Γράφει η Ειρήνη Κοκκορού, κοινωνική λειτουργός

23 Ιουνίου, Πέμπτη βράδυ. Μια ξεχωριστή βραδιά στα πλαίσια της εβδομάδας παράλληλων εκδηλώσεων και προβολών για τη διάσωση του θερινού κινηματογράφου «Ρόδον». Έλαβε χώρα στη Σπάρτη από τις 20 και μέχρι τις 26 Ιουνίου, με την υποστήριξη της Κινηματογραφικής Λέσχης Σπάρτης «Ρόδον», της Φωτογραφικής Λέσχης Σπάρτης και της Κουμανταρείου Πινακοθήκης Σπάρτης.

Ήταν μια βραδιά που η φράση αυτή του Γιάννη Τριάντη την ιχνηλατεί μέσα μας, τώρα, μέρες μετά, καθώς καταλαγιάζουν οι εντυπώσεις.

Ναι! Καμμιά φορά αρκεί να μπολιάσεις με το «λίγο» την απαίτησή σου για μια πόλη που πιστεύεις πως σου αξίζει. Καμμιά φορά αρκεί, να το ταξιδέψεις αυτό το «λίγο» σε άλλα βλέμματα, σε άλλους λογισμούς. Επικοινωνώντας το ουσιαστικό ζητούμενο, αυτό το ακριβό «λίγο» μες στην επίπλαστη αφθονία των ημερών μας, καταδεικνύει κανείς το έλλειμα του «πολύ». «Πολύ της μόδας», «Πολύ του συρμού», «Πολύ της εποχής».

Μια ολόκληρη εβδομάδα. Βλέμματα που ταξίδεψαν στη μεγάλη οθόνη και στον ουρανό που την συναγωνιζόταν. Βήματα που ο ήχος τους στα χαλίκια της πλατείας του θερινού κινηματογράφου ακούγονταν σαν μια κάποια διαμαρτυρία, ένας συρτός ψίθυρος που ζητούσε να ορθωθεί και να ακουστεί επιτέλους.

23 Ιουνίου, έντεκα και μισή το βράδυ. Τέλος της προβολής της έξοχης ταινίας «Ο Βασιλιάς των Μασκών». Μουδιασμένες οι αισθήσεις των θεατών από την ευωδιά του αγιοκλήματος και του αρώματος από τα παλιά. Η μνήμη των παιδικών μας χρόνων, καθισμένη θαρρείς δίπλα μας, συνδαιτημόνας της τωρινής μας εμπειρίας, να μην μας αφήνει να συγκεντρωθούμε στην ταινία, μα γέρνοντας πάνω από τον ώμο μας, να ξετυλίγει την δική της ταινία «Σινεμά, ο παράδεισος» μεταφέροντάς μας στο τότε, στα χρόνια τα αλλοτινά, που ο θερινός κινηματογράφος ήταν ο κήπος με τα χίλια μύρια μαγικά μυστικά και τα κλειδιά για άλλους τόπους απελευθερωτικά ονειρικούς.

Τίτλοι του τέλους της ταινίας στη μεγάλη οθόνη μπροστά μας. Τίτλοι του τέλους μέσα μας, της σιωπηρής αποδοχής μας στην απραξία σε ό,τι έχει να κάνει τουλάχιστον με τον πολιτισμό. Οι καρέκλες αδειάζουν, οι θεατές, σαν να αφήνουν την παθητικότητά τους ως ξεχασμένο ρούχο στην καρέκλα που μένει κενή πίσω τους και ενεργητικοί πια κατευθύνονται προς την έξοδο. Η έξοδος του κινηματογράφου λες και σηματοδοτεί την από δω και πέρα έξοδο μας από τις διασκεδάσεις της ταχυφαγίας – πολυφαγίας. Την έξοδο προς την ψυχαγωγία με την έννοια της αγωγής της ψυχής. Την έξοδο από την παραίτηση και απαξίωση των αναγκών της ψυχής μας. Την έξοδο προς την απαίτηση του τι θεωρούμε σημαντικό να κρατηθεί όρθιο μες στον ορυμαγδό και την κατάρρευση του σαθρού οικονομικο-πολιτικού οικοδομήματος με την οποία μας απειλεί η «κρίση».

«Σήμερα, ένα θερινό σινεμά για την Σπάρτη του αύριο!» Το σύνθημα της προσπάθειας.
« Για ένα κομμάτι ουρανό!». Σκέφτομαι, καθώς βγαίνω από τον κινηματογράφο. Με αναμμένα τα φώτα του ουρανού πάνωθέ μας κι αναμμένα τα φώτα της πόλης ολόγυρα μας, να μας παραστέκουν θαρρρείς σε αυτή τη διαφορετική μας «έξοδο», ακολουθούμε το νήμα της μαγείας της μεγάλης οθόνης που άπλωσαν στην πόλη όσοι εμψύχωσαν και στήριξαν αυτή την προσπάθεια. Μας οδηγεί στην Πόρτα της Κουμανταρειου Πινακοθήκης.

«Προβολή της «βωβής» ταινίας «Τα φώτα της πόλης». Επενδύει μουσικά ο Κώστας Γιαξόγλου». Η λιτή σύσταση στο πρόγραμμα των εκδηλώσεων της μεταμεσονύκτιας αυτής προβολής και το εύρος αυτού που ζήσαμε στη διάρκειά της, επισημαίνει και πάλι περίτρανα πώς το «λίγο» εμπεριέχει το «πολύ». Όταν βέβαια είναι ουσιαστικό κι όχι κενόδοξο.

Περνώντας το κατώφλι της Πινακοθήκης, μεσάνυχτα μιας νύχτας του Ιουνίου, κερδίζαμε ήδη μια πρώτη, μικρή νίκη, εναντίον της μικρής οθόνης που σαγηνευτικά μας καλούσε με όπλο της τη δύναμη της συνήθειας να κλειστούμε και πάλι στα σπίτια μας και στους εαυτούς μας. Συλλογικά εκείνο το βράδυ επιμείναμε στο όνειρο. Οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες των Δημήτρη Τσεβά – Ιωάννη Ασημακόπουλου με τίτλο «Θερινά Σινεμά» που εκτίθενται έως τις 17 Ιουλίου στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη μάς καλωσόρισαν.

Μαγικός που ήταν ο χώρος στο ημίφως! Οι σκιές του, έπαιζαν με τις φωτοσκιάσεις των φωτογραφιών στους τοίχους. Επιδίδονταν ερήμην μας σε μια δική τους συνομιλία.

Η ορχήστρα αποτελείτο από τρία μέλη. Το μουσικό και δάσκαλο μουσικής Κώστα Γιαξόγλου στο πιάνο και τους μαθητές του στο Μουσικό Σχολείο Καλαμάτας, Αρίωνα Γυφτάκη στο κοντραμπάσσο και Σωτήρη Κάτσο στα ντραμς. Μια ακόμη ζωντανή μαγική φωτογραφία. Με τις φωτογραφίες της έκθεσης πίσω τους, μες στις σκιες που σκάρωνε ο προβολέας που έπαιζε το φως λες και ήταν το τέταρτο μέλος της ορχήστρας ! Σα να είχε ξεφύγει για λίγο από τις άλλες φωτογραφίες γύρω του, έτσι για να ξεμουδιάσει, να ανταμώσει το σήμερα, να του μηνύσει τα του χθες και να πάρει τα χαιρετίσματά του για το αύριο, λίγο πριν, το κλικ του φωτογράφου που καραδοκούσε, την περάσει μέσα από το κάδρο στον τόπο της μνήμης. Και σαν άρχισαν να παιζουν μουσική, άναψαν τα «φώτα της πόλης» μέσα μας!

Υπέροχο ταίριασμα της μουσικής με το ρυθμό και την ατμόσφαιρα της ταινίας! Μα το αξιοσημείωτο για τις ημέρες που διανύουμε, ήταν η συνομιλία του δασκάλου με τους μαθητές του. Μια μαγική συνομιλία που συντελείτο εκεί μπροστά στα μάτια μας χωρίς λόγια μα με τα βλέμματα και τις νότες, το έργο της συνδημιουργίας τους και προπαντός με την ευχαρίστησή τους που έτρεφε τη μουσική που παρήγαγαν και την επιθυμία τους να μοιραστούν αυτή τη δημιουργία πρώτα από όλα μεταξύ τους και έπειτα με όλους εμάς. Το «μέρος» που όταν είναι αυθεντικό με κίνητρα δημιουργικά μπολιάζει το «όλον» και του δίνει άλλη διάσταση. Στην εποχή της «κρίσης» που ζούμε, το να είναι μάρτυρας κανείς μιας τέτοιας συνομιλίας δασκάλου και διδασκόμενου είναι μια ευτυχής στιγμή. Γιατί μας δίνει το έναυσμα να επαναπροσδιορίσουμε την «κρίση» πέρα από το οικονομικό της πλαίσιο εκεί που πραγματικά έχει τις ρίζες της. Η επιλογή επίσης της προβολής μιας «βωβής ταινίας», και ειδικά του Σαρλό σε μια χρονική και κοινωνική συγκυρία που οι πάντες γύρω μας φυλλοροούν, φλυαρώντας ακατάσχετα χωρίς ουσία, είναι επίσης από μόνη της μια επιταγή, για το ποιό επιτέλους είναι το ζητούμενο των ημερών μας.

Βάλσαμο το καταστάλλαγμα μέσα μας, εκείνης της βραδιάς του Ιουνίου και γενικότερα των εκδηλώσεων για τη διάσωση του θερινού κινηματογράφου «Ρόδον». Βάλσαμο που δεν θα πρέπει όμως να απαλύνει απλά τον πόνο από τις πληγές στο σώμα της πόλης μας, που χρόνια τώρα κακοποιείται και ακρωτηριάζεται βάναυσα καθώς αποκόπτεται από το πολιτιστικό, και όχι μόνο, παρελθόν της, αλλά να μας δώσει δύναμη να συνεχίσουμε τις προσπάθεις για να διασώσουμε το αληθινό της, το γνήσιο πρόσωπό της.

Οι υπεύθυνοι αυτής της προσπάθειας στο δελτίο τύπου τους επισήμαιναν: «Γνωρίζουμε ότι θα υπάρξουν καλόπιστες (στις κακόπιστες δεν απαντάμε καν) ενστάσεις: “Μα η οικονομική συγκυρία.. .Δεν υπάρχουν χρήματα...κ.λ.π”. Αν περιμένουμε πότε οι συνθήκες θα είναι καλές, τότε μοιραίοι κι άβουλοι θα παρακολουθούμε να γκρεμίζονται τα πάντα και τίποτα δεν θα γίνει ποτέ. Εξ’ άλλου η ιστορία δείχνει ότι οι άνθρωποι, όχι μόνο όταν δεν είχαν οικονομική άνεση, αλλά και τότε ακόμη που δεν είχαν κατασκευάσει κατοικίες, όταν δηλαδή ζούσαν ακόμη ως πρωτόγονοι, είχαν ανάγκη την τέχνη, γι’ αυτό και ζωγράφιζαν στις σπηλιές».

Θα μεταφέρω την εμπνευσμένη σκέψη του Μάνου Χατζιδάκη που προασπίζει τη φωνή τους, επικαλούμενος την ποίηση. Τί υπέροχη χρονολογική σύμπτωση! Από το βάθος του χρόνου, του σώματος του αιώνιου καλοκαιριού, στις 24 Ιουνίου του 1979 έλεγε στην εκπομπή του, στο τρίτο πρόγραμμα: «Και θα τελειώσω μ’ ένα θαυμαστό ποίημα του Σαχτούρη που αποκαλύπτει τη μόνη αλήθεια μας , με τρόπο καθοριστικό:

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φρατζόλα ζεστό
ψωμί είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό
ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι
έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω
όμως και μια μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος κι αυτή
μ’ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε
κομμάτια γνήσιο ουρανό
κι όλοι τώρα τρέχαν σ’ αυτή, λίγοι πηγαίναν στο ψωμί,
όλοι τρέχανε στο μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό».

Ας μη το κρύβουμε
Διψάμε για ουρανό!

Διεκδικώντας ένα κομμάτι από αυτόν τον ουρανό, όσοι συμμετείχαν στην προσπάθεια να διασωθεί ο μόνος εναπομείνας θερινός κινηματογράφος της Σπάρτης, μας κέρασαν, ειδικά με την μεταμεσονύκτια προβολή της ταινίας «Τα φώτα της πόλης» στην Πινακοθήκη, επενδυμένη μουσικά από τον Κώστα Γιαξόγλου και τους μαθητές του, ένα κομμάτι ουρανού. Και είναι που εκείνο το έξοχο βράδυ του Ιουνίου, πιστέψαμε πως το αξίζουμε τέτοιο κέρασμα και πως μπορούμε, είμαστε ικανοί να το αναζητούμε, να το διεκδικούμε σπάζοντας τη συνωμοσία της σιωπής, ενάντια στις ασχήμιες που συμβαίνουν γύρω μας και αλλοτριώνουν την πόλη μας και μας τους ίδιους που είμαστε το σώμα της.