Γράφει η Δρ. Γεωργία Κακούρου Χρόνη, Επιμελήτρια της Εθνικής Πινακοθήκης

Veil Cafe Bistrot• ο ιδρυτής του, ο αγαπημένος Ηλίας Λιναρδάκης, το είχε ονομάσει Mystras Bistrot. Οι νέοι οικοδεσπότες του χώρου, ο Παναγιώτης Τότσης και ο Παναγιώτης Αγαθίας, και οι δυο ευαίσθητοι σε ό,τι επιτάσσει ο Μυστράς, αλλά και στις παρακαταθήκες του Ηλία, που επέλεξε να μείνει για πάντα εδώ, κράτησαν τον χαρακτηρισμό Bistrot• κυρίως διατήρησαν το πνεύμα του Ηλία, προσκομίζοντας τις δικές τους σφραγίδες καμωμένες από γεύσεις, αρώματα, ευπρέπεια και σεβασμό στους φιλοξενούμενούς τους.

Συστήνουν τον χώρο και ως συνάντηση πολιτισμού εγκαινιάζοντας αυτή του την ιδιότητα με την έκθεση της εικαστικού Νάντιας Σκιαδά. Η έκθεσή της φέρει τον τίτλο «trastevere, 7 χρόνια μετά».

Η ίδια η ζωγράφος, σε ένα εκ βαθέων κείμενό της, διευκρινίζει τον γρίφο του τίτλου: «Εκεί βρέθηκα πρώτη φορά τον Σεπτέμβρη του 2000, όταν είχα πρωτοπάει στη Ρώμη [...]. Δύο χρόνια μετά συνάντησα τον πρόεδρο της καλλιτεχνικής ομάδας της Trastevere και ξεκίνησα να δουλεύω σ’ αυτή την γιορτινή πλατεία! [...] Από την πρώτη στιγμή, όλοι εκεί με αγκάλιασαν κάνοντάς με να νιώσω εκείνον τον δρόμο, σπίτι μου. Για 3 χρόνια, όταν ο καιρός ήταν με το μέρος μας, ζωγράφιζα την ημέρα στο δωμάτιό μου, και το βράδυ, βρισκόμουν εκεί με τις ακουαρέλες μου.[...]. Επτά χρόνια μετά τον γυρισμό μου στην Ελλάδα, το μυαλό μου όλο και πιο συχνά ταξιδεύει στα στενάκια της Trastevere και στους φίλους εκεί [...]. Με την έκθεση των συγκεκριμένων έργων, νιώθω λίγο σαν να βρίσκομαι εκεί [...]».

Τα κύματα που πηγαινοέρχονται από τη μια στην άλλη χώρα έχουν πολλά να μαρτυρήσουν γι’ αυτές τις συνομιλίες, πολλές φορές ασύνειδες που φθάνουν πολύ μακριά μέσα στον χρόνο• από τότε που οι Έλληνες ίδρυαν μιαν άλλη Ελλάδα, που η Ελλάδα - όπως θα γράψει ο Νικηφόρος Βρεττάκος - έβαζε το νυφικό της αλλού. Ο απόηχος αυτής της εγκατάστασης ίσως δονεί περισσότερο τους Μανιάτες που στο πρόσφατο παρελθόν μετανάστευσαν στα ίδια μέρη και αντάμωσαν εκεί τους παλιούς προγόνους.

Αλλά για εμάς που μεγαλώσαμε κάτω από τη σκέπη του Μυστρά, με τους μύθους για τα κυπαρίσσια, με το άρωμα από τους βασιλικούς της Παντάνασσας που τους κορφολογούν τα ταμένα χέρια των μοναχών, για εμάς που οι μνήμες είναι ξέχωρες για τον καθένα, η συνομιλία μας με την Ιταλία περνάει μέσα από τα βυζαντινά απομεινάρια του βράχου του Μυζηθρά.

Η Νάντια κράτησε τις ανάσες, τους καημούς, μια χούφτα δάκρυα, ένα χαμόγελο, μια πινελιά γκρενά που ξέκρινε σε μια μισοκλεισμένη αυλόπορτα από το φόρεμα μιας αρχοντοπούλας, έναν ερωτικό ψίθυρο, έναν αναστεναγμό. Μυρωδιές, ήχους, οράματα, τα έδεσε όλα μαζί και τα πήρε φυλαχτό της στον ξένο τόπο.

Κι όταν άπλωσε τα πρώτα της έργα, τις μικρές της σε διαστάσεις ακουαρέλες στα στενάκια της Trastevere, ένιωσε τον χώρο οικείο, τους ανθρώπους δικούς της. Η ρευστότητα του χρώματος δεν οφειλόταν μόνο στη δική του εγγενή ιδιότητα, στην ιδιότητα της ακουαρέλας δηλαδή, αλλά στη συγκίνηση όλων αυτών των ευγενικών γυναικείων μορφών που επέστρεφαν από την αυλή του Μυστρά, μετά από τόσα χρόνια, στο πάτριο έδαφος. Γι’ αυτό έβρισκαν και τόσο πρόθυμους αποδέκτες για να τις κρατήσουν• γιατί η ρευστότητα του χρώματος, το τρέμουλο του χεριού της ζωγράφου, είχε συγκρατήσει εκείνα τα πνιγμένα δάκρυα του πρώτου καιρού του εκπατρισμού τους στον ιερό βράχο.

Αλλά ο ξένος τόπος που ήταν γι’ αυτές τις ευγενικές γυναίκες στην αρχή ο Μυστράς, έγινε σιγά σιγά το σπιτικό τους. Κι ήταν η Κλεόπα Παλαιολογίνα Μαλατέστα πρώτη ανάμεσά τους, που ξέπλυνε τα δάκρυα του αποχωρισμού από τα πατρογονικά της με την ευγνωμοσύνη που της χαρίστηκε ο Μυστράς και μπόρεσε ν’ ανθήσει με τις κουβέντες του Πλήθωνα• και είναι καλά τώρα που αναπαύεται στον δικό της πια Μυστρά που τον αγάπησε πάνω από τον τόπο που την γέννησε.

Και το χέρι της Νάντιας στα γυναικεία πορτρέτα που ζωγραφίζει στην επιστροφή της, μετά επτά χρόνια, στη σκιά του Μυστρά, παύει να τρέμει• ακουμπά με άλλη βεβαιότητα στον καμβά• σιγουρεύει τις επιλογές της• συμφιλιώνεται με τον τόπο και αρχίζει έναν διαφορετικού περιεχομένου διάλογο - τη δική της μονωδία - με τις ίδιες μορφές που τώρα όμως αποκτούν πιο σταθερά περιγράμματα.

Έτσι το Veil Cafe Bistrot καθίσταται ένα τόπος συνομιλιών, του χθες, του σήμερα, του αύριο• του νέου και του παλιού• της ζωής που πάντα θα μας ξαφνιάζει με τον γοητευτικό τρόπο που πλέκει να νήματα που μας συνθέτουν.

Η έκθεση της Νάντιας Σκιαδά λήγει στις 30 Ιουνίου. Αλλά το προσωπικό της «αντίο» θα το απευθύνει προβάλλοντας video art με θέμα την Trastevere, την Παρασκευή, στις 28 Ιουνίου 2013, μετά τις 9.00 μ.μ. Την εικόνα θα εμπλουτίσει και ο ήχος που θα εστιάσει σε ιταλικά ακούσματα και που θα επιμεληθεί και θα αποδώσει ο μουσικός Τάσος Σκιαδάς.