Από το βιβλίο του Δημήτρη Κατσαφάνα: «Η Αττική Τραγωδία και Κωμωδία Θεατρική Παιδεία»
Για την αντιγραφή Παναγιώτης Ζηρίνης
Έκδόσεις ΙΔΙΟΜΟΡΦή, Σπάρτη 2013
β. Εκτός από την Μοίρα και την ακούσια αμαρτία, για την οποία ο άνθρωπος καθίσταται τραγικός, είναι και η αλαζονεία, η «ὕβρις», όπως είπαμε, του ανθρώπου που προκαλεί την τραγική συντριβή του. «Ο ηρωικός άνθρωπος, στηριζόμενος στην υπεράνθρωπη και τιτάνια δύναμη που νοιώθει μέσα του, αισθάνεται ότι ξεπερνάει τα όρια της ανθρώπινης φύσεως και γίνεται πολλές φορές υβριστής. Ο Προμηθέας τόλμησε να κλέψει το πυρ από τον ουρανό και να το φέρει στους ανθρώπους και τιμωρήθηκε στον Καύκασο δεσμώτης, όπου αετός κατέτρωγε το ήπαρ του». Ο Δίας, προσωποποιημένη δύναμη, είναι ο έφορος της ηθικής τάξης του κόσμου. Όργανά του οι Ερινύες, η Άτη, η Αρά, άτεγκτες δυνάμεις, που τιμωρούν τον άνθρωπο ο οποίος τόλμησε και διέπραξε «ὕβριν», που ξεπέρασε τα θεία και τα ανθρώπινα όρια. Είναι προσωποποιήσεις της θείας δικαιοσύνης, της θείας οργής. Λέξεις, όπως «χόλος», «θυμός», «μένος», «μῆνις», «κότος» είναι εκφράσεις της οργής, στην ανθρώπινη και θεία φύση της. Γιατί η οργή έχει άλλοτε τον χαρακτήρα του ανθρώπινου πάθους και άλλοτε έναν υψηλότερο, πνευματικό, θείο χαρακτήρα που, όταν διαχέεται στην ατμόσφαιρα της τραγωδίας, δημιουργεί την αίσθηση του υψηλού, του θαυμαστού. Το «πάθος» αυτό είναι το ιερό δέος, όπως είπε χαρακτηριστικά κάποτε ο Αλέξης Μινωτής.
γ. Τα πράγματα, η δράση, εξελίσσονται έτσι που ο «ήρωας» δεν μπορεί να τα προβλέψει, δεν τα προλαβαίνει. Μεταβάλλονται συχνά στο αντίθετό τους, «εἰς τὸ ἐναντίον». Οι μεταβολές αυτές, από την ευτυχία στη δυστυχία ή και το αντίθετο, είναι οι περιπέτειες στην τραγωδία, με τις οποίες συνδέονται τα πάθη, δηλαδή βιωμένες οδυνηρές εμπειρίες. «Πάθος», «πάθημα» και «πάθη» είναι οι συμφορές και τα ατυχήματα στη ζωή του ανθρώπου. Είναι ανθρώπινες καταστάσεις οδύνης, σύμφυτες με την ανθρώπινη φύση, η οποία παριστάνεται πάνω στη σκηνή. Τα «πάθη» στην τραγωδία έχουν πολύ παλιά προέλευση. Συνδέονται με τα πάθη του Διονύσου και συμβολίζουν τα πάθη της φύσης, την αντιθετική διαδοχή, την ανακύκληση των εποχών του έτους. Για την τραγωδία είναι από τα πιο ουσιαστικά στοιχεία. Τα δρώμενα στη σκηνή προκαλούν τον «έλεον», τη συμπάθεια, τον «οίκτο» του θεατή, τον «φόβον», την αποστροφή του.
Τα ισχυρά πάθη συγκρούονται με την ηθική συνείδηση, το κοινωνικά αποδεκτό. Αλλά ξυπνούν και τα ευγενή πάθη, η αφοσίωση, η αυτοθυσία, η φιλοπατρία, από τα οποία κινημένος ο ήρωας ενεργεί, πράττει και που, ενώ επιφέρουν τη φυσική καταστροφή του, τον ανυψώνουν στις συνειδήσεις των ανθρώπων στην περιοχή του μάρτυρα, του ηνιόχου ψυχών μέσα στην ιστορία. Κατά τη διαδρομή του έργου, τα «πάθη» καθαίρονται, καθαρίζουν, ανακουφίζουν την ψυχή, ψυχολογικά και ηθικά. Εξαγνίζονται με τη μαγεία της τέχνης έτσι που, έπειτα από το συγκλονισμό που ένιωσε ο θεατής από τα δρώμενα επί της σκηνής, διακατέχεται από ανώτερα συναισθήματα, χαίρεται εσωτερικά, ηθικά-ψυχολογικά, έχει μια ευχαρίστηση τόσο φυσιολογική, τόσο λειτουργική, όσο και η αναπνοή μας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που ειπώθηκε: Η σύγκρουση στην τραγωδία μοιάζει με τρικυμία ωκεανού που, ενώ υψώνει τεράστια κύματα, δείχνει συγχρόνως τα απύθμενα βάθη του.
Οι ήρωες λοιπόν στο Δράμα -αρχετυπικά σύμβολα του ανθρώπου- είναι τραγικοί για τα ισχυρά και έντονα πάθη τους, καθώς έρχονται σε αντίθεση με την ηθική συνείδηση, την κοινή γνώμη, τον ίδιο τον εαυτό τους, όπως π.χ. είναι ο ακατανίκητος και άνομος έρωτας της Φαίδρας, η φοβερή ζηλοτυπία και αντιφατικότητα του ανθρώπου που συντελεί στην τραγικότητά του. Ας το επαναλάβουμε: «Ο άνθρωπος από τη φύση του είναι ένα αντιφατικό ον, μια σύνθεση αντιθέσεων, αγαθού και κακού, ανώτερου και κατώτερου, διονυσιακού και απολλώνειου, ανθρώπινου και θείου, δυνάμεις που διαρκώς ανταγωνίζονται και παλεύουν μεταξύ τους για να κατακτήσουν τον άνθρωπο». Η πάλη αυτή περιγράφεται καθαρότερα στον Φάουστ του Γκαίτε. Ο άνθρωπος ποτέ δεν ησυχάζει. Από τη μια μεριά είναι η ελευθερία, η χαρά και η ομορφιά της ζωής και από την άλλη είναι το θαμπό φως, ο πόνος και η αθλιότητα. Θυμηθείτε το στίχο του Σολωμού από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και θα καταλάβετε καλύτερα τι θέλω να ειπώ εδώ: «Τα σπλάχνα μου κι η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν».
(Συνεχίζεται)