Στη Δασκάλα μου

Γράφει η Ποτούλα Πασχαλίδη

Το θλιβερό άγγελμα ήρθε καθυστερημένα. Η κυρία Μάτα είχε πια αναχωρήσει για την γειτονιά των αγγέλων, την αιώνια κατοικία της. Ήρεμη και πλήρης ημερών.

Σαν κύλησε καυτό το δάκρυ του αποχαιρετισμού και αυλάκωσε το μάγουλο, η ψυχή αναζήτησε το άλμπουμ των σχολικών αναμνήσεων. Το βρήκε εκεί, στο πάνω ράφι, ξεχασμένο ,όχι όμως λησμονημένο. Ήταν καλυμμένο από τη σκόνη της δύσκολης διαδρομής της ζωής. Και οι φωτογραφίες, μακρινές και ασπρόμαυρες να μολογάνε μια ζωή που έφυγε αλλά άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της. Σαν γύρισε την πρώτη σελίδα του άλμπουμ, η πατίνα του χρόνου εξανεμίστηκε, τα χρώματα ζωήρεψαν, οι φωτογραφίες ζωντάνεψαν.

Μα, νάτο εκεί το κοριτσάκι με τις μακριές πλεξούδες, την μπλε ποδιά με τον κολλαριστό άσπρο γιακά και την λευκή κορδέλα στο κεφάλι. Κρατάει γερά το χέρι της μάνας και ανεβαίνουν τον λασπωμένο λόφο για να κατηφορίσουν στο Τρίτο Δημοτικό. Την αφήνει η μάνα στα άξια χέρια της Δασκάλας και ήσυχη αποχωρεί.

Μπαίνουν μαζί στην τάξη που είναι δίπλα από το γραφείο των δασκάλων. Η αίθουσα είναι μεγάλη, γκρίζα, με τζάμια που τρίζουν στο παραμικρό φύσημα του ανέμου. Τα θρανία μεγάλα ξύλινα και τα παιδιά να κάθονται τρία-τρία μαζί. Στο πλάι της έδρας, κοντά στον μαυροπίνακα, μια ξυλόσομπα για να ζεσταίνει τα παιδικά κορμιά τις κρύες μέρες του Χειμώνα.

Η Δασκάλα αγκαλιάζει το κοριτσάκι και η πορεία προς την γνώση ξεκινάει! Η μνήμη παλεύει να τα βάλει όλα σε μια σειρά. Δυσκολεύεται. Τι να πρωτοθυμηθεί;

Την μέρα που το χέρι της σταθερό και αποφασισμένο πήρε το τρυφερό χεράκι και με το κοντύλι έγραψαν στην πλάκα ένα ολοστρόγγυλο <<ο>>; Ήταν το πρώτο γραμματάκι, το πρώτο φωνήεν. Και την άλλη φορά, που κάτω από το <<ο>> την βοήθησε με τρυφερότητα αλλά σταθερά να τραβήξει μια ολόισια γραμμή και της έμαθε να γράφει το <<ρ>>; Και ξεκίνησαν τα σύμφωνα. Και μέρα με τη μέρα τα γράμματα γίνονταν περισσότερα μέχρι που όλη η Αλφαβήτα έγινε κτήμα της μικρής. Και η υπέροχη Δασκάλα εκεί δίπλα της να της κρατάει το χέρι και να την οδηγεί στο μονοπάτι της ζωής.

Ύστερα ήρθε η ώρα να της μάθει τους αριθμούς. Πάλι σκέπασε με το χέρι της το τρυφερό χεράκι και στο γνωστό πλέον <<ο>> τραβήξανε προς τα επάνω μια καμπύλη γραμμή. Ξεπρόβαλε το <<6>> και η χαρά της μικρής ανείπωτη.

Είχε αρχίσει δυνατά το ταξίδι στη θάλασσα της γνώσης με άξια καπετάνισσα στο τιμόνι. Μια καπετάνισσα ακούραστη, μεθοδική, με γνώσεις και πολλή αγάπη για τα παιδιά και το έργο που επιτελούσε. Μια μοναδική φιγούρα.

Τώρα που σκούπισε από το μάγουλο το δάκρυ, μπροστά της εμφανίστηκε ολοζώντανη η μορφή της Δασκάλας.

Ατόφια, χωρίς να την έχει ακουμπήσει ο χρόνος. Γλυκιά με ένα ζεστό χαμόγελο πάντα να στεφανώνει το πρόσωπο της. Πάντα περιποιημένη, με εκείνη την κομψή ασπρόμαυρη ζακέτα, τα καλοχτενισμένα μαύρα μαλλιά και τα κατακόκκινα χείλη. Αχ, αυτά τα κατακόκκινα χείλη. Στόλιζαν το πρόσωπο αλλά και τον χώρο σαν Μαγιάτικο τριαντάφυλλο και δίνανε χρώμα στο απέραντο γκρίζο που βασίλευε παντού και κάλυπτε τα πάντα.
-Αλήθεια πόσα παιδιά οδήγησε αυτή η υπέροχη γυναίκα στην ατραπό της γνώσης; Άραγε πενήντα; Μήπως εκατό; Ίσως χίλια; Πιο πολλά; Ποιος να ξέρει αναρωτιέται κανείς!
-Πολλά, πάρα πολλά, έρχεται η απάντηση.

Και τα οδήγησε σωστά. Τα οδήγησε σοφά. Τα οδήγησε δίνοντας τους γερές βάσεις. Ήταν εκείνη που τα έμαθε με αστείρευτη ο-ρ-εξη, το <<ο>>, το <<ρ>>, το <<έξη>>.

Ήταν η Δασκάλα τους. Ήταν η Δασκάλα μας. Ήταν η Δασκάλα μου.

Ήταν η «κυρία Μάτα Τριήρη».

Ας είναι ελαφρύ το χώμα της Αττικής γής που την σκέπασε.

ΘΑ ΣΕ ΘΥΜΟΜΑΣΤΕ ΠΑΝΤΑ ΚΥΡΙΑ!!!!!!

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr