Η θνητή γυναίκα, ξεγελά τον θεατή και τον καλεί να ρισκάρει…
Η Ειρήνη Κοκκορού, κοινωνική λειτουργός, γράφει για τον πίνακα του Κώστα Αργύρη, «Μεσόγειος» (1994, λάδι σε μουσαμά, 32 x 23,5 εκ.), έργο της έκθεσης «Η γενιά του ’80-Σύγχρονη ελληνική ζωγραφική από τη Συλλογή Σωτήρη Φέλιου» που φιλοξενείται στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη-Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης
«Τι αγώνας η φούχτα τούτη το χώμα! Ζυμώθηκε...γίνηκε λάσπη, γίνηκε άνθρωπος, πήρε τον ανήφορο, να φτάσει – που να φτάσει; Σκαρφάλωσε αγκομαχώντας το σκοτεινό όγκο του Θεού, άπλωνε τα χέρια, έψαχνε, έψαχνε και μάχουνταν να βρει το πρόσωπό του. Κι όταν, τα ολόστερνα ετούτα χρόνια, απελπισμένος πια, ένιωσε πως ο σκοτεινός αυτός όγκος δεν έχει πρόσωπο, τι καινούριος, όλο αναίδεια και τρόμο, αγώνας να πελεκήσει την ακατέργαστη κορφή και να της δώσει πρόσωπο - το πρόσωπό του. Μα τώρα το μεροκάματο τέλεψε, μαζεύω τα σύνεργά μου. Ας έρθουν άλλοι σβώλοι χώματα να συνεχίσουν τον αγώνα. Είμαστε, εμείς οι θνητοί, το τάγμα των αθανάτων, κόκκινο κοράλλι το αίμα μας, και κτίζουμε απάνω στην άβυσσο ένα νησί. Χτίζεται ο Θεός, έβαλα κι εγώ το δικό μου κόκκινο πετραδάκι, μια στάλα αίμα, να τον στερεώσω, να μη χαθεί, να με στερεώσει, να μη χαθώ». Τα λόγια αυτά του Νίκου Καζαντζάκη από την «Αναφορά στο Γκρέκο» ανακάλεσε μέσα μου αυτός ο πίνακας.
«Ένα νησί πάνω στην άβυσσο» ... «μια φούχτα χώμα» που «γίνηκε άνθρωπος», μια θνητή γυναίκα. Ευάλωτη μοιάζει, αποκαμωμένη από μια βαθιά προσωπική μάχη, όπου όλες οι μικρές νίκες ή οι ήττες της είναι αθέατες από τους άλλους. Μια μάχη που δίνουμε καθημερινά όλοι μας. Είτε έχουμε τη συνειδητότητα αυτής της διαπάλης του αγώνα μας είτε όχι.
Και οι δύο αυτές αναφορές - αφηγήσεις - του πίνακα του Κώστα Αργύρη και του πεζού του Νίκου Καζαντζάκη - λειτουργούν σε εμένα ως έκφραση του τι σημαίνει να είναι κανείς άνθρωπος. Όπου ακουμπώ για να παίρνω δύναμη, όπου γονατίζω με ευλάβεια, όπου στέκομαι σιωπηλή όλο σεβασμό. Στον αγώνα του ανθρώπου εναντίον της απειλής της μη ύπαρξης.
Παλεύουμε, ο καθένας με τον τρόπο του, αδέξιο ή μη, γόνιμο ή αυτοκαταστροφικό να διαφυλάξουμε τον εαυτό μας από την ανυπαρξία. Να παραμείνουμε «ζωντανοί», παλεύοντας με τη θνησιμότητα της επιθυμίας μας.
Απαιτεί πίστη το να επιμένουμε να αφουγκραζόμαστε τον παλμό της επιθυμίας για ζωή μέσα μας. Να επιμένουμε να κοιτάζουμε και να βλέπουμε τον κόσμο με μάτια που διαφυλάττουν τη χάρη να απορούν και να θαυμάζουν. Να ψάχνουμε κάθε μέρα για θαύματα που ούτε που τα έχουμε υποψιαστεί. Να μπολιάζουμε το μέλλον με όρεξη για ζωή. Να ανακαλύπτουμε κάθε μέρα τον εαυτό μας, τους άλλους, τον κόσμο. Ξανά και ξανά, από την αρχή!
Η προοπτική του πίνακα: Ο ορίζοντας, η ένωση της θάλασσας με τον ουρανό σηματοδοτεί για μένα, τον ενδιάμεσο χώρο. Το ανάμεσα σε αυτό που μας παρουσιάζεται και σε αυτό που συλλαμβάνουμε μέσα μας. Εκεί, σε αυτόν τον μεταβατικό χώρο, ως μικροί Θεοί δημιουργούμε και διατηρούμε τους εαυτούς μας και τα αντικείμενα της αγάπης μας. Ο ορίζοντας ενσαρκώνει για εμένα το «μεταξύ». Την εσωτερική και εξωτερική μοιρασμένη πραγματικότητα. Αναπαριστά αυτή ακριβώς τη διαδικασία. Την κίνηση από το όνειρο στην πραγματικότητα. Από τα θέλω σε αυτά που μπορώ να έχω. Αυτή την πρωταρχική δημιουργικότητά μας, - όντας βρέφη - μέσω της οποίας γινόμαστε αυτό που είμαστε. Εκεί όπου συντελείται και εξελίσσεται η αυτοδημιουργία της προσωπικότητας μας.
Η θνητή γυναίκα μοιάζει να κατάγεται από αυτόν τον ορίζοντα. Είναι μοιρασμένη. Μισή γη. Μισή ουρανός. Φέρει ως φορτίο το σωματικό της βάρος. Η βαρύτητα του σώματός της σα να την κρατά αμετακίνητη, καθηλωμένη σε μια θέση. Πάνω στα δίχτυα που έπλεκε μια ζωή. Κι όμως! Παράδοξα, αυτή η θέση κατά τη δική μου ανάγνωση, είναι μια θέση ελπιδοφόρας αναμονής! Στέκεται στο μεταίχμιο. Έχει απεκδυθεί τα ρούχα του «πολιτισμένου ανθρώπου» που πασχίζει για σαφήνεια και προφανείς στόχους, όπου συνήθως είναι ασύμμετροι προς τα μέσα μας. Φαίνεται να έχει απαρνηθεί το κυνήγι μιας γνώσης ως προς το πού μπορούμε να φτάσουμε και τι μπορούμε να κατέχουμε. Το ύφασμα στο πόδι της είναι μια νύξη για το τι αφήνει πίσω της σε αυτό το μεταίχμιο που στέκεται. Το ίδιο χρώμα, άσπρο, του πανιού που ξεμακραίνει είναι για εμένα μια ακόμη νύξη της απουσίας και της απώλειας. Της θεμελιακής εμπειρίας της έλλειψης στη διαμόρφωση του εαυτού μας. Όλη η ανάπτυξη του εγώ, επιτυγχάνεται πάντα «εναντίον ενός βασικού υπόβαθρου απώλειας και απουσίας. Γινόμαστε αυτό που είμαστε μέσα από το πώς αντιμετωπίζουμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να έχουμε αυτό που θέλουμε ούτε να είμαστε αυτό που επιθυμούμε».
Δεν υπάρχει για τη γυναίκα κανένας περισπασμός. Είναι απορροφημένη στη φύση της, στο σώμα της. Αναδιπλωμένη μέσα της. Θυμίζει την Εύα τον παλιό εκείνο βιβλικό καιρό που πάσχιζε να αρθρώσει την επιθυμία της. Να κοινωνήσει τα περιπαθή συναισθήματά της.
Στέκεται θαρρεί κανείς αποκαμωμένη. Κρατώντας το άδειο κανάτι της. Θα έλεγα ότι το κανάτι αυτό ξεχείλιζε πριν λίγο από λέξεις που όμως, παρά τη ροή τους, δεν οδήγησαν στην ποθητή αυτοπραγμάτωσή της. Τώρα στέκεται εκεί αφημένη στο σώμα της. Τη μήτρα των λέξεών της. Ο πρώτος τρόπος που γνωρίζουμε τον κόσμο είναι αισθητηριακός. Μέσα από το σώμα μας, τον ψηλαφίζουμε, τον ιχνηλατούμε, τον αναγνωρίζουμε. Το σώμα λοιπόν είναι η μήτρα των λέξεών μας. Παραιτημένη από τις λέξεις, που δεν εκπλήρωσαν τον σκοπό τους, περιμένει. Αφήνεται στην κατάσταση του να μην γνωρίζει. Δεν προσπαθεί πια σπασμωδικά να ξεφύγει από αυτήν. Φαίνεται να γνωρίζει πια πως χωρίς την απώλεια αυτού που νομίζαμε ότι ξέρουμε, - το πανάκι που ξεμακραίνει - η αλήθεια που δεν μπορούσαμε πριν να υποψιαστούμε, δεν μπορεί να γίνει ορατή.
Η θνητή γυναίκα, ξεγελά τον θεατή. Μοιάζει ευάλωτη, αφημένη. Κι όμως, «η δημιουργικότητα αν μπορεί να οριστεί ως η ανακάλυψη αυτού για το οποίο δεν γνωρίζαμε ότι ψάχνουμε, ή ως η δημιουργία κάποιου πράγματος που μέχρι πριν λίγο δεν φανταζόμασταν καν, απαιτεί ένα τέτοιο ιδιαίτερο είδος ευαλωτότητας. Το να είμαστε ανοιχτοί στο σοκ της δημιουργικής ανακάλυψης σημαίνει να βάζουμε τους εαυτούς μας σε ρίσκο και να είμαστε έτοιμοι να παραιτηθούμε, χωρίς καμία βεβαιότητα για το μέλλον, από τρόπους να βλέπουμε, που μέχρι τώρα μας εξυπηρέτησαν καλά».
Δεν κοιτά τον άλλο που έχοντας γυρισμένη την πλάτη του απομακρύνεται μέσα στη θάλασσα. Δεν τον ακολουθεί. Δεν τον δελεάζει. Δεν κάνει καμία κίνηση να τον κρατήσει. Περιμένει σε μια κατάσταση μη δέσμευσης. Μια γνωστή περιγραφή αυτής της ενεργητικής κατάστασης αναμονής είναι η περιγραφή της μαθητείας της τοξοβολίας στην Ιαπωνία. Ο μαθητής μαθαίνει μετά από ένα χρόνο να τραβάει το τόξο, και προχωρεί στη μαθητεία να αφήσει το βέλος. Ο Γιαπωνέζος τοξοβόλος δάσκαλος, του επισημαίνει να παρατήσει την ιδέα ότι είναι αυτός που έκανε ό,τι έκανε. Όταν το τόξο είναι τελείως τραβηγμένο, αντί να το αφήσει, πρέπει να μην το αφήσει αλλά ούτε και να κρατιέται από αυτό. Σωματικά και ψυχολογικά αυτό κουράζει και απογοητεύει τους μαθητές. Όταν ρωτούν το δάσκαλό τους πώς να το κάνουν αυτό, αυτός απαντά: «Πρέπει να μάθεις να περιμένεις κατάλληλα».
Αν δεν περιμένουμε το χρόνο να τρέχει ενώ τίποτα δεν φαίνεται να συμβαίνει, δεν θα μάθουμε ποτέ τι σημαίνει το να μη συμβαίνει τίποτα. Και η ύπαρξη αυτή του κενού χώρου είναι απολύτως αναγκαία για να συμβεί κάτι. Κάτι που θα μας εκπλήξει και ως μικρό θαύμα, θα θρέψει την όρεξή μας για ζωή.
Η θνητή αυτή γυναίκα κατά τη δική μου ανάγνωση, μετά από μια βασανιστική διαπάλη, βρίσκεται επιτέλους ακριβώς στη θέση που θα της επιτρέψει να ακούσει τα «εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου»!
Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πεις πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά προς το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.
(Κ.Π.Καβάφης, 1911, Από το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον»)