Νομικός Λόγος: «Διευκόλυνση παράνομης διανομής αλλοδαπών – Έγκλημα και Τιμωρία άραγε ποιων;»

Γράφει ο Χρήστος Πλειώτας

Η Ελλάδα ήταν ανέκαθεν χώρα αποστολής μεταναστών. Οι Έλληνες γίνονταν μετανάστες. Δεν είχαμε μάθει να δεχόμαστε μετανάστες.

Εύλογα λοιπόν η ξαφνική και ανεξέλεγκτη εισροή οικονομικών μεταναστών και προσφύγων στην χώρα μας, προκάλεσε τόσο σε κυβερνήσεις όσο και σε πολίτες αμηχανία, φόβο, αγωνία…

Το αποτέλεσμα των ανωτέρω συναισθημάτων ήταν να έλθει το 1991 ο πρώτος νόμος αντιμετώπισης των μεταναστευτικών φαινομένων, ο αυστηρός και «αστυνομοκρατούμενος» Ν 1975/1991.

Δεύτερη νομοθετική παρέμβαση δέκα (10) χρόνια αργότερα ο Ν 2910/2001 με τον οποίο η τότε κυβέρνηση προσπάθησε να βελτιώσει τις αποτυχίες του πρώτου Νόμου.

Διότι βλέπετε ποτέ, όσο σκληρός κι αν είναι ένας νόμος, δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με ποινικές διατάξεις και διοικητικές κυρώσεις, φαινόμενα των καιρών, που αποτελούν παγκόσμια ζητήματα, όπως είναι η ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ.

Ακολούθησαν πολλές τροποποιήσεις και συμπληρώσεις του Ν 2910/2001 για την ρύθμιση ειδικών ζητημάτων και φθάσαμε στην δημιουργία μίας χαώδους από νομικής πλευράς καταστάσεως, εντελώς αποπροσανατολισμένης!!!

Δεν ξέραμε τι θέλαμε τελικά να πετύχουμε; Να τιμωρήσουμε τους μετανάστες και τους πρόσφυγες ή να βελτιώσουμε το καθεστώς που βίωναν στην χώρα μας; Να φυλακίσουμε τους Έλληνες που παρείχαν διευκόλυνση στην παράνομη διαμονή μεταναστών ή να τους προτρέψουμε να παρέχουν βοήθεια και στήριξη στο δράμα τους;

Δεν υπήρξε ποτέ ξεκάθαρος πολιτικός στόχος. Φθάσαμε έτσι στο τρίτο κατά σειρά και ισχύον έως σήμερα κεντρικό νομοθέτημα για την είσοδο, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια, τον Ν 3386/2005 με τον οποίο η Ελλάδα θέλησε να θέσει νέες βάσεις στην άσκηση μεταναστευτικής πολιτικής.

Δεν υπάρχει χώρος στον παρόν άρθρο για να θίξω την φιλοσοφία όλου του Νόμου. Θα σταθώ μόνο στο άρθρο 87 παρ. 6 αυτού το οποίο ποινικοποιεί δηλαδή τιμωρεί, όποιον διευκολύνει την παράνομη διαμονή υπηκόων τρίτης χώρας ή δυσχεραίνει τις έρευνες των αστυνομικών αρχών για τον εντοπισμό, σύλληψη και απέλασή τους. Αυτός τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 5000 ευρώ. Αν ο ανωτέρω ενήργησε εκ κερδοσκοπίας επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.00ο ευρώ.

Πριν σχολιάσω την ανωτέρω διάταξη και την πρακτική έως σήμερα εφαρμογή της, ήθελα να σταθώ στις λέξεις: «ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ» και «ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ».

Διότι μπορεί κάποιος να πει ότι η ανωτέρω διάταξη, διώκει μόνον Έλληνες που διευκόλυναν την παράνομη διαμονή οικονομικών μεταναστών και όχι προσφύγων.

«Πρόσφυγας» είναι αυτός που αναγκάζεται να εγκαταλείψει την πατρίδα του εξαιτίας πολιτικής, εθνικής, θρησκευτικής ή φυλετικής δίωξης ή επειδή ανήκει σε μία ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η οποία διώκεται στο κράτος του. Επίσης όποιος κινδυνεύει στην χώρα του λόγω πολέμου ή γενικευμένης βίας. Ο πρόσφυγας δικαιούται ασύλου και χρίζει διεθνούς προστασίας στην χώρα που καταφεύγει για να σωθεί. Προστατεύεται από την Συνθήκη της Γενεύης του 1951, από Διεθνείς Ευρωπαϊκές Συμφωνίες αλλά και από Εθνικούς νόμους. Ο πρόσφυγας δικαιούται ασύλου βάσει της αρχής της Οικουμενικής Διακήρυξης των δικαιωμάτων του ανθρώπου.

Κάποιοι βλέπουν την χορήγηση ασύλου σε πρόσφυγα μόνον ως πράξη φιλανθρωπίας και άλλοι ως ένα μόνο δείγμα καλής θέλησης του κράτους υποδοχής.

Δεν είναι όμως έτσι: Η χορήγηση πολιτικού ασύλου σε πρόσφυγες είναι υποχρέωση της χώρας που τους δέχεται, βάσει των Διεθνών συνθηκών που έχει υπογράψει. Και η Ελλάδα έχει υπογράψει όλες τις Ευρωπαϊκές και διεθνείς συνθήκες για την προστασία των προσφύγων.

«Μετανάστης» είναι ο υπήκοος τρίτης χώρας που εγκαταλείπει την χώρα του προς αναζήτηση εργασίας και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης σε άλλη χώρα, κυρίως λόγω περιβαλλοντικών συνθηκών ή συνθηκών απόλυτης φτώχειας στην πατρίδα του. Η διαφορά είναι ότι οι μετανάστες μπορούν να επιστρέψουν στις χώρες τους, γιατί δεν κινδυνεύει η ζωή τους αν και έχω μία ουσιώδη ένσταση επ’ αυτού: Όταν σε μία χώρα δεν υπάρχει τροφή και η φτώχεια είναι αδυσώπητη πως είναι δυνατόν να μην κινδυνεύει η ανθρώπινη ζωή που επαναπατρίζεται;

Δεν είναι εύκολο να εξακριβωθεί απ’ την πρώτη στιγμή, αν κάποιος που έρχεται στην χώρα υποδοχής (στην Ελλάδα εν προκειμένω) είναι πρόσφυγας ή οικονομικός μετανάστης, διότι όσοι έρχονται σπανίως φέρουν έγγραφα μαζί τους, δηλωτικά της ταυτότητάς τους. Συνεπώς το πολιτικό άσυλο θα πρέπει να δίδεται κατ’ αρχήν σ’ όλους έως ότου ελεγχθούν. Και η διευκόλυνση διαμονής τους από τους Έλληνες θα πρέπει σ’ όλους να παρέχεται γιατί ίδια δυστυχία βιώνουν.

Έρχομαι και πάλι στην διάταξη του άρθρου 87 παρ. 6 ν 3386/2005: Έως σήμερα απ’ το 2005 έχουν καταδικασθεί πολλοί Έλληνες που κατηγορήθηκαν ότι διευκόλυναν την παράνομη διαμονή υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελλάδα. Σας θυμίζω ότι από καιρού εις καιρόν η Ελληνική Αστυνομία συνήθιζε να κάνει επιχειρήσεις «σκούπα» σ’ όλη την Ελλάδα και όσον αφορά τα καθ’ ημάς, στην Σκάλα Λακωνίας και αλλού και να συλλαμβάνει αθρόως έλληνες πολίτες που φιλοξενούσαν αλλοδαπούς σε οικήματά τους, είτε με ενοίκιο, είτε χωρίς ενοίκιο.

Η εν συνεχεία εξέλιξη γνωστή: Ασκούνταν διώξεις, οι κατηγορούμενοι παραπέμπονταν με την αυτόφωρη διαδικασία στον Εισαγγελέα, γίνονταν δίκες και καταδικάζονταν σε πολύ υψηλές ποινές φυλάκισης, αλλά και χρηματικές και μάλιστα πολλές φορές άνευ ελαφρυντικών, ενώ από διοικητικής πλευράς τα πρόστιμα ήταν δυσβάστακτα και βεβαιώνονταν ως οφειλές υπέρ του δημοσίου.

Έχω ως Υπερασπιστής πολλών κατηγορουμένων για το εν λόγω ποινικό αδίκημα αρθρώσει επανειλημμένα αυτοτελή ισχυρισμό, ότι η δίωξη για παράβαση άρθρου 87 παρ. 6 Ν 3386/05 είναι αντισυνταγματική, συντασσόμενος απόλυτα με άλλους συναδέλφους αλλά και με την μερίδα της νομικής θεωρίας που υποστηρίζει την άποψη αυτή.

Έχω τονίσει ότι ακόμα και η ίδια η επιτροπή για τα δικαιώματα του ανθρώπου (παρατηρήσεις επί του νόμου 3386/2005) έχει προτείνει την εξάλειψη των διατάξεων του άρθρου 87 Ν 3386/05 που αφορούν την ποινικοποίηση συμπεριφοράς ελλήνων υπηκόων, οι οποίοι χωρίς να συνεργούν στην διάπραξη εγκλημάτων αναφορικά με την παράνομη είσοδο και διαμονή αλλοδαπών στην Ελλάδα, πολλώ δε μάλλον στην εμπορία ανθρώπων, διώκονται ότι υποβοηθούν παρανόμως διαμένοντες αλλοδαπούς (όπως λ.χ. ο υπεύθυνος ενός γραφείου ταξιδίων) παρά το γεγονός ότι η διάταξη αυτή που ισχύει ήδη από το 1975 και επαναλαμβάνεται σε όλα τα επόμενα νομοθετήματα είναι ευκαιριακά εφαρμόσιμη.

Διερωτώμαι: Πως είναι δυνατόν να τιμωρείται όποιος διευκολύνει την παράνομη διαμονή στην Ελλάδα υπηκόων τρίτης χώρας, όταν υπό τον ισχύοντα Ν 3386/2005 δεν τυποποιείται ως ποινικό αδίκημα – ούτε καν σε βαθμό πταίσματος – όπως προβλεπόταν στον Ν 1975/1991 η παράνομη παραμονή του ιδίου του υπηκόου τρίτης χώρας στην Ελλάδα;

Η παράνομη παραμονή του αλλοδαπού στην Ελλάδα τιμωρείται ως έγκλημα στιγμιαίο μόνο υπό την μορφή της παράνομης εισόδου του στην χώρα (άρθρο 83 Ν 3386/05) δηλαδή το έγκλημά του, συντελείται σε μία και μόνο χρονική στιγμή («εισέρχεται ή επιχειρεί να εισέλθει») παρά την μονιμότητα του προξενηθέντος αποτελέσματος (Γνωμ. Εισ. Πρωτ. Θεσ. 3261/1996 Δ. Δανιηϋιδης Υπερ 1997, 117). Δεν τιμωρείται σε κανένα άρθρο του Ν 3386/05 η παράνομη παραμονή στην Ελλάδα του αλλοδαπού που παρανόμως εισήλθε, όσα χρόνια κι αν παραμείνει παράνομα στην χώρα μας.

Τιμωρείται όμως – και εδώ είναι το νομικό κατ’ εμέ ευτράπελο – ο Έλληνας που διευκολύνει την παράνομη διαμονή του αλλοδαπού στην χώρα μας. Δηλαδή χωρίς να υπάρχει κύρια ΑΔΙΚΗ πράξη τυποποιείται ως έγκλημα μία καθαρά συμμετοχική πράξη (ή από Έλληνα διευκόλυνση της παράνομης διαμονής)!!!

Πέραν αυτού το συγκεκριμένο άρθρο δεν περιγράφει αξιόποινες πράξεις, αλλά αξιολογεί «γενικά» και «αφοριστικά» συμπεριφορές («όποιος διευκολύνει ή δυσχεραίνει») με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει κανείς πότε και σε ποια μορφή οι ενέργειές του εμπίπτουν στην αντικειμενική υπόσταση του συγκεκριμένου εγκλήματος, δηλαδή πότε και σε ποια μορφή υπάρχει αξιόποινη «διευκόλυνση»;

Έτσι όμως παραβιάζεται σαφώς το άρθρο 7 παρ. 1 του Συντάγματος «κανένα έγκλημα, καμία ποινή χωρίς νόμο» που ενυπάρχει πριν την τέλεση της πράξης και προσδιορίζει επακριβώς τα στοιχεία της, ώστε ο καθένας να γνωρίζει και να προβλέπει πότε μία συμπεριφορά του, εμπίπτει στο πεδίο της εφαρμογής της διάταξης.

Έτσι όπως έχει σήμερα η διάταξη του άρθρου 87 παρ. 6 Ν 3386/05 καθιστά ύποπτο και εν δυνάμει κατηγορούμενο τελέσεως του συγκεκριμένου αδικήματος, τον οποιονδήποτε, διότι στην γενική έννοια του όρου «διευκόλυνση», εμπεριέχονται όλα, δηλαδή εμπίπτει εδώ όχι μόνο ο εκμισθωτής καταλύματός του σε αλλοδαπούς, αλλά και αυτός που είναι ιδιοκτήτης καταλύματος που προσωρινά τους φιλοξενεί άνευ ενοικίου, για να μην κοιμηθούν στον δρόμο ή διότι εργάζονται στα χωράφια του, αλλά ακόμα και αυτός που από φιλανθρωπία τους παρέχει την δυνατότητα μιας απλής και μόνο διανυκτέρευσης σε κατάλυμά του, ακόμα και αυτός που χωρίς να το γνωρίζει πληροφορείται από την αστυνομία ότι στον αυλείο χώρο καταλύματός του, εν αγνοία του, βρέθηκαν αλλοδαποί χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα.

Σας πληροφορώ ότι έως σήμερα είναι τέτοια και τόση η καχυποψία των Δικαστικών αρχών που δικάζουν τέτοιες υποθέσεις – πλην σπανίων εξαιρέσεων – που «ματώνεις» για να αθωώσεις κατηγορούμενο του άρθρου 87 παρ. 6 Ν 3386/05.

Ερωτώ όμως μεταφορικά: Σήμερα που τα νησιά της χώρας έχουν γεμίσει πρόσφυγες και μετανάστες, γιατί δεν ενεργοποιείται το άρθρο 87 παρ. 6 Ν 3386/2005; Γιατί η κυβέρνηση προτρέπει έλληνες πολίτες να φιλοξενήσουν και γενικά να διευκολύνουν την παράνομη διαμονή αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών (οικονομικών μεταναστών ή προσφύγων) παρέχοντας τους όλα τα χρειώδη της ζωής (κατάλυμα, τροφή, ρουχισμό, θέρμανση), φθάνοντας η κυβέρνηση στο σημείο να εξαγγέλλει μέχρι και επιδότηση ενοικίου σε ιδιοκτήτες καταλυμάτων για να φιλοξενήσουν αλλοδαπούς υπηκόους που στερούνται νομιμοποιητικών εγγράφων;

Που πήγαν οι υποστηρικτές της συνταγματικότητας του άρθρου 87 παρ. 6 Ν 3386/05; Και που εξαφανίστηκαν οι επιχειρήσεις «σκούπα» της Ελληνικής αστυνομίας;

Είναι θλιβερό για ένα κράτος να λειτουργεί με δύο (2) μέτρα και δύο (2) σταθμά, όσον αφορά την αντιμετώπιση του ανθρώπινου δράματος, του πόνου και της τραγωδίας. Είναι δείγμα τουλάχιστον ευθυνοφοβίας και ακυβερνησίας να διώκεις τον ίδιο σου τον ανθρώπινο εαυτό με διατάξεις που κινούνται στα άκρα όρια της συνταγματικότητας και να τις αφορίζεις προσχηματικά μία άλλη χρονική στιγμή, όταν βλέπεις ότι ήταν τελικά άστοχες.

Το ελάχιστο που πρέπει να γίνει είναι να νομοθετηθεί άμεσα η κατάργηση του σημερινού άρθρου 87 παρ. 6 Ν 3386/05 και η αντικατάστασή του με άλλο άρθρο, που θα τιμωρεί ξεκάθαρα και μόνο αυτούς που εκμεταλλεύονται την ανθρώπινη δυστυχία των μεταναστών ή προσφύγων.

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr