Δημήτρης Κατσαφάνας (Εν καύμασι παιδείας)
Γράφει ο Αθαν. Στρίκος, μέλος της Ένωσης
Ποίος αλήθεια θα δυνηθή να κάμει καταγραφή, εδώ και ευρύτερα, της προσφοράς του Δημήτρη Κατσαφάνα; Και δεν εννοώ αυτής που το πρώτον επεχείρησε ο Μητροπολίτης μας, ασπίδα των ελπίδων στον ανεμοστρόβιλο των καιρών, την 10.4.2011 στον Ιερόν Ναόν του Οσίου Νίκωνος της πόλεώς μας. Που δίχως άλλο η τιμή εκείνη πύκνωνε την προσφοράν του ανδρός.
Όπως και η απονεμηθείσα την 7ην Δεκεμβρίου 2013 στο Πνευματικό Κέντρο της πόλεως τούτη τη φορά από την πολλά υποσχομένην νεοσύστατον Ένωσιν των Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας «Χείλων ο Λακεδαιμόνιος», εναύσμασι του οτρηρού προέδρου της Βασίλη Βλαχάκου και αποδοχής της προτάσεως όχι μόνον από το Διοικητικόν Συμβούλιον της Ενώσεως αλλά και σύσσωμης της Γενικής Συνελεύσεως.
Και τούτο από μόνο του μαρτυρεί. Κι ήσαν όλοι την 7.12.2013 στο Πνευματικό Κέντρο της πόλεως. Με πρώτον τον «παντός καιρού» Μητροπολίτης μας, κι ας μην το δέχεται. Κι οι άρχοντες της πόλεως και μαθηταί, ακουσματικοί και μη, και λαός αρίφνητος. Και μέσα σε κλίμα εξόχως συγκινητικόν απενεμήθησαν τα νενομισμένα.
Κι ο Πρόεδρος είπεν ότι ο τιμώμενος δεν συνταξιοδοτήθηκε ποτέ, ότι ήσκησε το σπουδαιότερο επάγγελμα όλων μας (μεγάλη λέξη το επάγγελμα. Άγγελμα πάνω στο άγγελμα δηλοί. Κι αν το φέρει η καλή τύχη γίνεται κι ευ-αγγελισμός), υπήρξε δηλ. και παρέμεινε σ’ όλη Του τη ζωή παν’ απ’ όλα Άνθρωπος.
Κι ο Δεσπότης μας με το: «προσωπικότητα που ομορφαίνει τον τόπο» κι ο Γιώργος Δημακόγιαννης με τα βιογραφικά και τ’ άλλα και η φιλόλογος Μεταξία Παπαποστόλου που ξέρει να μιλεί με γνώση και με τρόπο κι είναι όλη «δόσις αγαθή».
Ακόμα κι ο ίδιος ο Δημήτρης Κατσαφάνας με τον σοφόν όπως πάντα λόγον Του που ευχαρίστησε ως και ’κείνους «που κανείς δεν τους βλέπει και δεν τους ακούει» (πρό παντός αυτούς), άλλη μια φορά επεχείρησε με τον Λόγον, που είναι θεός και όλα τα μπορεί, να βάλει τάξη στο χάος. Στο φόβο ενός λαού του οποίου υπονομεύεται η εθνική του ταυτότης, και τόνισε πως ο λαός αυτός ζει μέσα μας απ’ τον Όμηρο ως τα σήμερα.
Όλα, όλα λέω κι όποιες τιμές και καταγραφές του έργου του Κατσαφάνα, όσες κι όσο πετυχεμένες, θα ’ναι πάντα μου φαίνεται λειψές.
Όσες λεπτομερείς αναφορές και πυκνωμένες της όλης προσφοράς του ανδρός τιμές, πάντα, μα πάντα θ’ αφήνουν πολλά απ’ έξω.
Μιλώ για ’κείνα τ’ άλλα τ’ ανιχνευτικά της ψυχής που νιώσαμε όλοι εμείς την 7.12.13 και δεν λέγονται, με λέξεις και καταγραφές. Για ’κείνο το χέρι του δασκάλου που κρατά και μετά, αφού ξεσκολίσουν, τους μαθητές του που δεν τους θυμάται απλώς (όχι οι μαθητές το δάσκαλο, αυτό είναι φυσιολογικό) αλλά τους παρακολουθεί προεκτείνοντας τα δικά του χέρια που φτάνουν κάθε μαθητή, όπου γης, και τον κλείνει στην αγκαλιά του σαν τα δικά του παιδιά.
Για κείνα που οσφρανθήκαμε όταν ο δάσκαλος αναμοχλεύει τις καρδιές των μαθητών που μένουν νεανικές κι ας είναι σήμερα πολλοί μεγάλης ηλικίας. Για ’κείνα που οι μαθητές, ακουσματικοί σαν τον Πυθαγόρα και μη, κορφολόγησαν απ’ το ταξείδι τους με το δάσκαλο ή κορφολογούν μέσα απ’ τα βιβλία του ώστε συμβαίνει εκείνο που λέμε ότι δάσκαλος και μαθητές γίνονται ένα.
Και τέλειωνε τη διδασκαλία ο δάσκαλος. Βάνει τελεία στο άρθρο Του στην «Ευθύνη». Ή στο κεφάλαιο στο βιβλίο του για την «τελευταία πράξη του Βυζαντινού Ελληνισμού». Και σαν σταματάς λές: Τί ωραία με ταξείδεψες δάσκαλε; και τον μαλώνεις που σταμάτησε. Κι απέ με τα λόγια του που τ’ ακούς ακόμα συνεχίζεις το ταξείδι… Αυτά λέω ποιά καταγραφή έργου θα δώσει;
Και δεν τον ενδιαφέρει το Δημήτρη Κατσαφάνα πόσα θα στιβάξει, αλλά με τη διδασκαλία του, τη ζωή του, το παράδειγμά του – εκείνο που σήμερα λείπει από τους ποικιλώνυμους ηγέτες και άρχοντες – έκαμε παιδείαν.
Που σημαίνει: Στήριζε την αρετή. Κι αρετή γι’ Αυτόν θα πει ελεύθερος άνθρωπος, ελεύθερος τρόπος ζωής διαμορφωμένος από Νόμους καλούς, που θέλουν καλή χρήση για να ζήσουμε με αγάπη και δικαιοσύνη όλοι κι όλα. Σ’ ομορφιά στη σχέση μας με τη ζωή. Αυτήν που θα σώσει τον κόσμο, όπως λέει ο Ντοστογιέφσκυ. Κι αυτά δεν καταγράφονται. Μόνο νιώθονται.
Τον άκουγα στην τηλεοπτική του εμφάνιση (και το είπα και του ιδιανού) και νόμιζα πως άκουγα, όπως παιδί, τους γέροντες φερμένους από την ξενητειά και τη μαστοριά που εδιηγούντο χίλια. Και τους θαύμαζα.
Τον άκουγα να μιλεί για το λιγνεμένο σκυλί του που τούριξε στην μαύρη κατοχή μια μπουκιά βελανίσιο ψωμί κι ο σκύλος δεν τόφαγε. Μόνο το μύρισε και κύτταξε σα νάλεγε: «Τί μου δίνεις;». Κι ακούγοντας νόμιζα πως άκουγα εκείνους τους γέροντες, πως άκουγα το Σωκράτη να φιλοσοφεί και να μιλεί για τη ζωή και τη διαλεκτική της που εισχωρεί πολύ βαθειά στα πράγματα και λέει: Αυτό που σήμερα συ θεωρείς επιτυχία αύριο θάναι καταστροφή. Και το αντίστροφο… Άκουσα κι αυτή Του τη διδασκαλία σαν Τον έβλεπα το βράδυ της 7.12.13 αγωνιζόμενον με το λόγο Του τάξη στο χάος και το φόβο να βάλει και να δώκει ελπίδα, και σκέφτηκα: Είχες την καλή τύχη (ευ-τυχία), διδάσκαλε, να απονεμηθή σε Σένα τον πανάξιον πανάξια το αριστείο. Μ’ όσες αντιξοότητες και με τον αγώνα Σου πρόλαβες τούτη τη στιγμή. Αξιώθηκες της μεγάλης τιμής. Αν όμως σήμερα ήσουν στη κορυφή της δράσης Σου μπορεί να κρατούσες στο ένα χέρι το χαρτί του αριστείου και στ’ άλλο της «διαθεσιμότητας». Και διέκρινα έναν πόνο στα λόγια Σου. Και δεν μπόρεσα ν’ αντέξω στη σκέψη πώς μπορεί Εσύ που αναλώθηκες στη φωτιά της Ελληνικής παιδείας και της αρετής να καλείσαι να ζήσεις το υπόλοιπο του βίου Σου με τις ενοχές του «μαζί τα φάγαμε» σε ντροπιασμένη πατρίδα. Και Σε είδα να τρέμεις σαν που κοχλάζει το βουνό όταν η γη ολόκληρη τρέμει. Κι είναι κι αυτά που, αδύνατο να καταγραφούν…
Τέτοια ήταν η βραδυά της 7ης Δεκεμβρίου στο Πνευματικό Κέντρο για τον Δημήτρη Κατσαφάνα, που οργάνωσε η Ένωση Πνευματικών Δημιουργών Λακωνίας. Βραδυά περισυλλογής. Όπως όλες της ζωής Του.
Σπάρτη 10 Δεκεμβρίου, Τρίτη, Ευγράφου μάρτυρος 2013