Ώδινεν όρος, έτεκεν μυν
Γράφει η Νότα Δαγκούνα
Πολύς λόγος έγινε τις τελευταίες μέρες γύρω από το όνομα του μυστηριώδους εκείνου <πολιτικού> που έβγαλε , χωρίς να το δηλώσει, ένα ολάκερο εκατομμύριο, στο εξωτερικό και μάλιστα την δύσκολη εκείνη περίοδο που οι φωτισμένοι της κυβέρνησης, μας διαβεβαίωναν πως δεν έχουμε τίποτα να φοβηθούμε σε ότι αφορά τις καταθέσεις μας.
Κοντά μια εβδομάδα, όποια πέτρα να σήκωνες, όποιο κανάλι και να παρακολουθούσες, σε όποιο πηγαδάκι στο δρόμο και αν τύχαινες, δεν άκουες τίποτα άλλο παρά για το εκατομμύριο που μετανάστευσε, όπως περίπου πριν από μερικά χρόνια γινότανε ανάλογος ντόρος για το εκατομμύριο που έκοβε βόλτες και κατέληξε επώνυμα στα ταμεία μεγάλου (τότε) κόμματος. Με πόση ευκολία θα έκοβαν βόλτες τα εκατομμύρια δεν είχε περάσει ούτε από τα πλέον προχωρημένα όνειρα της νιότης μας.
Και να που ήρθε η στιγμή της αποκάλυψης και το πρώτο που ήρθε στο νου μου, ήταν το ρηθέν από τον μακρινό πρόγονο μας τον Λουκιανό, το πασίγνωστο «Ώδινεν όρος, έτεκεν μυν», δηλαδή κοιλοπονούσε το βουνό και γέννησε ποντίκι. Και αμέσως ο άτιμος ο νους μου έκανε το σεργιάνι του στο παρελθόν και έπεσε πάνω σε μια ιστορία η οποία, τηρουμένων των αναλογιών, δεν έχει σε τίποτα να ζηλέψει το σημερινό μπάχαλο.
Το γεγονός συνέβη κατά τα μέσα της δεκαετίας του ΄80, τα πρώτα χρόνια της επαγγελματικής μου διαδρομής.
Ύστερα από την ρητή διαβεβαίωση του πελάτη πως δεν χρωστάει ούτε δραχμή στην εφορία (ποιος μπετατζής έκανε φορολογική δήλωση εκείνα τα χρόνια;) βρίσκομαι στο Δημόσιο Ταμείο (η ΔΟΥ είναι μεταγενέστερη εκδοχή) για να πάρω μια φορολογική ενημερότητα για λογαριασμό του.
Κάνω την αίτηση στην αρμόδια υπάλληλο και περιμένω το χαρτί, το οποίο, εκείνη την εποχή, εκδίδετο την ίδια στιγμή. Δεν περνάνε παρά ελάχιστα λεπτά και η υπάλληλος με ενημερώνει πως δεν μπορεί να μου την χορηγήσει, την ενημερότητα, γιατί ο συγκεκριμένος πολίτης χρωστάει στο κράτος.
-Αν και ο ίδιος επιμένει πως δεν χρωστάει, πέστε μου ποιο είναι το ποσόν, και θα τον στείλω να το τακτοποιήσει, είπα και περίμενα την απάντηση για να επιστρέψω στο κατάστημα.
Ποτέ μου δεν φαντάστηκα πως η απάντηση σε αυτή την ερώτηση θα ήταν τόσο μεγάλης δυσκολίας. Η υπάλληλος έψαξε, κατέβασε ντοσιέ, ξεσκόνισε βιβλία, ανοιγόκλεισε συρτάρια, ντουλάπες χωρίς κάποιο αποτέλεσμα. Ύστερα ζήτησε την βοήθεια συναδέλφου της, αιρετού της σήμερον, και συνέχισαν το ψάξιμο μαζί.
Στην απορία μου, πως ήξεραν πως χρωστούσε ο Χριστιανός και δεν ήξεραν ταυτόχρονα τι χρωστούσε με κοίταξε η αρμόδια σαν τον Βούδα και απάντηση δεν πήρα. Και το ψάξιμο καλά κρατούσε.
Στην αρχή το διασκέδαζα, το νεαρό της ηλικίας γαρ. Από κάποια στιγμή και ύστερα άρχισα να νευριάζω, όχι μόνο γιατί δεν βρισκότανε το περιβόητο χρέος, αλλά και γιατί ο χρόνος μου δεν περίσσευε.
Χρειάστηκε να επιστρατευθεί και τρίτος υπάλληλος, μεγαλύτερος και άρα πιο έμπειρος. Και επί τέλους μισή ώρα αφότου ανακαλύφθηκε ή οφειλή, πιστοποιήθηκε και το ύψος της. Δύο ολόκληρες δραχμές. Ναι καλά διαβάζετε. Το χρέος του μπετατζή ήταν δυο δραχμές, χρέος από την εποχή που υπηρετούσε στον στρατό. Ήταν μάγειρας και από υπαιτιότητα του καταστράφηκε ένα καπάκι από μια κατσαρόλα. Χρεώσανε τον φουκαρά τον φαντάρο με την αξία του καπακιού, μόνο που τα χρέη του στρατού δεν τα ακολουθούν τόκοι και έτσι δεκαπέντε χρόνια αργότερα το δίφραγκο δεν είχε αυγατίσει. Μόνο που τώρα εκείνο το καπάκι είχε γίνει η αφορμή να ξεσκονιστούν όλα τα παλιά βιβλία του Δημόσιου Ταμείου.
Σαν πήρα στα χέρια μου το πολύτιμο πιστοποιητικό ξανάκανα την ίδια ερώτηση στην αρμόδια υπάλληλο.
-Πως βρήκατε ότι χρωστάει χωρίς να υπάρχει στο ίδιο βιβλίο το τι χρωστάει;
Με κοίταξε για 2-3 δευτερόλεπτα με το απροσδιόριστο βλέμμα της Τζοκόντα, και γύρισε στα χαρτιά της χωρίς να πει λέξει. Τι μπορούσε να απαντήσει άραγε;
Όπως και τότε έτσι και σήμερα έγινε πολλή φασαρία για το τίποτα ή για το ελάχιστο. Τότε, τη δεκαετία του ΄80 έγινε τρελό ψάξιμο, ανακατεύθηκε μια ολόκληρη υπηρεσία, γελοιοποιήθηκαν τόσοι υπάλληλοι για ένα δίφραγκο. Σήμερα είχαμε τρελό ψάξιμο όχι για ένα ποσό αλλά για τον κάτοχο του ποσού, γελοιοποιώντας για μια ακόμη φορά το παραπαίον κοινοβουλευτικό σύστημα.
Και στις δύο περιπτώσεις, «Ώδινεν όρος, έτεκεν μυν».