσμικού πλαισίου, την αποτελεσματικότητα της εποπτείας και τη βεβαιότητα ότι οι κίνδυνοι γίνονται σωστά αντιληπτοί και αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στην ανθεκτικότητα και την ανταγωνιστικότητα. Με ένα τραπεζικό πλαίσιο απλούστερο, πιο διαφανές και πιο αναλογικό, μπορεί να ενισχύσει και τα δύο, διατηρώντας παράλληλα τα υψηλά πρότυπα που αποτελούν το θεμέλιο της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.

Πριν αναλάβετε το χαρτοφυλάκιο της οικονομίας, ηγηθήκατε του ψηφιακού μετασχηματισμού του ελληνικού κράτους. Ποια διδάγματα από αυτή την εμπειρία θεωρείτε ότι είναι περισσότερο χρήσιμα σήμερα για τον τραπεζικό τομέα και την εποπτεία, ιδίως όσον αφορά τη βελτίωση της ποιότητας των δεδομένων, την αποτελεσματικότητα και την αλληλεπίδραση μεταξύ εποπτικών αρχών και τραπεζών;

Η εμπειρία της ηγεσίας του ψηφιακού μετασχηματισμού της Ελλάδας μου δίδαξε ένα μάθημα που υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια την τεχνολογία: ο ψηφιακός μετασχηματισμός δεν αφορά απλώς τη μεταφορά των υφιστάμενων διαδικασιών στο διαδίκτυο. Αφορά τον επανασχεδιασμό του τρόπου με τον οποίο λειτουργούν οι θεσμοί. Στην τραπεζική εποπτεία, όλα ξεκινούν από τα δεδομένα. Καλύτερα δεδομένα οδηγούν σε καλύτερη εποπτεία και καλύτερη εποπτεία ενισχύει την εμπιστοσύνη.

Ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα από την εμπειρία του gov.gr ήταν ότι οι πολίτες δεν θα πρέπει να καλούνται να υποβάλλουν επανειλημμένα τις ίδιες πληροφορίες σε διαφορετικές υπηρεσίες του Δημοσίου. Αντίθετα, οι πληροφορίες θα πρέπει να συλλέγονται μία φορά, να διαμοιράζονται με ασφάλεια όπου αυτό είναι αναγκαίο και να επαναχρησιμοποιούνται σε ολόκληρο το φάσμα των δημόσιων υπηρεσιών. Με αυτόν τον τρόπο μειώσαμε τη γραφειοκρατία, βελτιώσαμε την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και ενισχύσαμε την εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος.

Πιστεύω ότι η ίδια φιλοσοφία πρέπει να καθοδηγήσει και το μέλλον της τραπεζικής εποπτείας στην Ευρώπη. Όταν οι εποπτικές αρχές λαμβάνουν τις ίδιες πληροφορίες σε διαφορετικές μορφές, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές και μέσω διαφορετικών διαύλων, αφιερώνουν υπερβολικά πολύ χρόνο στη συμφωνία και επεξεργασία των δεδομένων, και όχι στην ανάλυση των κινδύνων. Ο στόχος μας πρέπει να είναι απλός: οι τράπεζες δεν θα πρέπει να υποχρεώνονται να υποβάλλουν επανειλημμένα τις ίδιες πληροφορίες σε διαφορετικές εποπτικές αρχές και σε διαφορετικές μορφές. Οι πληροφορίες θα πρέπει να συλλέγονται μία φορά, σύμφωνα με κοινά πρότυπα, και να επαναχρησιμοποιούνται με ασφάλεια όπου αυτό είναι απαραίτητο.

Η διαλειτουργικότητα είναι θεμελιώδους σημασίας. Ένας από τους βασικούς λόγους της επιτυχίας του gov.gr ήταν ότι συνέδεσε μέχρι πρότινος απομονωμένα μητρώα σε ένα ενιαίο ψηφιακό οικοσύστημα. Η τραπεζική εποπτεία θα πρέπει να ακολουθήσει την ίδια λογική. Φανταστείτε την ΕΚΤ, την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (EBA), τις εθνικές αρμόδιες αρχές και τις αρχές εξυγίανσης να εργάζονται πάνω στην ίδια βάση ποιοτικών δεδομένων, αντί να βασίζονται σε κατακερματισμένες αναφορές και επαναλαμβανόμενα αιτήματα παροχής πληροφοριών. Αυτό θα αναβάθμιζε την ποιότητα της εποπτείας, ενώ παράλληλα θα μείωνε σημαντικά το κόστος συμμόρφωσης και τις διοικητικές επιβαρύνσεις για τις τράπεζες, επιτρέποντάς τους να επικεντρωθούν περισσότερο στη χρηματοδότηση των νοικοκυριών, των επιχειρήσεων και της καινοτομίας.

Τα υψηλής ποιότητας δεδομένα αποτελούν επίσης τη βάση για μια πιο έξυπνη εποπτεία. Η τεχνητή νοημοσύνη και οι προηγμένες τεχνικές ανάλυσης δεδομένων μπορούν να βοηθήσουν τις εποπτικές αρχές να εντοπίζουν έγκαιρα τους αναδυόμενους κινδύνους, να αναγνωρίζουν αποτελεσματικότερα τις ανωμαλίες και να εστιάζουν την προσοχή τους εκεί όπου πραγματικά χρειάζεται. Η αξία της τεχνητής νοημοσύνης δεν έγκειται στην υποκατάσταση της ανθρώπινης κρίσης, αλλά στο ότι επιτρέπει στους επόπτες να θέτουν νωρίτερα τα σωστά ερωτήματα και να λαμβάνουν καλύτερα τεκμηριωμένες αποφάσεις.

Τελικά, ο ψηφιακός μετασχηματισμός αποτελεί επένδυση για καλύτερη εποπτεία και καλύτερη διακυβέρνηση. Αξιοποιώντας τις δυνατότητες της ψηφιοποίησης, μπορούμε να οικοδομήσουμε ένα εποπτικό πλαίσιο πιο διαφανές, πιο αποτελεσματικό και καλύτερα εξοπλισμένο ώστε να στηρίζει την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης, χωρίς ποτέ να διακυβεύεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Οι εποπτικές αρχές έχουν πρόσφατα επισημάνει τους λειτουργικούς κινδύνους και τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας που συνδέονται με ολοένα και πιο ισχυρά εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης, όπως το Mythos. Πώς μπορούν οι τράπεζες και οι αρμόδιες αρχές να διασφαλίσουν ότι η ανθεκτικότητα θα συμβαδίζει με την καινοτομία, ιδίως όσον αφορά τη διακυβέρνηση, την έγκαιρη εφαρμογή ενημερώσεων ασφαλείας και τη λειτουργική ανθεκτικότητα;

Η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι μία από τις πλέον μετασχηματιστικές τεχνολογίες της εποχής μας. Για την Ευρώπη, όμως, το διακύβευμα υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια την τεχνολογία. Αφορά την ανθεκτικότητά μας και την ικανότητά μας να διαμορφώσουμε το δικό μας οικονομικό μέλλον.

Γι’ αυτό και η συζήτηση που είχαμε πρόσφατα στο Eurogroup είναι τόσο σημαντική. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο πώς οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα διαχειριστούν τους λειτουργικούς κινδύνους και τα ζητήματα κυβερνοασφάλειας που συνδέονται με ολοένα και πιο ισχυρά εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, όπως το Mythos. Το σημαντικότερο είναι αν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις δυνατότητές τους. Η Ευρώπη δεν έχει την πολυτέλεια να μείνει πίσω σε κανένα από αυτά τα δύο μέτωπα.

Η λειτουργική ανθεκτικότητα πρέπει να εξελίσσεται παράλληλα με την τεχνολογική καινοτομία. Αυτό προϋποθέτει ισχυρή εταιρική διακυβέρνηση, ουσιαστική ανθρώπινη εποπτεία, ισχυρή κυβερνοασφάλεια, έγκαιρη εφαρμογή των ενημερώσεων ασφαλείας και συνεχή δοκιμή της ανθεκτικότητας των συστημάτων. Η καινοτομία και η ανθεκτικότητα πρέπει να προχωρούν μαζί.

Η ανθεκτικότητα απαιτεί επενδύσεις και οι επενδύσεις απαιτούν κλίμακα. Ακόμη και οι μεγαλύτερες ευρωπαϊκές τράπεζες παραμένουν σχετικά μικρές σε σύγκριση με τους διεθνείς ανταγωνιστές τους. Οι πέντε μεγαλύτερες τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν, συνολικά, μέγεθος αντίστοιχο με εκείνο των μεγαλύτερων τραπεζών του Ηνωμένου Βασιλείου και της Ιαπωνίας, παρότι εξυπηρετούν μια πολύ μεγαλύτερη αγορά, ενώ εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των μεγαλύτερων τραπεζών των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι ο περιορισμένος βαθμός διασυνοριακής ενοποίησης του τραπεζικού τομέα.

Η κλίμακα καθορίζει ολοένα και περισσότερο τη δυνατότητα επένδυσης σε τεχνολογίες αιχμής. Οι επενδύσεις των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών τραπεζών στην τεχνολογία, ως ποσοστό του ενεργητικού τους, είναι σημαντικά χαμηλότερες από εκείνες των αμερικανικών τραπεζών. Αυτό αποτελεί πραγματική πρόκληση.

Γι’ αυτό και έχω θέσει στο Eurogroup να ανοίξει μια ουσιαστική συζήτηση σχετικά με τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν στις ευρωπαϊκές τράπεζες να αποκτήσουν μεγαλύτερη κλίμακα και να προχωρήσουν σε περισσότερη διασυνοριακή ενοποίηση. Πρέπει να προσεγγίσουμε αυτή τη συζήτηση με ανοιχτό πνεύμα. Ένας περισσότερο ενοποιημένος ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας θα προσέφερε στις τράπεζες μεγαλύτερη δυνατότητα να επενδύσουν στην καινοτομία, να ενισχύσουν τη λειτουργική τους ανθεκτικότητα και να παραμείνουν ανταγωνιστικές σε παγκόσμιο επίπεδο. Στόχος μας είναι ένας ευρωπαϊκός τραπεζικός τομέας που θα μπορεί όχι μόνο να ανταγωνίζεται, αλλά και να πρωτοστατεί στις τεχνολογίες που θα διαμορφώσουν την επόμενη δεκαετία.

Οι ελληνικές τράπεζες έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο στην αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων του παρελθόντος. Ποια διδάγματα μπορούν να αντλήσουν οι εποπτικές αρχές από αυτή την εμπειρία, ιδίως όσον αφορά τα πρότυπα χορήγησης πιστώσεων, τις ορθές πρακτικές χορήγησης δανείων και την αποτροπή μιας νέας συσσώρευσης μη εξυπηρετούμενων δανείων;

Η εμπειρία της τελευταίας δεκαετίας μάς δίδαξε ένα απλό αλλά ουσιαστικό μάθημα: ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης των μη εξυπηρετούμενων δανείων είναι να αποτρέπεται εξαρχής η δημιουργία τους. Η εξυγίανση των ισολογισμών είναι απαραίτητη, όμως η πραγματική επιτυχία έγκειται στο να διασφαλίσουμε ότι δεν θα συσσωρευθούν εκ νέου υπερβολικοί κίνδυνοι. Η πρόληψη είναι πάντοτε προτιμότερη από τη θεραπεία.

Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας σήμερα δεν έχει καμία σχέση με εκείνον που γνωρίζαμε πριν από δέκα χρόνια. Οι ισολογισμοί έχουν εξυγιανθεί σε μεγάλο βαθμό, η ποιότητα του ενεργητικού έχει βελτιωθεί θεαματικά και οι τράπεζες βρίσκονται πλέον σε πολύ καλύτερη θέση για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις και την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό αποδεικνύει ότι οι αποφασιστικές μεταρρυθμίσεις και η αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ τραπεζών, εποπτικών αρχών και δημόσιων φορέων μπορούν να αποφέρουν διαρκή αποτελέσματα.

Το σημαντικότερο δίδαγμα είναι ότι η ανθεκτικότητα ξεκινά από τη συνετή χορήγηση πιστώσεων. Τα αυστηρά πρότυπα πιστοδοτήσεων εξακολουθούν να αποτελούν την πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στα μελλοντικά προβλήματα ποιότητας του ενεργητικού. Η πιστωτική πειθαρχία είναι, μάλιστα, ακόμη σημαντικότερη σε περιόδους ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, όταν ο πειρασμός να χαλαρώσουν τα κριτήρια χορήγησης δανείων είναι μεγαλύτερος.

Το δεύτερο δίδαγμα είναι ότι η εποπτεία πρέπει να έχει προληπτικό και μακροπρόθεσμο χαρακτήρα. Στόχος δεν είναι να εντοπίζουμε τους κινδύνους του σήμερα, αλλά να προλαμβάνουμε τους κινδύνους του αύριο. Αυτό προϋποθέτει δεδομένα υψηλής ποιότητας, αναλογική εποπτεία και την ετοιμότητα να παρεμβαίνουμε έγκαιρα. Επιδίωξή μας δεν πρέπει να είναι να γίνουμε αποτελεσματικότεροι στη διαχείριση των κρίσεων, αλλά να τις καθιστούμε εξαρχής λιγότερο πιθανές.

Ίσως το σημαντικότερο επίτευγμα του ελληνικού τραπεζικού τομέα να ήταν η εμπέδωση μιας ισχυρότερης κουλτούρας διαχείρισης κινδύνων και πιστωτικής πειθαρχίας. Αυτή η αλλαγή νοοτροπίας είναι που θα διασφαλίσει τη διατήρηση της ανθεκτικότητας και στο μέλλον.

Το σημαντικότερο δίδαγμα από την ελληνική εμπειρία είναι ότι η ανθεκτικότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Αποτελεί το θεμέλιο ενός τραπεζικού συστήματος που μπορεί να χρηματοδοτεί με αυτοπεποίθηση το μέλλον, στηρίζοντας την ανάπτυξη και την επιχειρηματικότητα, ενώ παράλληλα διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα σε όλη τη διάρκεια του πιστωτικού κύκλου.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις