Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος

Σήμερα στην εποχή των τεράτων, η διεθνής πολιτική παύει να είναι ανάλυση, στρατηγική ή ιδεολογική αντιπαράθεση και μετατρέπεται σε καθαρό θέατρο. Όχι μάλιστα υψηλής τέχνης, αλλά από εκείνα τα κακοκουρδισμένα κωμικά σκετς που προκαλούν πικρό γέλιο, επειδή αποκαλύπτουν γυμνό τον κυνισμό της εξουσίας. Η πρόσφατη αγωνία της Δανίας είναι μία τέτοια στιγμή. Τόσο καλοστημένη, που ούτε η πιο καυστική πολιτική σάτιρα δεν θα τολμούσε να τη συλλάβει.

Στα μέσα της περασμένης εβδομάδας, οι λεγόμενοι «πρόθυμοι» της Ευρώπης, εκείνοι που χρόνια τώρα εμφανίζονται έτοιμοι για καβγά με τη Ρωσία, εξέδωσαν μια δήλωση συμπαράστασης προς τη Δανία. Σε αντίθεση με τις συνήθεις επιθετικές κορόνες, η διατύπωση ήταν άχρωμη, προσεκτική, σχεδόν φοβισμένη. Και όχι τυχαία. Δεν απευθυνόταν στη Μόσχα. Απευθυνόταν στην Ουάσινγκτον. Στον Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν μια έμμεση ικεσία να «ξανασκεφτεί» το ζήτημα της Γροιλανδίας.

Εδώ ακριβώς αρχίζει η γεωπολιτική ειρωνεία.

Η Δανία, που το τελευταίο διάστημα είχε αναλάβει τον ρόλο του ευρωπαϊκού κήρυκα κατά της «ρωσικής απειλής», ανακαλύπτει ξαφνικά ότι ο σοβαρότερος κίνδυνος για την εδαφική της ακεραιότητα δεν έρχεται από τον Πούτιν, αλλά από τον μέχρι πρότινος στενότερο και ισχυρότερο σύμμαχό της. Από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από έναν πρόεδρο που ποτέ δεν έκρυψε ότι θεωρεί τη Γροιλανδία στρατηγικό λάφυρο και τη Δανία έναν απλώς ενοχλητικό ιδιοκτήτη.

Οι Δανοί, βέβαια, δεν είναι αφελείς. Είναι ένα ιδιαίτερο είδος Ευρωπαίων , Ευρωπαίοι πολυτελείας. Με το ένα πόδι μέσα στην Ένωση και το άλλο έξω. Συμμετοχή α λα καρτ, εξαιρέσεις, δημοψηφίσματα-τελεσίγραφα, ευρώ όχι, κοινή εξωτερική πολιτική μόνο όταν συμφέρει. Από τη δεκαετία του ’70 τελειοποίησαν την τέχνη του να μετατρέπουν το μικρό τους μέγεθος σε διαπραγματευτικό όπλο, αποσπώντας προνομιακή μεταχείριση δυσανάλογη της γεωπολιτικής τους ισχύος.

Οι Γερμανοί, άλλωστε, είχαν εκτιμήσει αυτό το είδος της παθητικής παράδοσης ήδη από το 1940 και άφησαν τη Δανία στην ησυχία της για μεγάλο διάστημα. Η χώρα δεν καταστράφηκε, όπως δεν είχε καταστραφεί ούτε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν τήρησε αυστηρή ουδετερότητα. Έτσι, στη νεότερη Ιστορία της, η Δανία φρόντισε συστηματικά να αποφεύγει τις μεγάλες συγκρούσεις, να ελαχιστοποιεί το κόστος των παγκόσμιων συρράξεων και να μετατρέπει τη γεωγραφική της θέση σε εμπορικό πλεονέκτημα.

Χωρίς πολεμικά ερείπια, χωρίς εμφύλιες διενέξεις και χωρίς χαμένες γενιές, προσανατολίστηκε στη ναυτιλία και στο παγκόσμιο εμπόριο, δημιούργησε κολοσσούς όπως η Maersk, ανέπτυξε ισχυρή φαρμακοβιομηχανία με αιχμή τη Novo Nordisk, αξιοποίησε υδρογονάνθρακες στη Βόρεια Θάλασσα, επένδυσε στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και ταυτόχρονα προστάτευσε την πρωτογενή της παραγωγή, δίνοντάς της σαφή εξαγωγικό προσανατολισμό. Το πραγματικό της πλεονέκτημα, όμως, δεν ήταν η καινοτομία ούτε κάποια ιστορική ανωτερότητα· ήταν η ικανότητα να αποφεύγει τους καβγάδες.

Μέχρι που αποφάσισε να τους αναζητήσει μόνη της.

Η πρωθυπουργός Μέτε Φρεντέρικσεν επένδυσε πολιτικά στον φόβο. Όχι σε έναν φόβο που γεννήθηκε από την Ιστορία της χώρας της, αλλά σε έναν φόβο εισαγόμενο. Έπεισε τους Δανούς ότι απειλούνται από μια ανύπαρκτη εισβολή και έσπευσε να στοιχηθεί στο κλαμπ των «προθύμων», μαζί με άλλους χρήσιμους ηλίθιους, απογειώνοντας με εμπρηστικές δηλώσεις το αφήγημα της ρωσικής απειλής. Φαινόταν πεπεισμένη ότι ο Πούτιν είχε βαλθεί να καταπιεί τη μικρή χώρα της. Γι’ αυτό και υποστήριζε ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν πρέπει να τελειώσει ποτέ· ότι ο Ζελένσκι οφείλει να χρηματοδοτείται και να εξοπλίζεται επ’ άπειρον, ώστε οι Ρώσοι να παραμένουν «απασχολημένοι» και να μην εισβάλλουν στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Ο συλλογισμός αυτός θα ήταν απλώς αστείος, αν δεν ήταν επικίνδυνος. Διότι για την ίδια τη Δανία δεν έχει κανένα ιστορικό έρεισμα. Οι βαλτικές χώρες ας υποθέσουμε ότι έχουν προηγούμενα με τους Ρώσους. Η Δανία, όμως, στη νεότερη Ιστορία της ουδέποτε έχει «ακουμπήσει» το ρωσικό έθνος. Τραυματική εμπειρία εδαφικού ακρωτηριασμού έχει πράγματι υποστεί, το 1864, στο Σλέσβιγκ-Χόλσταϊν. Όχι από τους Ρώσους, αλλά από τους Πρώσους. Τον επόμενο αιώνα γνώρισε και Κατοχή. Από τους Γερμανούς ναζί. Σοβιετικό άρμα μάχης οι Δανοί δεν έχουν δει παρά μόνο σε κινηματογραφικές ταινίες.

Κάπου εδώ αρχίζουν ο παραλογισμός και η γεωπολιτική ειρωνεία. Η πολιτική ηγεσία της Δανίας επένδυσε στον φόβο μιας ανύπαρκτης απειλής και υποτίμησε δραματικά τις βλέψεις ενός πανίσχυρου, υποτιθέμενου συμμάχου. Σήμερα η χώρα, αιφνιδιασμένη και τρομοκρατημένη, μυξοκλαίει και ζητά ευρωπαϊκή αλληλεγγύη.

Λυπάμαι, αλλά δεν θα συμμετάσχω στο δράμα της. Ούτε θα τη συμπονέσω. Και αν ήμουν Γροιλανδός, ίσως να προτιμούσα έναν κυνικό διαπραγματευτή με χρήματα στο τραπέζι από μια πολιτική ηγεσία που δεν κατάλαβε ποτέ ποια είναι η πραγματική απειλή για τη χώρα της.

Δεν συγκινούμαι.

Θυμάμαι τη στάση της Δανίας την περίοδο των Μνημονίων. Θυμάμαι τα μαθήματα δημοσιονομικής ηθικής από μια χώρα εκτός ευρώ. Θυμάμαι τον Πολ Τόμσεν και τη συμπεριφορά αποικιακού τοποτηρητή.

Σήμερα η Δανία πάρα την ισχνή γεωπολιτική της θέση και την αδιάφορη μέχρι σήμερα στάση της στα στρατιωτικά δρώμενα έχει τον γραμματεία του ΝΑΤΟ που ονειρεύεται να έχει ένα ακόμα μέλος του την Ουκρανία. πιθανά σύντομα μπορεί να αποχωρήσει η χώρα του.

Στη γεωπολιτική, όπως και στη ζωή, όποιος επενδύει σε αυταπάτες πληρώνει το τίμημα. Όποιος διαλέγει λάθος εχθρό, συνήθως τον βρίσκει μπροστά του με άλλο πρόσωπο.

Η Δανία έστρωσε το κρεβάτι της με φόβο και αλαζονεία.

Ας κοιμηθεί τώρα πάνω σ’ αυτό.

Όπως έστρωσε, ας κοιμηθεί.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr