Γράφει η Ειρήνη Κοκκορού, Κοινωνική Λειτουργός

Άραγε «κατοικούμε» την πόλη μας ή απλά διατρέχουμε τους δρόμους της;
Σκέψεις «δρόμου» που φωτογραφίζει η γραφή , στη θέα της έκθεσης φωτογραφιών δρόμου «Αθήνα εντός» του Στέλιου Ευσταθόπουλου στη Κουμαντάρειο Πινακοθήκη Σπάρτης.

Η έκθεση φωτογραφίας με τον τίτλο «Αθήνα – εντός» , εγκαινιάστηκε στις 14 Ιανουαρίου στην Κουμαντάρειο Πινακοθήκη Σπάρτης – Παράρτημα της Εθνικής Πινακοθήκης και θα διαρκέσει μέχρι τις 11 Μαρτίου 2012.

«Πατέρα, ζωγράφισε πάνω μου τον κόσμο». Αυτός ο ελπιδοφόρος στίχος τραγουδιού των Ινδιάνων της Νότιας Ντακότα , ένας στίχος που ο συμβολισμός του,- η ζωγραφική αποτύπωση στο κορμί μας ,του βιώματος του κόσμου που μετέχουμε- λειτουργεί σαν μια ευχή και μια δημιουργική υπόσχεση, αναδύθηκε από τη μνήμη μου και σύρθηκε διαψευσμένος χωρώντας στο σχήμα των “τσακισμένων μορφών , των κουρασμένων σωμάτων” που αποτύπωσε με το φακό του ο Στέλιος Ευσταθόπουλος .

«Η τραχιά ποίηση της πόλης». Έτσι συστήνει τη φωτογραφική ματιά του Ευσταθόπουλου, ο επιμελητής της έκθεσης Ηρακλής Παπαιωάννου. Και είναι αλήθεια πως βλέποντας τις φωτογραφίες αυτές, η ματιά του θεατή , ,διατρέχει μόνο – παρά την ωμότητα της - την σκληρή πραγματικότητα που σφραγίζει το εξωτερικό σκηνικό μα και το εσωτερικό τοπίο των μικρών καθημερινών ηρώων που αποθανατίζονται σε αυτές .Τη ματιά τελικά δεσμεύει η καλά κρυμμένη ποίηση , ο αποσυρμένος λυρισμός που διαφαίνεται στα βλέμματα , στις χειρονομίες , ,δίνοντας κίνηση ακόμη, πνοή στα κουρασμένα περιφερόμενα κορμιά τους. Η ποίηση ,που παρά το στείρο γύρω της τοπίο έχει διαφυλλαχτεί , διαφαίνεται φωτογραφία τη φωτογραφία , ως επιτακτικό αίτημα που ζητά μάταια εκπλήρωση..Η φωτογραφική μαρτυρία αποσύρει αυτή την απαίτηση για εκπλήρωση -που τόσο εύστοχα εκφράζεται στον Ινδιάνικο στίχο- από τον Πατέρα –όπου Πατέρας =Αρχή , εξουσία, πολιτική ή και κοινωνική. Δεν ωφελεί να περιμένουμε πια από κανένα Πατέρα . Κραυγάζει η ανάγκη να ζωγραφίσουμε εμείς οι ίδιοι τον κόσμο στο κορμί μας από την αρχή .Και κατ’ επέκταση στο σώμα της πόλης την οποία κατοικούμε και μας κατοικεί.

Ο Στέλιος Ευσταθόπουλος καρέ – καρέ λες και σκιτσάρει με τα σώματα των ανθρώπων που φωτογραφίζει, τον σκληρό μικρόκοσμο της πόλης που κινούνται. Φωτογραφίες δρόμου, άνθρωποι καθημερινοί ,διαβάτες του κέντρου της Αθήνας , σπαράγματα του συλλογικού, κουβαλητές θαρρείς του μικρόκοσμου της πόλης τους., γονατίζουν από το βάρος της, πάνω στους βρώμικους δρόμους της , ως σύγχρονοι εσταυρωμένοι .

Ζούμε σε ένα κόσμο όπου η οπτική εικόνα κατακλύζει τα πάντα , μέσω της τηλεόρασης , των βίντεο παιχνιδιών, των ιλουστρασιόν περιοδικών , των γρήγορων κι εύκολων φωτογραφιών που τραβιούνται πια και μέσω των κινητώντηλεφώνων..Αλλοτριωμένοι από την φαντασμαγορία της πανταχού έγχρωμης , πρόχειρης εικόνας, η επιλογή του ασπρόμαυρου στις φωτογραφίες του Ευσταθόπουλου , μας βάζει σε μια διαδικασία αποθεραπείας, απεξάρτησης μας, από το χαρμόσυνο πολύχρωμο ψεύδος της κατασκευασμένης, ωραιοποιημένης εικόνας του κόσμου μας.

« Η επιλογή του ασπρόμαυρου αφαιρεί τη ζωηράδα του χρώματος προσγειώνοντας κάθε σκηνή στο μέτρο της πεζής καθημερινότητας {...} Σε μερικές περιπτώσεις οι μαύροι τόνοι και οι βαθιές σκιές σκουραίνουν δυσοίωνα το οπτικό πεδίο», επισημαίνει ο επιμελητήςτης έκθεσης Ηρακλής Παπαιωάννου
Οι σκιές στις φωτογραφίες σα να λειτουργούν ως οδοδείκτες της διαδρομής των καθημερινών οδοιπόρων της πόλης.. Σκιές που πληθαίνουν γύρω τους, μεγαλώνουν πίσω τους Η πόλη ρίχνει τη βαριά σκιά της ,επάνω τους.
Η δική μας πόλη, η Σπάρτη πως γέρνει επάνω μας; Ο νους λοξοδρομεί στους δικούς μας δρόμους.
« Σκιά. Το μονοπάτι της ζωής προχωρεί από την ανατολή προς τη δύση.Το παιδί περπατά με την πλάτη γυρισμένη στον ανατέλλοντα ήλιο. Παρά το μικρό του ύψος , το ακολουθεί μια τεράστια σκιά. Είναι το μέλλον του»
Με το μικρό παιδί ταυτίζω τη δική μας μικρή πόλη. Η αναφορά από το βιβλίο «Πόλεις- Μάσκες Κορμιά» του Μισέλ Τουρνιέ.

Πότε οχυρωθήκαμε πίσω από τις τεράστιες πολυκατοικίες που ρίζωσαν η μια μετά την άλλη σαν μανιτάρια στους πρόποδες θαρρείς του Ταυγετου και του Πάρνωνα. Που είμασταν εμείς, οι κάτοικοι της, όταν γινόταν αυτή η βλάσφημη στην αρμονία της ,καταστροφική σπορά. Η σκιά του τσιμέντου κάθε μέρα γέρνει πάνω μας προδικάζοντας το μέλλον αυτής της πόλης..Κι ακόμα επιμένουμε να διαφεύγουμε από την ευθύνη μας, καταφεύγοντας στην ανάμνηση της όμορφης πόλης που είχαμε κάποτε και χάσαμε .Τον τελευταίο καιρό ολοένα κι εμφανίζονται φωτογραφίες της πάλαι ποτέ Σπάρτης , τυπώνονται σε λευκώματα, ημερολόγια , βιβλία. Μια αναπόληση της πόλης νιάς. Σαν την νιότη που αναπολεί ο άνθρωπος καθώς γερνά..
Γερασμένοι πολίτες , κατάκοποι, μικραίνουμε κι ολοένα μικραίνουμε ενώ η σκιά της πόλης μεγαλώνει πίσω μας.
«Ο ήλιος κυλά προς τη δύση και η σκιά του ώριμου ανθρώπου ξαναγεννιέται και μεγαλώνει πίσω του. Τώρα μαζί με τα βήματα του σέρνει κι ένα βάρος από αναμνήσεις όλο και πιο βαρύ, και η σκιά όσων αγάπησε κι έχασε , ενώνεται με τη δική του. Κι εξάλλου περπατά όλο και πιο αργά , κι όσο το παρελθόν του μεγαλώνει, τόσο εκείνος μικραίνει».

Η έκθεση του Ευσταθόπουλου με τις βαριές σκιές μιας άλλης μεγάλης πόλης , μας επαναφέρει από την ρομαντική αναπόληση στο δια ταύτα σήμερα. Η «Αθήνα εντός» ξυπνά την Σπάρτη εντός μας. Και δεν μοιάζει καθόλου με την έξωθεν μαρτυρία της. Ίσως να είναι πια ο καιρός να αντιταχθούμε σε αυτή τη βαριά σκιά μας

Είχαμε τη μοναδική ευκαιρία , -την επομένη των εγκαινίων της έκθεσης -να γίνουμε κοινωνοί της φωτογραφικής δημιουργίας του Στέλιου Ευσταθόπουλου μέσα από την ξενάγηση που έκανε ο ίδιος στα έργα του. Όπως είπε, ξεκίνησε να φωτογραφίζει ,τηρώντας τους κανόνες της σωστής φωτογραφίας, προσέχοντας αναλογικά τους όγκους και τις φιγούρες. Η ανθρωπογεωγραφία όμως που συνάντησε η ματιά του – « Η απάνθρωπη σύγχρονη πόλη , με τη δομή τσιμεντένιου λαβύρινθου και την τυρβώδη χαοτική ατμόσφαιρα» κατά τον Παπαιωάννου - διαμόρφωσε ανάλογα , και τη γεωγραφία των φωτογραφιών του.

Φωτογραφίες που ισσορροπούν επικίνδυνα ανάμεσα στους ακίνητους όγκους και στις οδούς επικοινωνίας μεταξύ της πόλης και των ανθρώπων. Η ανισορροπία που τη γεννά καθημερινά ο σύγχρονος τρόπος ζωής , αντικατοπτρίζεται στις φωτογραφίες του Ευσταθόπουλου.

Καταφεύγω πάλι στον Μισέλ Τουρνιέ :« Στις πόλεις υπάρχουν δυο λειτουργίες: μια πρωτεύουσα( λειτουργία),, της κατοικίας , και μια δευτερεύουσα , της κυκλοφορίας. Σήμερα βλέπουμε παντού να περιφρονούν την κατοικία, να τη θυσιάζουν στην κυκλοφορία , με αποτέλεσμα οι πόλεις μας, χωρίς συντριβάνια, δέντρα , αγορές, για να είναι όσο το δυνατόν πιο «κυκλοφορήσιμες» , να έχουν καταντήσει ακατοίκητες».
Στα αλήθεια ,κατοικούμε τις πόλεις μας ή απλά κυκλοφορούμε σε αυτές;

.Φοβάμαι πως τις διασχίζουμε ως περαστικοί, ούτε καν ως διαβάτες. Οι εντυπώσεις και οι ασθήσεις μας από το γύρω μας περιβάλλον είναι ατροφικές. Κι αυτό γιατί σχεδόν κατά κανόνα και εμείς και τα παιδιά μας -όπως τα μαθαίνουμε- δεν βιώνουμε το δρόμο .Δεν τον περπατάμε . Τον διατρέχουμε με αυτοκίνητο , μεταφερόμενοι από το σχολείο – δουλειά στο σπίτι , στο φροντιστήριο, στο χώρο , διασκέδασης, κ.ο.κ. Αυτή η πρακτική δεν μπορεί παρά να έχει επίδραση στη συναίσθηση του χώρου και του χρόνου που καλλιεργούμε μέσα μας. Η κίνηση και ο αυτοπροσδιορισμός, η συναίσθηση και η σκέψη είναι στενά συνδεδεμένες μεταξύ τους. Η διαδρομή -προς κι από - πραγματοποιείται μέσω του συντομότερου δρόμου και του πιο εύκολου τρόπου της μεταφοράς με αυτοκίνητο , για να μη χαθεί πολύτιμος χρόνος όπως συνηθίζουμε να λέμε. Μα η σχέση με κάθε τι, ακόμη και με την πόλη μας για να καλλιεργηθεί έχει ζωτική ανάγκη τον πολύτιμο χρόνο. Χρόνο να την περπατήσουμε , να την κοιτάξουμε καλά βλέποντας τη, να μυρίσουμε κάθε ευωδιά κι αποφορά της, να ακούσουμε τη μουσική της να διακρίνουμε τις παραφωνίες της Να την ενσωματώσουμε. Στερώντας από τα παιδιά μας και από τους εαυτούς μας το περπάτημα στην πόλη , είναι σαν να στερούμαστε ευκαιρίες γνωριμίας, και δημιουργίας δεσμού με την πόλη. Βαδίζοντας, προσλαμβάνουμε με όλο μας το είναι , εντυπώσεις και αισθήσεις από το περιβάλλον.

Περπατώντας δημιουργούμε ευκαιρίες σύνδεσης με την πόλη μας , αναπτύσσοντας μια ολοζώντανη σχέση που ζητά και δίνει...Δυστυχώς ο σύγχρονος αγχωτικός τρόπος ζωής έχει ως αποτέλεσμα ,η ταχύτητα να αυξάνεται. Ο χώρος – πόλη –να διασχίζεται με το γρηγορότερο τρόπο Η συνειδητοποίηση του περιββάλλοντος χώρου είναι μάλλον επιπόλαιη γιατί προέχει η εκπλήρωση του στόχου Κι ο στόχος είναι η λειτουργική οργάνωση του χρόνου προς λειτουργικές οργανωμένες δραστηριότητες. που δεν έχουν σχέση όμως με τη σύνδεση μας με τη συλλογική μνήμη της πόλης μα με μια κατ΄εξακολούθηση ιδιώτευση Κι έτσι σιγά – σιγά αν και ζούμε μέσα της , αποξενωνόμαστε από την πόλη .

Ο Στέλιος Ευσταθόπουλος κατά την ξενάγηση στην έκθεση του, ανέφερε ότι έκανε άπειρα χιλιόμετρα , περπατώντας στο κέντρο της Αθήνας για να βγάλει αυτές τις φωτογραφίες. Έπρεπε να περπατήσει ατελείωτα μες στους δρόμους της για να βρεθεί την κατάλληλη στιγμή στο κατάλληλο μέρος και να πετύχει μια καλή φωτογραφία.«Ίσως θεωρείτε ότι η συγκεκριμένες φωτογραφίες είναι εύκολο να τις τραβήξει κανείς. Θα μπορούσα κι εγώ ,ίσως σκέφτεστε. Ναι! Συμφωνώ! Φτάνει να ήσασταν εκεί.». Λέγοντας αυτά, σα να επισήμανε την «παρουσία» του καθενός μας μέσα στην πόλη του. Αρκεί να είμαστε εδώ Παρόντες και διαθέσιμοι να ανασάνουμε, να κοινωνήσουμε , να διεκδικήσουμε την κάθε της στιγμή,την κάθε της σπιθαμή, την κάθε της πλατεία, το κάθε πάρκο, τον κάθε δρόμο, το κάθε Μουσείο. Είμαστε μέρος της. Κομμάτι στο όλον της. Κι αν λάβουμε σοβαρά την παρουσία μας μπορούμε να διεκδικήσουμε το καλύτερο γι αυτήν άρα για εμάς.Να προκαλέσουμε τη ποθητή συγκίνηση αυτής της συγκατοίκησης μας. Συγκίνηση με την έννοια της συν- κίνησης.Η πόλη δεν είναι κάτι στατικό. Είναι ολοζώντανη , αναπνέει, κινείται, μεταλάσσεται μέρα τη μέρα.Ας μη μένουμε άλλο θεατές , Ας μετέχουμε . Για να γίνει όμως αυτό .θα πρέπει να την κατοικήσουμε.Οι δρόμοι της , να γίνουν το σκηνικό της βόλτας μας .Να δώσουμε στα πάρκα και στις πλατείες πίσω το ρόλο τους. Να τα κατοικήσουμε ως τόπους ξεκούρασης, χαλάρωσης κι αναψυχής.Να διαβούμε τα κατώφλια των Μουσείων , κάνοντας τα προορισμό μας στις εξόδους μας για ψυχαγωγία με την ουσιαστική έννοια του όρου Είμαστε μέρος του πολιτισμού της πόλης Είμαστε άξιοι να δημιουργήσουμε πολιτισμό. Έχουμε πολύτιμη παρακαταθήκη . Προς τι η αυτοεξορία μας;

Η επιλογή του Στέλιου Ευσταθόπουλου να τραβήξει φωτογραφίες μόνο από το κέντρο της Αθήνας – στο τρίγωνο Ομόνοια- Σύνταγμα- Θησείο- οδηγεί σε ένα ακόμη κοινωνικό σχόλιο.
Κατά τον Ρολάν Μπαρτ «Οπως ταιριάζει στην ίδια τη δυτική μεταφυσική , για την οποία κάθε κέντρο είναι τόπος αληθείας, το κέντρο των πόλεων μας είναι πάντα γεμάτο: τόπος καθορισμένος, σ΄αυτόν συγκεντρώνονται και συμπυκνώνονται οι αξίες του πολιτισμού {....}πηγαίνω κέντρο σημαίνει συναντώ την κοινωνική «αλήθεια» , σημαίνει συμμετέχω στην υπέροχη πληρότητα της πραγματικότητας».

Ούτε ένα αχνό δείγμα αυτής της υπέροχης πληρότητας δεν συνάντησε ο φακός του φωτογράφου στους «τελετουργικούς» θα λέγαμε περιπάτους του, στο κέντρο της Αθήνας.
Εμείς άραγε οι κάτοικοι της Σπάρτης θα τη συναντούσαμε αυτή την πληρότητα αν αποφασίζαμε με οδηγό αυτή την αναφορά να αναγνώσουμε το κέντρο της πόλης μας. Είναι μια άλλη πρόκληση κι αυτή. Να δούμε το κέντρο της πόλης μας με άλλη ματιά. ψάχνοντας σημάδια της δικής μας κοινωνικής αλήθειας. Στα εκπαιδευτικά προγράμματα που θα λειτουργήσει η Πινακοθήκη κατά τη χρονική διάρκεια της έκθεσης αναφέρεται και σε φωτογραφίες δρόμου από ομάδες μαθητών με θέμα «Σπάρτη εντός». Τις αναμένουμε με ενδιαφέρον. Θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καθρέφτης μας.

Ο ίδιος ο φωτογράφος σημειώνει σε σημείωμα του στον κατάλογο της έκθεσης:« Η περιπλάνηση μέσα από τη φωτογραφική μηχανή αποκαλύπτει μια διαφορετική πραγματικότητα , που θα περνούσε απαρατήρητη , αν η φωτογραφία δεν κατάφερνε να την αιχμαλωτίσει και να μας παρασύρει σε ένα διαφορετικό δρόμο ερωτημάτων και στοχασμού».
Αν αναλογιστούμε, πως ζούμε μέρες όπου όλοι αγωνιζόμαστε να μην βουλιάξουμε καθώς επιπλέουμε σε μια βαλτώδη κοινωνική στασιμότητα , ο φωτογράφος ως ο από μηχανής Θεός επεμβαίνει σε αυτή τη αργή ροή της κοινωνικής πραγματικότητας. Με έναν παράδοξα μαγικό τρόπο, που μόνο η Τέχνη μπορεί να επιτύχει δεσμεύοντας τη στιγμή , ,αποκαθιστά τη σωτήρια ροή. Κάνει μια ηρωική έξοδο προς το φανταστικό, το ιδεατό. Κι ανοίγει μια δίοδο επικοινωνίας, προβληματισμού, αναθεώρησης κι διαλόγου. Ο Στέλιος Ευσταθόπουλος αποθανατίζοντας αυτά τα σπαράγματα των προσωπικών ιστοριών του δρόμου της Πόλης ,πετά θαρρείς το γάντι στους θεατές των φωτογραφιών .Η κάθε φωτογραφία θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πρόκληση να ξεπεράσουμε το βάρος της προσωπικής μας στιγμής και να αποτινάξουμε το ζυγό της κακοφορμισμένης κοινωνικής στιγμής που σήμερα ζούμε .Αυτή την ίδια πρόκληση που θέτει κι ο Εδουάρδο Γκαλεάνο στο βιβλίο του «Καθρέφτες – μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία»:
«...Ήμασταν τα πιο ευάλωτα ζώα της γης,{...} χωρίς νύχια, χωρίς μεγάλους κυνόδοντες , γρήγορα πόδια ή δυνατή όσφρηση.{...} Αναρωτιέται όμως κανείς:μήπως καταφέραμε να επιβιώσουμε , όταν η επιβίωση ήταν κάτι το ακατόρθωτο , επειδή μπορέσαμε να αμυνθούμε όλοι μαζί και να μοιραστούμε την τροφή μας; Η σημερινή ανθρωπότητα,η κοινωνία του σώζων εαυτόν σωθήτω και ο καθένας το δικό του, θα τα καταφέρει να διαρκέσει στον κόσμο παραπάνω από μονάχα μια στιγμή;»