Νεκρά ψάρια στον Ευρώτα… Η απάντηση !
«Τα νεκρά ψάρια στον Ευρώτα είναι σύμπτωμα πολλαπλών «ασθενειών» του συστήματος. Αφορά τόσο την παραγωγή και την οικονομία, όσο και τον ελεγκτικό ρόλο του κράτους και των αρμόδιων για την προστασία του περιβάλλοντος υπηρεσιών του. Επιβάλλεται οι πολιτικές αρχές του τόπου -αλλά και οι παραγωγικοί φορείς και η ίδια η κοινωνία μας- να αρχίσουν άμεσα τη διαδικασία «θεραπείας» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Λάμπρος Μπούκλης στο Υπόμνημά του.
Στο κρίσιμο υπόμνημα υπογραμμίζουμε σημεία στα οποία πρέπει να δοθούν απαντήσεις από τους καθ’ ύλης αμόδιους στη Λακωνία.
[…] Γνωρίζουν οι αρχές της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης Πελοποννήσου (αλλά και του Δήμου Ευρώτα), τα αίτια της πρόσφατης οικολογικής καταστροφής στον Ευρώτα; Τι έχουν κάνει ώστε τουλάχιστον να βρουν ποιος ή ποιοι ευθύνονται για την καταστροφή;
[…] Η μεγάλη σημασία του Ευρώτα για την Ελληνική και παγκόσμια βιοποικιλότητα είναι εύλογη, αφού το ποτάμι φιλοξενεί 3 μοναδικά στον κόσμο είδη ψαριών (το Squalius keadicus που περιορίζεται αποκλειστικά στους ποταμούς Ευρώτα και Βασιλοπόταμο και είναι ένα από τα πλέον απειλούμενα ενδημικά ψάρια της Ελλάδας, το Pelasgus laconicus που απαντάται μόνο στους ποταμούς Ευρώτα και Βασιλοπόταμο και στις πηγές της Κάτω Ασέας και τέλος το Tropidophoxinellus spartiaticus που η κατανομή
του περιορίζεται σε ρέματα της Ν. Πελοποννήσου)ii.
[…] Η οριοθετημένη «προστατευόμενη» περιοχή παραμένει χωρίς Φορέα Διαχείρισης. Με απλά λόγια, δεν υπάρχει καμία θεσμοθετημένη αρχή που να νοιάζεται και να παρακολουθεί συνολικά για την περιβαλλοντική προστασία αλλά και για την περιβαλλοντικά βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Ο ορισμός της περιοχής ως προστατευόμενης αποτελεί έτσι κενό γράμμα.
[…] Παρότι η ανακοίνωση των τοπικών φορέων εστιάζει στα λύματα ελαιοτριβείων και άλλων ρυπογόνων μονάδων, είναι γνωστό ότι τα αστικά λύματα είναι άλλη μία πηγή ρύπανσης του Ευρώτα. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε Τεχνική Έκθεση του ερευνητικού προγράμματος LIFE-EnviFriendly που ολοκληρώθηκε το 2009, «σε ολόκληρη την λεκάνη απορροής [του Ευρώτα] λειτουργεί μια μονάδα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων (στη Σπάρτη). Το μεγαλύτερο ποσοστό των οικισμών της περιοχής εξυπηρετείται από βόθρους και σηπτικές δεξαμενές. Εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλης υποδομής για την υποδοχή των βοθρολυμάτων, η συνήθης πρακτική που ακολουθείται σήμερα είναι η ανεξέλεγκτη διάθεσή τους στον ποταμό Ευρώτα και σε ρέματα και παραποτάμους του, ακόμα και σε λακκούβες στην επιφάνεια του εδάφους
[…] Είναι γνωστό ότι από τα ελαιουργεία που λειτουργούν στο νομό Λακωνίας, τα 91 βρίσκονται μέσα στα όρια της λεκάνης απορροής του ποταμού Ευρώτα και ότι κάθε ελαιοτριβείο (φυγοκεντρικό τριών φάσεων, όπως είναι τα περισσότερα) παράγει περίπου 1.000 λίτρα υγρών λυμάτων (λιόζουμα, κατσίγαρο) ανά τόνο επεξεργάσιμου ελαιόκαρπουvi. Υγρά λύματα που έχουν υψηλό ρυπαντικό φορτίο λόγω των οργανικών ουσιών που περιέχουν και που είναι τοξικά για μερικούς οργανισμούς λόγω του υψηλού περιεχομένου τους σε φαινόλες και σε άλατα με υψηλή οξύτητα.
.
Tο Υπόμνημα της Οικολογικής Συμπολιτείας του Μοριά που υπογράφει ο Λάμπρος Μπούκλης αναφέρει:
«Τις τελευταίες ημέρες επανήλθε στην επιφάνεια το θέμα της ρύπανσης του Ευρώτα, με την επανεμφάνιση του “συνηθισμένου συμπτώματος”, της μαζικής θανάτωσης ψαριών του ποταμού.
Στην κατάσταση αυτή αντέδρασαν έντονα με ψήφισμά τους τα συμβούλια της Δημοτικής Κοινότητας Σκάλας και των Τοπικών Κοινοτήτων των παρόχθιων περιοχών του Ευρώτα του Δήμου Ευρώτα. Στο ψήφισμά τους, αποδίδουν τη μαζική θανάτωση ψαριών στη μόλυνση που προκλήθηκε από την ανεξέλεγκτη απόρριψη στο ποτάμι λυμάτων ελαιοτριβείων και άλλων ρυπογόνων μονάδων. Η απόρριψη αυτή σε συνδυασμό με τη χαμηλή για την εποχή ροή του ποταμού, αρκεί για να δημιουργηθούν συνθήκες καταστροφικές για τη ζωή του ποταμού.
Η κατάσταση αυτή αποτελεί έγκλημα κατά των φυσικών πόρων της περιοχής και ιδιαίτερα κατά της μοναδικής βιοποικιλότητας του Ευρώτα, οι εκβολές του οποίου αποτελούν περιοχή ενταγμένη στο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura 2000 ως Ειδική Ζώνη Διατήρησης των τύπων οικοτόπων και ειδών κοινοτικής σημασίαςi, ποταμό αναφοράς σε όλη την Πελοπόννησο.
Η μεγάλη σημασία του Ευρώτα για την Ελληνική και παγκόσμια βιοποικιλότητα είναι εύλογη, αφού το ποτάμι φιλοξενεί 3 μοναδικά στον κόσμο είδη ψαριών (το Squalius keadicus που περιορίζεται αποκλειστικά στους ποταμούς Ευρώτα και Βασιλοπόταμο και είναι ένα από τα πλέον απειλούμενα ενδημικά ψάρια της Ελλάδας, το Pelasgus laconicus που απαντάται μόνο στους ποταμούς Ευρώτα και Βασιλοπόταμο και στις πηγές της Κάτω Ασέας και τέλος το Tropidophoxinellus spartiaticus που η κατανομή
του περιορίζεται σε ρέματα της Ν. Πελοποννήσου).
Δυστυχώς, η πραγματική προστασία του Ευρώτα και των ποταμών της χώρας είναι σχεδόν ανύπαρκτη.
Παρότι έχουν προηγηθεί δεκαετίες συζητήσεων και συγχρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων σε σχέση με τα λύματα των ελαιοτριβείων. Παρότι έχουν περάσει 11 χρόνια από τη θέσπιση της Οδηγίας 2000/60 για την προστασία των υδάτων. Παρότι έχουμε χορτάσει από πολιτικές δηλώσεις ευαισθησίας για τη σημασία των ποταμιών και της βιοποικιλότητας της χώρας μας.
Γιατί είναι ευκολότερα τα λόγια από τη βούληση. Ταυτόχρονα, με την αναδιοργάνωση των κρατικών υπηρεσιών λόγω «Καλλικράτη», βρισκόμαστε σε ένα διάστημα όπου το περιβάλλον είναι απροστάτευτο.
Η παράταξη της Οικολογικής Συμπολιτείας του Μοριά και ο υπογράφων το παρόν Περιφερειακός της Σύμβουλος Λ. Μπούκλης, σε συνεργασία με τους Οικολόγους-Πράσινους Πελοποννήσου και ιδιαίτερα της Λακωνίας, θεωρούμε πως από την κατάσταση αυτή προκύπτουν πολλά ερωτήματα προς τις πολιτικές
αρχές :
Γνωρίζουν οι αρχές της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης Πελοποννήσου (αλλά και του Δήμου Ευρώτα), τα αίτια της πρόσφατης οικολογικής καταστροφής στον Ευρώτα; Τι έχουν κάνει ώστε τουλάχιστον να βρουν ποιος ή ποιοι ευθύνονται για την καταστροφή; Έχουν ξεκινήσει κάποια διαδικασία για να
αντιμετωπίσουν το θέμα;
Γνωρίζουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου (αλλά και των Δήμων από τους οποίους διέρχεται ο Ευρώτας), ποιες ακριβώς είναι και που είναι οι μονάδες και τα σημεία από τα οποία ρίχνονται απόβλητα στον Ευρώτα;
Γνωρίζουν ότι πρέπει να παρακολουθείται η ποιότητα των νερών του ποταμού και να διατηρείται σε «καλή κατάσταση»;
Για την προστασία των εκβολών του Ευρώτα.
Η οριοθετημένη «προστατευόμενη» περιοχή παραμένει χωρίς Φορέα Διαχείρισης. Με απλά λόγια, δεν υπάρχει καμία θεσμοθετημένη αρχή που να νοιάζεται και να παρακολουθεί συνολικά για την περιβαλλοντική προστασία αλλά και για την περιβαλλοντικά βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη της περιοχής. Ο ορισμός της περιοχής ως προστατευόμενης αποτελεί έτσι κενό γράμμα.
Τι σκοπεύουν λοιπόν να κάνουν οι αρχές της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης Πελοποννήσου (αλλά και του Δήμου Ευρώτα), ώστε να αποκτήσει η χαρακτηρισμένη ως προστατευόμενη περιοχή των εκβολών του Ευρώτα την πραγματική θεσμική θωράκιση που χρειάζεται;
Για την καταπολέμηση περιβαλλοντικών εγκλημάτων όπως η ανεξέλεγκτη και παράνομη απόρριψη λυμάτων στα ρέματα και τα ποτάμια. Ο Νόμος 1650/1986 προβλέπει τη σύσταση «με απόφαση νομάρχη» ειδικών Κλιμακίων Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος (Κ.Ε.Π.ΠΕ.) για τον έλεγχο τέτοιων περιβαλλοντικών παρανομιών, με δικαιοδοσία να διενεργούν αυτοψίες σε εγκαταστάσεις ή
δραστηριότητες ιδίως όταν πιθανολογείται ότι η λειτουργία τους υποβαθμίζει το περιβάλλον, να κάνουν τις απαραίτητες συστάσεις, έως και να εισηγούνται τις επιβλητέες κυρώσειςiii.
Στα Κ.Ε.Π.ΠΕ. μετέχουν στελέχη «της νομαρχίας» (τώρα της Π.Α.) και του Υπουργείου Περιβάλλοντος, ενώ μπορούν να μετέχουν και εκπρόσωποι του Δήμου στην περιοχή του οποίου γίνεται ο έλεγχος. Εξαιτίας των
διοικητικών αναδιαρθρώσεων που προέκυψαν με τον Καλλικράτη και τις εκτεταμένες μετατάξεις προσωπικού, είναι αμφίβολο εάν σήμερα λειτουργούν τα Κλιμάκια Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος, ακόμα και σε εκείνους τους Νομούς όπου είχαν όντως συγκροτηθεί και λειτουργούσαν στο παρελθόν.
Τι σκοπεύουν λοιπόν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου ώστε να συγκροτηθούν και να ενεργοποιηθούν σε κάθε Περιφερειακή Ενότητα τα Κλιμάκια Ελέγχου Ποιότητας Περιβάλλοντος για να έχουν οι πολίτες και η Αυτοδιοίκηση έναν πραγματικό ελεγκτικό μηχανισμό για την προστασία του
περιβάλλοντος στη διάθεσή τους;
Για τα αστικά λύματα. Παρότι η ανακοίνωση των τοπικών φορέων εστιάζει στα λύματα ελαιοτριβείων και άλλων ρυπογόνων μονάδων, είναι γνωστό ότι τα αστικά λύματα είναι άλλη μία πηγή ρύπανσης του Ευρώτα.
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται σε Τεχνική Έκθεση του ερευνητικού προγράμματος LIFE-EnviFriendly που ολοκληρώθηκε το 2009, «σε ολόκληρη την λεκάνη απορροής [του Ευρώτα] λειτουργεί μια μονάδα επεξεργασίας υγρών αποβλήτων (στη Σπάρτη). Το μεγαλύτερο ποσοστό των οικισμών της περιοχής εξυπηρετείται από βόθρους και σηπτικές δεξαμενές. Εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλης υποδομής για την υποδοχή των βοθρολυμάτων, η συνήθης πρακτική που ακολουθείται σήμερα είναι η ανεξέλεγκτη διάθεσή τους στον ποταμό Ευρώτα και σε ρέματα και παραποτάμους του, ακόμα και σε λακκούβες στην επιφάνεια του εδάφους. Η πρακτική αυτή οδηγεί σε σημαντική ρύπανση και ενίσχυση του φαινομένου του
ευτροφισμού»iv.
Τι σκοπεύουν λοιπόν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου ώστε να πάψει το έγκλημα της απόρριψης αστικών λυμάτων στον ποταμό Ευρώτα;
Για τα υγρά λύματα των ελαιοτριβείων. Είναι γνωστό ότι από τα ελαιουργεία που λειτουργούν στο νομό Λακωνίας, τα 91 βρίσκονται μέσα στα όρια της λεκάνης απορροής του ποταμού Ευρώτα και ότι κάθε ελαιοτριβείο (φυγοκεντρικό τριών φάσεων, όπως είναι τα περισσότερα) παράγει περίπου 1.000 λίτρα υγρών λυμάτων (λιόζουμα, κατσίγαρο) ανά τόνο επεξεργάσιμου ελαιόκαρπουvi. Υγρά λύματα που έχουν υψηλό ρυπαντικό φορτίο λόγω των οργανικών ουσιών που περιέχουν και που είναι τοξικά για μερικούς οργανισμούς λόγω του υψηλού περιεχομένου τους σε φαινόλες και σε άλατα με υψηλή οξύτητα.
Σύμφωνα με τις αρμόδιες υπηρεσίες «η συνηθισμένη πρακτική διάθεσης αυτών των λυμάτων στην περιοχή είναι η διάθεση με ή χωρίς επεξεργασία σε ρέματα και σε δεξαμενές εξατμισοδιαπνοής ενώ σε περιβαλλοντικά ευαίσθητες περιοχές ή όπου υπάρχουν παράπονα κατοίκων ακολουθείται συνδυασμός της δεξαμενής εξάτμισης και διάθεση του εναπομείναντος αποβλήτου σε υπεδάφια πεδία»viii. Με απλά
λόγια, είναι κανόνας και όχι εξαίρεση οι συνθήκες που οδηγούν σε τακτικές περιβαλλοντικές καταστροφές σαν την πρόσφατη στον Ευρώτα.
Παρά τις δεκαετίες συζητήσεων και προβληματισμού για τον τρόπο διαχείρισης των λυμάτων αυτών, το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο είναι ακόμα ασαφέςix. Μία από τις δυνατότητες που είχαν οι Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις ήταν η έκδοση Τοπικής Υγειονομικής Διάταξης, με τις υποχρεώσεις των υπεύθυνων λειτουργίας των ελαιοτριβείων και σε ότι αφορά τη διάθεση των αποβλήτωνx. Είναι όμως άγνωστο αφενός το αν υπάρχουν τέτοιες Υγειονομικές Διατάξεις σε ισχύ στη Λακωνία και τους άλλους Νομούς της Πελοποννήσου, και αφετέρου το αν έχουν κάποιο πραγματικό αντίκρισμα.
Τεχνικά υπάρχουν πολλές λύσεις για την αντιμετώπιση του προβλήματος της διαχείρισης των υγρών λυμάτων των ελαιοτριβείων. Συνήθως «κολλάνε» στο οικονομικό, γιατί πολλές από αυτές είναι τόσο ακριβές που στην πράξη σημαίνουν τον οικονομικό στραγγαλισμό των περισσότερων ελαιοτριβείων –
άλλωστε πρόκειται για εποχικές και μικρές συνήθως εγκαταστάσεις.
Μία από τις λύσεις που προτείνεται ως οικολογική και οικονομική από ορισμένους ειδικούς ερευνητές, είναι η μέθοδος της (υπό όρους και παρακολούθηση) ελεγχόμενης απευθείας εδαφικής διάθεσης των λυμάτων, καθώς και μια παραλλαγή της, η μέθοδος της εδαφικής διάθεσης μετά από εξουδετέρωση και
αποθήκευση.
Οι λύσεις αυτές έχουν υιοθετηθεί θεσμικά (με σχετικούς νόμους και οδηγίες) από όλες τις άλλες Ευρωπαϊκές Μεσογειακές χώρες, πλην της Ελλάδαςxi. Εδώ, έχουν μελετηθεί σε βάθος από ερευνητικά ινστιτούτα του ΕΘΙΑΓΕ, μεταξύ των οποίων και το Ινστιτούτο Ελαίας Καλαμάτας. Του οποίου όμως έχει ήδη
ανακοινωθεί η κατάργηση στο πλαίσιο της συγχώνευσης των ΕΘΙΑΓΕ-ΟΓΕΕΚΑ-ΟΠΕΓΕΠ στον ενιαίο «Εθνικό Οργανισμό Αγροτικής Έρευνας, Εκπαίδευσης
και Ποιότητας»xii, με ορατό αποτέλεσμα να μένει η Περιφέρεια Πελοποννήσου χωρίς γεωργικό ερευνητικό κέντρο αλλά και να κινδυνεύει να χαθεί όλη η τεχνογνωσία που διαθέτει η Περιφέρεια για τη διαχείριση των υπολειμμάτων ελαιοτριβείων.
Ποια συνολική πολιτική σκοπεύουν λοιπόν να ασκήσουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου στο θέμα της διαχείρισης των υγρών λυμάτων τω ελαιοτριβείων;
Τι σκοπεύουν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου ώστε να εκδοθούν και να ενεργοποιηθούν αποτελεσματικά Τοπικές Υγειονομικές Διατάξεις με τις υποχρεώσεις των υπεύθυνων λειτουργίας των ελαιοτριβείων και σε ότι αφορά τη διάθεση των αποβλήτων τους;
Τι σκοπεύουν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου ώστε να εκδοθεί οδηγία που να επιτρέπει (υπό όρους και έλεγχο) την ελεγχόμενη εδαφική διάθεση υγρών λυμάτων ελαιοτριβείων;
Τι σκοπεύουν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου, ώστε να διεκδικήσει και να εξασφαλίσει τη συνέχιση της λειτουργίας του Ινστιτούτου Ελαίας Καλαμάτας του ΕΘΙΑΓΕ -του μοναδικού γεωργικού ερευνητικού κέντρου της Περιφέρειας Πελοποννήσου- και να διασυνδεθεί και διαχυθεί το ερευνητικό του αντικείμενο στους αγρότες της Περιφέρειας;
Για τη διαχείριση και προστασία των υδάτων. 11 χρόνια μετά τη θέσπιση της Οδηγίας – πλαίσιο για τα νερά (Οδ. 2000/60) δεν έχουμε ακόμα Σχέδια Διαχείρισης των Λεκανών Απορροής, ούτε προγράμματα στόχων και μέτρων για την περιβαλλοντική προστασία των υδάτων, και πολύ περισσότερο, κανένα σύστημα παρακολούθησης όπως επιβάλει η οδηγία. Οι μελέτες που έχουν ανατεθεί ώστε να συνταχθούν τα Σχέδια Διαχείρισης απέχουν περισσότερο από 1 έτος από την ολοκλήρωσή τους. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο ζοφερή, από το σαθρό πλαίσιο οργάνωσης των σχετικών υπηρεσιών που δεν έχει καμία σχέση με τις πραγματικές ανάγκες, ενώ η εφαρμογή του Καλλικράτη ίσως χειροτέρεψε ακόμα περισσότερο την κατάσταση.
Γιατί οι αρμοδιότητες στη διαχείριση των υδάτων φαίνονται «στα χαρτιά» διασπασμένες και αλληλο-επικαλυπτόμενες μεταξύ της Αποκεντρωμένης Κεντρικής Διοίκησης και της Περιφερειακής Αυτοδιοίκησης . Όμως η σχετική νομοθεσίαxv δεν προέβλεπε θεσμικό ρόλο για τις Νομαρχιακές Αυτοδιοικήσεις στη διαχείριση των υδάτων και δεν έχει υπάρξει κάποια αλλαγή ώστε να προβλέπει θεσμικό ρόλο για τις Περιφερειακές Αυτοδιοικήσεις.
Τα πράγματα είναι εξίσου άσχημα σε ότι αφορά τη στελέχωση των σχετικών υπηρεσιών. Με τις Δ/νσεις Υδάτων των Α.Κ.Δ. να είναι υποστελεχωμένες, και με τον απαράδεκτο αποκλεισμό (στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της Π.Α. Πελοποννήσου) από τα Τμήματα Υδροοικονομίας της Π.Α. κάποιων από τα εμπειρότερα στελέχη της δημόσιας διοίκησης στο αντικείμενο αυτό, των Γεωπόνων που υπηρετούσαν στις Δ/νσεις Εγγείων Βελτιώσεων των Ν.Α. Παράδοξη εξέλιξη δεδομένου ότι τα στελέχη αυτά θεωρούνται ικανά να στελεχώσουν τις Δ/νσεις Υδάτων της Α.Κ.Δ. δεδομένου ότι η γεωργία-κτηνοτροφία είναι ο κυριότερος χρήστης των υδάτων αλλά και ο σημαντικότερος συμμέτοχος στα περιβαλλοντικά μέτρα προστασίας των υδάτων, όταν αυτά θα εφαρμοστούν.
Με απλά λόγια, η διαχείριση των υδάτων «κολυμπάει» ακόμα στα θολά νερά μπερδεμένων και αλληλο- επικαλυπτόμενων αρμοδιοτήτων, απουσίας εξουσιοδοτικών πράξεων που να «μοιράζουν» τις αρμοδιότητες, παντελούς έλλειψης ελεγκτικών μηχανισμών, τεράστιας απόστασης των αρμόδιων υπηρεσιών από τους χρήστες (αγρότες, γεωργοβιομηχανίες, κλπ), πλήρους αναρμοδιότητας των ΟΤΑ Α’ βαθμού, ανεπαρκούς ποιοτικά και ποσοτικά στελέχωσης των αρμόδιων υπηρεσιών…
Με αυτήν την κατάσταση, που αποδεικνύει περίτρανα την απουσία πραγματικής πολιτικής βούλησης για το κορυφαίο θέμα της προστασίας και διαχείρισης των επιφανειακών και υπόγειων υδάτων, είναι απορίας άξιο που δεν προκύπτουν συχνότερα οι καταστροφές σαν αυτή που είδαμε πρόσφατα στον Ευρώτα!
Τι σκοπεύουν λοιπόν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου (και του Δήμου Ευρώτα), ώστε να ξεκαθαριστούν οι αρμοδιότητες στη διαχείριση των υδάτων, να στελεχωθούν επαρκώς οι συναρμόδιες υπηρεσίες της Α.Κ.Δ. αλλά και να αποκτήσει η Τοπική Αυτοδιοίκηση πραγματικό θεσμικό ρόλο στο
θέμα;
Τι σκοπεύουν να κάνουν οι αρχές της Π.Α. Πελοποννήσου ώστε να στελεχωθούν οι αρμόδιες για τα νερά υπηρεσίες της, με το έμπειρο γεωτεχνικό προσωπικό που διαθέτει η Π.Α. στις τάξεις της; Σκοπεύουν να
τροποποιήσουν τον Οργανισμό της Π.Α. στην κατεύθυνση αυτή;
Τι σκοπεύουν να κάνουν οι αιρετές αρχές του τόπου ώστε οι νόμοι που υπάρχουν για τη διαχείριση των υδάτων να καταστούν πράξη και να υπάρξει επιτέλους πραγματική παρακολούθηση και προστασία της ποιότητας & ποσότητας των υδάτων; Να περιμένουμε νέα πρόστιμα ;
Εν κατακλείδι
Για εμάς η πρόσφατη οικολογική καταστροφή στον Ευρώτα με τη θανάτωση μεγάλου αριθμού ψαριών, είναι το αποτέλεσμα μιας συνολικής πολιτικής στάσης απέναντι στο περιβάλλον και την κατεύθυνση της οικονομικής ανάπτυξης.
Αποτέλεσμα μιας συνολικής πολιτικής στάσης που θεωρεί το περιβάλλον πάντα «τροφοδότη», διαφορετικά, άχρηστο. Που κατασπαταλά και καταστρέφει τους φυσικούς πόρους αδυνατώντας να κατανοήσει ότι σε αυτά στηρίζεται η ζωή και η οικονομία του τόπου και οι επόμενες γενιές. Που φοβάται να «σπάσει αυγά» παίρνοντας σωστές πολιτικές αποφάσεις και αντί αυτού προτιμά να πεθαίνουν ψάρια.
Όμως τα ποτάμια μας και τη ζωή τους, είναι ευθύνη μας να τα κληροδοτήσουμε στα παιδιά μας. Είναι ευθύνη των πολιτικών αρχών να προστατέψουν είδη όπως το ψαράκι S. keadicus που δεν υπάρχει πουθενά αλλού στον πλανήτη. Και είναι ευθύνη τους να αναδείξουν τη ζωή αυτή και να τη συνδέσουν με την οικονομική δραστηριότητα της περιοχής.
Η οικολογική καταστροφή ίσως να ξεχαστεί. Αν δεν επιλυθούν όμως το συντομότερο τα πολλά προβλήματα και οι ασυνέπειες που αναδείξαμε με το υπόμνημά μας αυτό, θεωρούμε –δυστυχώς– δεδομένο ότι τα ερχόμενα χρόνια, στα οποία αναμένεται αύξηση της ξηρασίας λόγω και της κλιματικής αλλαγής, θα ξαναζήσουμε πιθανόν χειρότερες καταστροφές μη αντιστρέψιμες.
Τα νεκρά ψάρια στον Ευρώτα είναι σύμπτωμα πολλαπλών «ασθενειών» του συστήματος. Αφορά τόσο την παραγωγή και την οικονομία, όσο και τον ελεγκτικό ρόλο του κράτους και των αρμόδιων για την προστασία του περιβάλλοντος υπηρεσιών του. Επιβάλλεται οι πολιτικές αρχές του τόπου -αλλά και οι παραγωγικοί φορείς και η ίδια η κοινωνία μας- να αρχίσουν άμεσα τη διαδικασία «θεραπείας».