Η ανακοίνωση των εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σχετικά με την υιοθέτηση ενός πρωτοφανούς προγράμματος αποκρατικοποιήσεων, με στόχο την εύρεση 50 δις ευρώ μέχρι το 2015 δεν είναι καινούργια.
Η ιδέα αυτή είχε τεθεί, χωρίς βέβαια να υπάρχει ποσοτική και ουσιαστική συγκεκριμενοποίησή της, υπόψη της Κεντρικής Ένωσης Επιμελητηρίων Ελλάδος κατά τη συνάντηση της Διοικητικής της Επιτροπής με τους εκπροσώπους της τρόικας στις 19-11-2010. Τότε είχε δοθεί η ευκαιρία στους εκπροσώπους της ΚΕΕΕ να παρουσιάσουν την άποψή τους και τις επιφυλάξεις τους για την ιδέα των αποκρατικοποιήσεων και της εκποίησης κρατικής περιουσίας, η οποία συνίσταται στο ότι μια τέτοια πολιτική επιλογή πρέπει να συνιστά το έσχατο καταφύγιο της δημοσιονομικής προσπάθειας για τη μείωση του δημόσιου ελλείμματος και του δημόσιου χρέους. Η δε υλοποίηση προϋποθέτει κατ’ αρχήν την πλήρη καταγραφή της περιουσίας του Δημοσίου – το να γνωρίζει το Δημόσιο τι του ανήκει και υπό ποιο καθεστώς είναι αυτονόητη υποχρέωση μιας Πολιτείας που σέβεται την αξιοπρέπειά της και το λαό που υπηρετεί – ώστε να υπάρχει αντικείμενο μελέτης της αποκρατικοποίησης. Κάτι τέτοιο δεν υπήρχε ούτε όταν εκφράστηκε η ιδέα αυτή στην Κεντρική Ένωση Επιμελητηρίων Ελλάδος, ούτε σήμερα καθώς οι σχετικές μελέτες, όπως δηλώθηκε αρμοδίως, θα ολοκληρωθούν ως προς τα εμπορικά ακίνητα μέχρι τον Ιούνιο και για τις υπόλοιπες εκτάσεις έως το τέλος τους έτους. Συνεπώς το να μιλάει κάποιος για αποκρατικοποιήσεις, χωρίς να γνωρίζει τι θα αποκρατικοποιήσει, είναι άστοχο, αν όχι επικίνδυνο. Γενικόλογες τοποθετήσεις, όπως π.χ. αυτές που είδαν το φως τη δημοσιότητας για τη ΔΕΗ, τις τράπεζες ή την έκταση του παλαιού αεροδρομίου στο Ελληνικό, αποδεικνύουν την έλλειψη ωριμότητας του σχεδιασμού. Πολλώ δε μάλλον όταν δεν έχουν καν εντοπιστεί ενδεχόμενοι αξιόπιστοι επενδυτές που να συμμετέχουν στην όλη διαδικασία (η εμπειρία του «ναυαγίου» της επένδυσης στον Αστακό είναι πολύ πρόσφατη…).
Σε κάθε περίπτωση πάντως, εκτός από την ουσία του ζητήματος, υπάρχει και η διαδικασία. Η δημοσιοποίηση ενός τέτοιου σχεδιασμού δεν είναι αρμοδιότητα της τρόικας και των εκπροσώπων της, αλλά της υπεύθυνης Κυβέρνησης. Αυτό η ΚΕΕΕ είχε την ευκαιρία να το επισημάνει στους εκπροσώπους της τρόικας κατά τη συνάντηση μαζί τους στις 19-11-2010. Και μάλιστα δεν νομιμοποιείται η τρόικα, ή οι εκπρόσωποί της, να εκφράζει, άμεσα ή έμμεσα, δημόσια σχόλια σχετικά με τις κοινωνικές αντιδράσεις στις επιλογές που περιλαμβάνονται στο διαρκώς επικαιροποιούμενο Μνημόνιο. Εκτός αν, πλέον, πέρα από τον επίσημο ρόλο του οικονομικού συμβούλου που έχει αναλάβει η τρόικα, της ανατέθηκε επισήμως και ο ρόλος του κυβερνητικού εκπροσώπου.
Τέλος θα είχε ενδιαφέρον να εκφράσει η τρόικα τη θέση της για τις αστοχίες του Μνημονίου, όχι όμως με γενικόλογους αφορισμούς της αναποτελεσματικότητας της ελληνικής δημόσιας διοίκησης – η οποία σε κάθε περίπτωση φέρει σημαντικό μέρος της ευθύνης – αλλά με αξιολόγηση των στόχων και των μέτρων που η ίδια η τρόικα έθεσε ως βασικούς άξονες της πολιτικής που εκφράζει το Μνημόνιο. Η έλλειψη αυτοκριτικής δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος σε τέτοιες δύσκολες συνθήκες…