Γράφει η Τζένη Κονίδη*

Μέσα σε λίγες μόνο μέρες, η επικαιρότητα μάς έριξε πάλι από το συννεφάκι μας. Και όχι, δεν το λέω ειρωνικά. Πόσα παραδείγματα αδίστακτων, ανάλγητων ανθρώπων, ανθρώπων της διπλανής πόρτας, κατά το κοινώς λεγόμενο, και υπεράνω υποψίας, που είχαν ως μοναδικό σκοπό της ζωής τους το πάση θυσία κέρδος, πατώντας κυριολεκτικά επί πτωμάτων!!!

Αν και έχω κατηγορηθεί κατά καιρούς ότι ηθικολογώ στα άρθρα μου, λυπάμαι, αλλά δεν θα μπορέσω να σας ευχαριστήσω. Ούτε νομίζω ότι ήταν ποτέ στις επιδιώξεις μου να χαϊδέψω τα αυτιά κανενός. Λοιπόν, δεν με εκπλήσσει, το γεγονός ότι όλα γίνονται για τα λεφτά. Άλλωστε, από τότε με τα τριάκοντα αργύρια, αυτό το έχουμε συνηθίσει. Εκείνο που με προβληματίζει περισσότερο είναι το κοινό προφίλ των ανθρώπων που εμπλέκονται σε τέτοιες υποθέσεις. Και, χωρίς να θέλω να κάνω διακρίσεις και χωρίς ίχνος σεξισμού, αυτή τη φορά θα σταθώ κυρίως στις γυναίκες, μόνο και μόνο λόγω της φύσης τους.

Γυναίκες με στόχο ζωής την άψογη εξωτερική εμφάνιση και τη διατήρηση της νεότητας. Γυναίκες μητέρες, που θα περίμενε κανείς ότι θα γνώριζαν, έστω και μέσα από τη μητρική τους ιδιότητα, τα όρια που θέτει ο ανθρώπινος πόνος. Γιατί υπάρχουν όρια που δεν θα έπρεπε να παραβιάζονται ποτέ. Και ένα από αυτά είναι η εκμετάλλευση του πόνου ενός παιδιού που υποφέρει από ανίατη ασθένεια.

Ο μεγαλύτερος φόβος κάθε μάνας είναι μήπως πάθουν κάτι τα παιδιά της. Όλες χαμηλώνουμε το βλέμμα από αμηχανία όταν συναντούμε μητέρες που έχουν παιδιά τα οποία νοσηλεύονται. Όλες συγκλονιζόμαστε όταν ένα παιδί υποφέρει. Στο πρόσωπό του βλέπουμε το δικό μας παιδί. Κι αν μια μάνα χάσει το παιδί της, δεν ξέρουμε πώς να θρηνήσουμε μαζί της. Δεν μπορούμε να την κοιτάξουμε στα μάτια.

Πώς φτάσαμε, λοιπόν, στο σημείο κάποιος να τολμά να μπαίνει σε έναν χώρο στον οποίο υπάρχουν γονείς που μετρούν τα λεπτά δίπλα στα παιδιά τους εκλιπαρώντας για μια στιγμή ακόμα κοντά τους, που πεθαίνουν από αγωνία, που κρέμονται από τα χείλη των γιατρών, που βλέπουν την ελπίδα να σβήνει, και να προσποιείται ότι θέλει να βοηθήσει, ενώ στην πραγματικότητα επιδιώκει να κερδοσκοπήσει;

Ποιος μας έφτασε εδώ; Από πότε το νύχι, η βλεφαρίδα, το outfit, η selfie και η ινσταγκραμική φωτογραφία μπήκαν πάνω από την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια; Ποιος αποφάσισε ότι η ζωή ενός παιδιού αξίζει λιγότερο από μια επώνυμη τσάντα;

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η δική μας ευθύνη. Γιατί, υποκριτικά ίσως, αναρωτιέμαι, όταν γνωρίζω πολύ καλά ότι κι εμείς, ως γονείς, συμμετέχουμε στη διαμόρφωση αυτής της πραγματικότητας. Όταν προτιμούμε να προσφέρουμε ένα κινητό χιλίων ευρώ στο παιδί μας αντί για ένα ταξίδι, παπούτσια τριακοσίων ευρώ αντί για μια οικογενειακή έξοδο στο θέατρο, ένα πανάκριβο βιντεοπαιχνίδι αντί για μια εκδρομή στη φύση, έναν καφέ αντί για ένα βιβλίο.

Και δεν σημαίνει φυσικά ότι ένα κινητό, ένα ζευγάρι ακριβά παπούτσια ή μια όμορφη εμφάνιση είναι από μόνα τους κατακριτέα. Το ζήτημα αρχίζει όταν αυτά γίνονται μέτρο αξίας, όταν τα παιδιά μαθαίνουν να αξιολογούν τον εαυτό τους και τους άλλους με βάση όσα διαθέτουν και όσα επιδεικνύουν. Όταν, χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε, τους διδάσκουμε ότι η κοινωνική αποδοχή αγοράζεται και ότι ο θαυμασμός κερδίζεται με την επίδειξη.

Μόνοι μας, μάλλον, βγάζουμε τα μάτια μας. Εμείς διαμορφώνουμε μια πραγματικότητα στην οποία ο καταναλωτισμός αναγορεύεται σε υπέρτατη αξία και ο ανθρωπισμός περνά σε δεύτερη μοίρα.

Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ να μη βγούμε, να μη ντυθούμε, να μη φροντίσουμε την εμφάνισή μας. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι να φτάσουμε να αυτοπροσδιοριζόμαστε αποκλειστικά μέσα από αυτά. Να πιστεύουμε ότι αξίζουμε όσο αξίζει η τσάντα που κρατάμε, το αυτοκίνητο που οδηγούμε, το σπίτι που επιδεικνύουμε ή η φωτογραφία που συγκεντρώνει τα περισσότερα likes.

Γιατί, τελικά, δεν πρόκειται απλώς για κριτική στον καταναλωτισμό. Είναι ζήτημα πολιτισμού και ανθρώπινης ταυτότητας. Φτάσαμε στο σημείο να μην έχει σημασία τι είμαστε, αλλά πώς φαινόμαστε. Όχι τι δημιουργούμε, αλλά τι μπορούμε να επιδείξουμε. Όχι τι έχουμε να προσφέρουμε στους άλλους, αλλά πόσο εντυπωσιακοί μπορούμε να γίνουμε στα μάτια τους.

Και ίσως εδώ βρίσκεται η βαθύτερη παθογένεια της εποχής μας. Δεν είναι απλώς η επιθυμία για πλούτο - άλλωστε όσοι αγαπούν τον πλούτο δεν γίνονται όλοι εγκληματίες - αλλά η αγωνιώδης ανάγκη για κοινωνική αποδοχή, θαυμασμό και κύρος. Είναι η προσπάθεια να πείσουμε τους άλλους, αλλά κυρίως τον ίδιο μας τον εαυτό, ότι είμαστε σημαντικοί μέσα από την εικόνα που κατασκευάζουμε, χωρίς να υπολογίζουμε τίποτα πέρα από αυτό.

Να μην ξεχνάμε, όμως, πως η ανθρώπινη αξία δεν αγοράζεται και δεν επιδεικνύεται. Διαμορφώνεται αθόρυβα, με κόπο και χρόνο και αποδεικνύεται, κυρίως, όταν κανείς δεν μας κοιτάζει.

(*)Φιλόλογος

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
* Τα άρθρα δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr