Γράφει η Νότα Δαγκούνα

Η χώρα μας βρίσκεται σε δεινή θέση οικονομικά, με ότι σημαίνει αυτό και με ότι κουβαλάει από πίσω του. Οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν πλέον τι θα τους ξημερώσει η επόμενη ημέρα και η ελπίδα για κάτι καλύτερο έχει πάει περίπατο προ πολλού.

Διαβάζουμε στις εφημερίδες , παρακολουθούμε από τις τηλεοράσεις και ακούμε από τα ραδιόφωνα για επί πλέον φορολογίες, για περαιτέρω κόψιμο μισθών και συντάξεων. Οι λέξεις ύφεση, χρεοκοπία, κούρεμα χρέους, εργασιακή εφεδρεία, πτώχευση, ασφάλιστρα κινδύνου και τόσες άλλες πρωτοεμφανισμένες στο λεξιλόγιο μας, χορεύουν εφιαλτικά στα αυτιά μας και ανεβάζουν την αγωνία μας και την απελπισία σε δυσθεώρητα ύψη. Και δεν είναι λίγες αυτές οι παράξενες-παράλογες λέξεις.

Μια μόνο λέξη, απλή , λιτή, εύηχη (μια και περιέχει το λάμδα που προσδίδει λυρισμό) και στο κάτω-κάτω απαραίτητη για να δούμε φως στο τούνελ δεν ακούγεται πουθενά. Μια παράξενη και ιδιόρρυθμη Ομερτά , ένα νόμος σιωπής ακατανόητος έχει εξοστρακίσει από το λεξιλόγιο των αυτοαποκαλούμενων σωτήρων μας(ο θεός να τους κάνει) αυτή τη λέξη.
Δεν είναι άλλη από την λέξη ΔΟΥΛΕΙΑ.

Αν δεν δουλέψουμε όλοι μαζί, αν δεν παράξουμε έργο συστηματικό, αν δεν στρώσουμε κ….λο δεν πρόκειται να ξαναδούμε καλές ημέρες. Αν δεν ξαναστηλωθεί στα πόδια του ο ιδιωτικός τομέας με την ουσιαστική βοήθεια του Δημόσιου δεν πρόκειται να γίνει τίποτα. Πρέπει πια να εξαφανισθούν από το λεξιλόγιο των Δ.Υ. φράσεις όπως <λείπει ο αρμόδιος υπάλληλος>, <αφήστε την αίτηση και ελάτε την άλλη βδομάδα> και άλλα παρεμφερή.

Δουλειά, μια λέξη που μάλλον δεν γνωρίζει την έννοια της ο πρωθυπουργός και οι αδρά αμειβόμενοι εθνοπατέρες που τον περιστοιχίζουν. Γιατί άμα την γνώριζαν θα την χρησιμοποιούσαν.
Βέβαια υπάρχει και η εκδοχή να την ξέρουν (ακαδημαϊκά) αλλά να φοβούνται να την χρησιμοποιήσουν. Και γιατί δεν δούλεψαν ποτέ τους οι περισσότεροι (μόνο να μας δουλεύουν γνωρίζουν καλά), αλλά και γιατί δεν γνωρίζουν τη σημασία της λέξης εκείνοι που τους στηρίζουν με την ψήφο τους με αντάλλαγμα την αργομισθία. Το τελευταίο δε που θα ήθελαν είναι να χάσουν τα στηρίγματά τους. Στηρίγματα που θα τα χάσουν αν διαψευσθούν σε όσα τους έταξαν και τους αναγκάσουν να εργασθούν. Γιατί αν ήταν να εργασθούν δεν θα ζητούσαν θέση στο Δημόσιο.
Για να μην παρεξηγηθώ, σας διαβεβαιώνω πως δεν αναφέρομαι στους ικανούς, άξιους, εξυπηρετικούς, χρήσιμούς Δ.Υ. και δεν είναι λίγοι.

Για τους υπόλοιπους, σαν αυτόν που αναφέρεται στο έγγραφο που διέρρευσε από το πολιτικό γραφείο του Σουφλιά λέω. Το έγγραφο, για όσους δεν διαβάζουν την <Καθημερινή> έγραφε κάτω από το όνομα του ψηφοφόρου και μελλοντικού διορισμένου <δεν κάνει για τίποτα, βολέψτε τον κάπου>.
Όλες αυτές οι σκέψεις και ο προβληματισμός και τα συμπεράσματα τα αξιοποίησε το μυαλό μου ακούγοντας πριν λίγες μέρες την ιστορία της (ας την πούμε) Βαρβάρας.

Η Βαρβάρα λοιπόν έλαβε μέρος σε διαγωνισμό του ΑΣΕΠ (με τα προσόντα της και χωρίς λάδι) με επιτυχία περίπου τρία χρόνια πριν. Αρχές του χρόνου ήρθε ο περιβόητος διορισμός στον ευρύτερο λεγόμενο Δημόσιο Τομέα αφού είχε πάψει να ελπίζει.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν η Βαρβάρα εργάσθηκε σε μεγάλη ιδιωτική επιχείρηση και μάλιστα στην εξυπηρέτηση των πελατών. Εκεί έμαθε πως πρέπει να σέβεται, να υπολογίζει και να εξυπηρετεί τον πελάτη χωρίς χρονοτριβές και αναμονές κάτι που είναι κανόνας απαράβατος.

Σαν ανέλαβε τα νέα της καθήκοντα (κατά μια διαβολική σύμπτωση στην εξυπηρέτηση πελατών και πάλι) νόμισε, η ανόητη, πως έπρεπε να εξυπηρετεί τους φορολογούμενους και αυτό έκανε με την χαρά του πρωτάρη. Τι τόθελε και τόκανε αυτό το επαίσχυντο σφάλμα. Άκου εκεί να εξυπηρετηθεί ο πελάτης αυθημερόν, χωρίς ταλαιπωρία, χωρίς αγανάκτηση, νεύρα και χριστοπαναγίες; Να μην τον δούνε πάλι μετά από δυο-τρείς μέρες να του τεντώσουν τα νεύρα περισσότερο; Και πώς να δικαιολογήσουν από πάνω τους υπεράριθμους που δεν έχουν καμιά φορά καρέκλα να καθίσουν;

Αμέσως μόλις η Βαρβάρα εξυπηρέτησε αυθημερόν τον πρώτο ευτυχισμένο φορολογούμενο, που μάλλον θα απορεί ακόμα με την τύχη του, της επετέθη σύσσωμος ο όροφος(οι άλλοι όροφοι θα το μάθαιναν αργότερα και θα λάμβαναν τα μέτρα τους).
- Δεν ήρθες εσύ να μας χαλάσεις την πιάτσα της είπαν θυμωμένοι. Παίρνεις τη αίτηση, του λες του φορολογούμενου να ξανάρθει σε λίγες μέρες και βλέπουμε. Έτσι δουλεύουμε εμείς και κάτσε στα αυγά σου αν θέλεις να περάσουμε καλά.

Η Βαρβάρα ακόμη το φυσάει και δεν κρυώνει και βρίσκεται σε δύσκολη θέση γιατί ,τρομάρα της, έχει μάθει να δουλεύει. Οι συνάδελφοι την βλέπουν με μισό μάτι.
Η μικρή, πονεμένη ιστορία της Βαρβάρας και κάθε φιλότιμης Βαρβάρας μας διδάσκει πως στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σχοινί και τον διορισμένο αργόμισθο ψηφοφόρο δεν τον βάζουμε να εργασθεί.

Μας διδάσκει επίσης πως για την υπόθεση δουλειά τηρούμε σιγή ιχθύος μην και ταράξουμε τον καλοπληρωμένο ύπνο κάποιων ψηφοφόρων. Αν η Ελλάδα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού ποιος νοιάζεται να δουλέψει για να την ανασύρει και να την σώσει; Τα ψηφαλάκια νάρχονται μόνο μη και χαθούν οι καρέκλες και ότι κουβαλάνε πίσω τους.
Ο σοφός λαός μας που ποτέ δεν λαθεύει λέει πως "πίσω έχει η αχλάδα την ουρά".

ΥΓ. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή, πρόσφατη και συνέβη στη Σπάρτη .