Κάθε φορά που ακούω για περιστατικά βίας μεταξύ παιδιών και κάθε στιγμή που έρχομαι σε επαφή με τα σημερινά παιδιά, που μοιάζουν να έχουν χάσει τον προορισμό, την ψυχή και το πνεύμα τους, ο νους μου, ασυναίσθητα, πηγαίνει στο Κατηχητικό Σχολείο, ένα Σχολείο που πολεμήθηκε συστηματικά, με πάθος και με μίσος από δήθεν «εκσυγχρονιστές παιδαγωγούς», από δήθεν «αριστερούς» πολιτικούς χώρους, από αυτοπροσδιοριζόμενους «προοδευτικούς», από οπαδούς της δήθεν «ατομικής ελευθερίας» και των «δικαιωμάτων» των παιδιών, από δήθεν «πολυπράγμονες» και «ψαγμένους του πνεύματος» κι ένα σωρό άλλους περίεργους τύπους και ομάδες, που το μόνο που έκαναν (και κάνουν) στη ζωή τους ήταν (και είναι) να γυρίζουν διαρκώς ανάμεσά μας με έναν κασμά στο χέρι, για να κατεδαφίσουν ό,τι τους ενοχλεί, ό,τι είναι ψηλότερο απ’ το μπόι τους, ό,τι συνόδεψε την Ελλάδα ως Αρχή, Αξία και Ιδανικό, μέσα στο διάβα των αιώνων. Και βέβαια, κάνοντας την αυτοκριτική μας, φταίμε κι εμείς όλοι, που βλέπαμε, διαπιστώναμε, καταλαβαίναμε, προβλέπαμε και δεν κάναμε τίποτε για να αμυνθούμε, για να εμποδίσουμε την κοινωνία (και ιδιαίτερα τα παιδιά και τους νέους μας) να φτάσουν στη σημερινή κατάντια.

26-2-1962: Τα κατηχητόπουλα των Α΄ & Β΄ τάξεων του Γυμνασίου Αρρένων Σπάρτης, μπροστά στον ναό του Οσίου Νίκωνος, με τον Δεσπότη Κυπριανό, τον Θεολόγο καθηγητή Παν. Ρογκάκο και τον ιεροδιάκονο-κατηχητή π. Σεβαστιανό Κονιδάρη.

Το Κατηχητικό ήταν για μας, τα παιδιά του ’50 και του ’60, το δεύτερο (για να μην πω το πρώτο) σχολείο και το δεύτερο σπίτι μας. Κάθε Σάββατο απόγευμα πηγαίναμε στους Ναούς της Σπάρτης, για να έρθουμε σε επαφή χαράς ψυχικής και πνευματικής με τους συμμαθητές και τους Κατηχητές μας, κυρίως Ιερείς αλλά και λαϊκούς. Δεν μας έστελνε κανείς, δεν μας ανάγκαζε κανείς να πάμε, πηγαίναμε γιατί το θέλαμε, γιατί το Κατηχητικό το αγαπούσαμε, περνάγαμε όμορφα και νιώθαμε, αν και παιδιά, ότι κάτι μεγάλο και καλό γινότανε εκεί για μας, ώστε να γίνουμε, καλύτερα παιδιά, καλύτερα Ελληνόπουλα και (αύριο) καλύτεροι πολίτες, καλύτεροι οικογενειάρχες και καλύτεροι Έλληνες.

Εγώ, σαν μαθητής του δημοτικού πήγαινα Κατηχητικό στον Α. Νικόλαο, όπου είχαμε Κατηχητή τον αλησμόνητο, μακαριστό, Αρχιμανδρίτη Σεβαστιανό Κονιδάρη, έναν κληρικό που κόσμησε την Εκκλησία μας ως διαμάντι ήθους και πνεύματος, έναν γλυκύτατο και πράο Άνθρωπο, που μας μάζευε γύρω του όπως ο Χριστός εκείνα τα παιδάκια που ευλόγησε κάποτε, λέγοντας :

«Ἄφετε τὰ παιδία ἔρχεσθαι πρός με, καὶ μὴ κωλύετε αὐτά, τῶν γὰρ τοιούτων ἐστὶν ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ.»

Ο π. Σεβαστιανός μας έλεγε ωραίες, διδακτικές, παιδαγωγικές και ψυχωφελείς ιστορίες από την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη, συζητούσε μαζί μας, μας βοηθούσε να βγάλουμε μόνοι μας τα διδάγματα και τα συμπεράσματα και στο τέλος γράφαμε στο τετραδιάκι του Κατηχητικού, το «Ρητόν» και το «Δίδαγμα», τα οποία συνόψιζαν το κύριο πνευματικό μήνυμα του κατηχητικού μαθήματος ώστε να αποτυπώνεται εύκολα στη μνήμη μας και να εφαρμόζεται στην καθημερινή ζωή μας.

Το Ρητό ήταν μια φράση από τη Βίβλο, γραμμένη πάντα μέσα σε εισαγωγικά, και αποτελούσε τη βάση της διδασκαλίας.

Το Δίδαγμα ήταν το πρακτικό, ηθικό και πνευματικό συμπέρασμα του μαθήματος. Εξηγούσε με λίγα και απλά λόγια πώς το Ρητό γίνεται πράξη αγάπης, πίστης ή αλληλεγγύης. Μετά από το μάθημα μαθαίναμε ωραία τραγούδια, χριστιανικά, φυσιολατρικά κ.α.. Πώς μπορούμε ποτέ να ξεχάσουμε, λόγου χάρη, το αγαπημένο τραγούδι των Κατηχητικών «Ο σπίνος»;

Σε φουντωμένο δέντρου κλωνάρι
κάθεται σπίνος και κελαηδεί,
τόση ακούει τέρψη και χάρη
και πλησιάζει ένα παιδί.

Σπίνε, μ’ αρέσει το ψάλσιμό σου,
τα λέγεις όλα, όλα καλά,
μα ποίος είναι διδάσκαλος σου
που σε μαθαίνει τα μουσικά;

Μάθε, παιδάκι, διδάσκαλός μου
που με μαθαίνει τη μουσική
είναι ο πλάστης όλου του κόσμου,
η πρόνοιά του η πατρική.

Και αστεία κάναμε με τον π. Σεβαστιανό, από εκείνα τα αστεία που δεν προσβάλλουν, που γεννούν το αυθόρμητο γέλιο, διώχνουν το άγχος, τους φόβους και τη στενοχώρια και φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά.

Θυμάμαι, π.χ., τον π. Σεβαστιανό να λέει, πειστικά, στην ομήγυρη των κατηχητόπουλων:

-Καλά μου παιδιά, όπως βλέπετε είναι μέρα ακόμα. Ο ήλιος δεν έχει δύσει στον Ταΰγετο. Τι νομίζετε; Μπορούμε τέτοιαν ώρα να δούμε τα αστέρια στον ουρανό;

-Όχι, πάτερ, δεν μπορούμε!!!

-Κι όμως, παιδιά μου, εγώ έχω τον τρόπο, να δείτε τ’ αστέρια, ακόμα και την ημέρα.

-Πώς, πάτερ;

-Θα σας δείξω αμέσως. Θέλω κάποιο παιδί να μου δώσει το σακάκι του.

Ένα παιδί προσφέρθηκε, έβγαλε το σακάκι του και το έδωσε στον π. Σεβαστιανό, ο οποίος, αφού πήρε το σακάκι, τέντωσε το ένα μανίκι του προς τον ουρανό και είπε:

-Αυτό το μανίκι έχει γίνει τώρα ένα μυστηριώδες τηλεσκόπιο, που όποιος κοιτάξει από μέσα του, θα δει τα αστέρια στο ουρανό, έστω κι αν είναι μέρα. Ποιος θέλει να κοιτάξει;

Φυσικά, όλα τα παιδιά με φωνές χαρούμενες προσφερθήκαμε να γίνουμε…αστρονόμοι. Ο π. Σεβαστιανός επέλεξε, τυχαία, ένα παιδί, εκείνο πλησίασε το πρόσωπό του στο μανίκι –τηλεσκόπιο προσπαθώντας να δει τα αστέρια και τότε, ο π. Σεβαστιανός, άδειασε μέσα στο μανίκι ένα ποτήρι νερό, βρέχοντας το πρόσωπο του «αστρονόμου», μέσα στα αυθόρμητα γέλια του ίδιου, των παιδιών αλλά και του βρεγμένου παιδιού.

Τέτοια (και άλλα) όμορφα ζούσαμε στα Κατηχητικά του Σαββάτου εκείνης της εποχής και στο τέλος, μια φορά το μήνα, ο π. Σεβαστιανός μας μοίραζε ένα παιδικό περιοδικό με τίτλο «Τα χαρούμενα παιδιά». Ήταν ένα μηνιαίο εικονογραφημένο περιοδικό, το οποίο εξέδιδε από το 1951 η Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, εγκεκριμένο από το τότε Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, και περιλάμβανε εικονογραφημένες ιστορίες, χριστιανικά και ηθικοπλαστικά αναγνώσματα, παιδική λογοτεχνία, ποιήματα, καθώς και εκπαιδευτικά, ψυχαγωγικά θέματα για την απασχόληση των κατηχητόπουλων. Το αξέχαστο αυτό περιοδικό μας έκανε πραγματικά «ΧΑΡΟΥΜΕΝΑ ΠΑΙΔΙΑ» αφού, επιστρέφοντας στο σπίτι, πέφταμε με τα μούτρα στο διάβασμά του, τότε που οι ευκαιρίες να διαβάσουμε κάποιο εξωσχολικό βιβλίο ή περιοδικό ήταν ελάχιστες έως μηδαμινές, αφού οι οικογένειές μας δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να μας ικανοποιήσουν την ανάγκη αυτή.

Σαν τελειώσαμε το δημοτικό (εγώ το παλιό 3ο Δημοτικό) και πήγαμε στο Γυμνάσιο Αρρένων, συνεχίσαμε να πηγαίνουμε Κατηχητικό στον Α. Νίκωνα, με Κατηχητή τον αείμνηστο π. Κων/νο Γκιοτσαλίτη, τον πολυαγαπημένο μας «παπα-Κώστα». Ένας φλογερός Κατηχητής, που πυρπολούσε τις ψυχές μας με τα μαθήματά του, καταφέρνοντας, χάρη στην οξυδέρκεια, την γνώση του, την κλασική του παιδεία και τη φλόγα της καρδιάς του, εκείνο που είχαν καταφέρει, κάποτε, οι Τρεις Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Ιωάννης ο Χρυσόστομος) να συνθέτει, δηλαδή, την κλασική αρχαία ελληνική παιδεία με τον χριστιανισμό. Με τον μοναδικό του τρόπο ο παπα-Κώστας μας αποδείκνυε κάθε φορά ότι τα αρχαία κείμενα δεν ήταν ασυμβίβαστα με τη χριστιανική πίστη, χρησιμοποιώντας τα ως «προπαιδεία» για την ηθική και πνευματική καλλιέργειά μας.

Στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, αλλάξαμε και πάλι χώρο Κατηχητικού και Κατηχητή. Τα χρόνια αυτά πηγαίναμε στην αίθουσα της Στέγης Νεότητος και ο Κατηχητής μας ήταν ένα νέο παιδί, καθηγητής θεολόγος (δυστυχώς δεν θυμάμαι το όνομά του) ο οποίος υπηρετούσε ως Δόκιμος Αξιωματικός στο ΚΕΕΜ. Ήταν ένας καταπληκτικός Κατηχητής, με υπέροχο χαρακτήρα και ευρύτητα γνώσεων, που με συμμετοχική συζήτηση έβαζε ως θέματα όλα εκείνα που μας προβλημάτιζαν σαν νέα γενιά εκείνης της εποχής, συνδυάζοντάς τα άριστα με τη χριστιανική διδασκαλία. Αξέχαστη μας έχει μείνει και μια εκδρομή που μας οργάνωσε στην Ι.Μ. Φανερωμένης και στην Αναβρυτή, μια εκδρομή από εκείνες που αφήνουν αποτύπωμα ψυχής, όταν γίνονται αιτία να έρθουν πιο κοντά νέοι άνθρωποι, που μέσα από το Κατηχητικό είχαν βρει και είχαν σφυρηλατήσει ισχυρούς φιλικούς και συναισθηματικούς δεσμούς μεταξύ τους.

Σήμερα, σε μια ηλικία που είμαι πλέον παππούς, νιώθω τον εαυτό μου ευλογημένο γιατί μου έλαχε να ζήσω μέσα στη ζεστή φωλιά του Κατηχητικού Σχολείου της εποχής μου. Περάσαμε μέσα σ’ αυτή τη φωλιά του Κατηχητικού στιγμές που δεν περιγράφονται, στιγμές χαρούμενες παιδικής ανεμελιάς και απογεύματα πνευματικής και ψυχικής ανάτασης και δημιουργίας. Εκεί κάναμε τα πρώτα βήματα ομαδικότητας, φιλίας και αλληλεγγύης, μάθαμε πολλά και καλά, καλλιεργήσαμε στο νου και στην ψυχή μας την Αγάπη για τον Θεό και τον συνάνθρωπο, βελτιώσαμε και ολοκληρώσαμε (όσο ήταν δυνατό) την προσωπικότητά μας, μάθαμε να ξεχωρίζουμε τα διαμάντια μέσα στο βούρκο, αποκτήσαμε Αρχές και Αξίες και βγήκαμε στο μεγάλο ταξίδι της Οδύσσειας της ζωής μας, έχοντας λάβει από το Κατηχητικό μια πυξίδα αλάνθαστη, για να περνάμε με το καράβι μας χωρίς απώλειες τις Σειρήνες και τις Συμπληγάδες. Κι όσες φορές υποκύψαμε στο τραγούδι των Σειρήνων ή πέσαμε πάνω στα βράχια, πιάναμε, για να σωθούμε, το σωσίβιο του Κατηχητικού που έπλεε κοντά μας και βρίσκαμε το κουράγιο να ανεβούμε πάλι στο καράβι μας και να ξαναπιάσουμε το τιμόνι.

Για όλα αυτά και για πολλά άλλα στενοχωριέμαι και θλίβομαι βλέποντας τα σημερινά νέα παιδιά να μην έχουν πυξίδα στη ζωή τους, αφού βομβαρδίστηκαν ανελέητα μέσα στα τελευταία σαράντα χρόνια οι τρεις ισχυροί πυλώνες της ζωής των Ελλήνων: η Εκκλησία, η Οικογένεια και το Σχολείο.

Και θυμώνω, επίσης, όταν βλέπω στην τηλεόραση, μετά από κάθε περιστατικό βίας και παρανομίας από παιδιά, να οργανώνονται τραπέζια και συζητήσεις «ειδικών», οι οποίοι (συνειδητά ή ασυνείδητα δεν έχει σημασία) αναζητούν τις αιτίες σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση, από εκείνη που θα ’πρεπε να στραφούν. Για το λόγο αυτό δεν βρίσκουν άκρη και η κατάσταση της συμπεριφοράς και της ζωής των παιδιών μας πάει από το κακό στο χειρότερο.

Άραγε, εκείνοι που πολέμησαν με τόσο μίσος το Κατηχητικό Σχολείο είναι τώρα ικανοποιημένοι με την κατάσταση που βιώνουμε; Ποιος ξέρει; Μπορεί και να είναι. «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου»!!!

Για μένα, η γιατρειά της νοσηρής κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η νεολαία μας, θα έρθει, όταν η Οικογένεια θα στηθεί ξανά στα πόδια της όπως ήταν κάποτε, όταν το Σχολείο θα αφεθεί να πράξει το ρόλο του ως Παιδαγωγός, όταν οι Εκκλησίες θα ξαναγεμίσουν με παιδιά και όταν θα ξανακουστεί μέσα από τους Ναούς, ηχηρό και θριαμβικό, το εμβατήριο του Κατηχητικού Σχολείου, που το πιστεύαμε τότε και που με μάτια λαμπερά και ηθικό ακμαιότατο το τραγουδάγαμε βροντερά, μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής μας, τόσο βροντερά, που τρίζανε τα τζάμια των Ναών και σειούνταν οι Πολυέλαιοι σαν να γινότανε η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου!!!

Τα χριστιανόπουλα

Τα χριστιανόπουλα θα πάμε με φτερά
να πούμε μήνυμα που δίνει τη χαρά.
Μας περιμένει με λαχτάρα όλη η γη
κι εμείς κινήσαμε πρωί με την αυγή.

Τίποτε στον δρόμο δε μας σκιάζει,
ούτε η μπόρα, ούτε το χαλάζι.
Έχουμε μαζί μας το Χριστό,
σύντροφο χαράς, πατέρα κι αδερφό.
Εμπρός, με μια ψυχή, μας περιμένει η γη.

Ο πόνος άπλωσε τα πέπλα του παντού,
γιατί ξεκίνησε απ’ τη χώρα του κακού.
Η γη γονάτισε και δεν αντέχει πια,
το κύμα θέριεψε και σπάσαν τα κουπιά.

Όμως εμείς το φως και τη γαλήνη
θα σκορπίσουμε μέσα στη δίνη.
Μέσα στο σκοτάδι όλης της γης
μήνυμα θα φέρουμε μιας θείας χρυσαυγής.
Εμπρός, με μια ψυχή, μας περιμένει η γη.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις