Γράφει ο Χρήστος Πλειώτας*

Αν ο θεατής δικαιούται να έχει κριτικό λόγο, τόσο, όσο συναίσθημα αυθόρμητα απορρέει από την ανθρώπινη φύση του, τότε μου επιτρέπεται να εκφράσω την ικανοποίησή μου, για την θαυμάσια κινηματογραφική ταινία που σκηνοθέτησε ο Μανούσος Μανουσάκης με τίτλο: «ΟΥΖΕΡΙ ΤΣΙΤΣΑΝΗΣ».

Προβάλλεται την εβδομάδα αυτήν στον ζεστό κινηματογράφο της πόλης μας και αξίζει όλοι να την δούμε.

Ξετυλίγει με ευκολοκατάληπτο τρόπο αληθινές ιστορίες ζωής που σημάδεψαν την Ελλάδα κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μα το κυριότερο κατ’ εμέ, σηματοδοτεί «περπατησιές» πατριωτισμού, πολύτιμες για το σημερινό εξίσου δύσκολο παρόν της χώρας, που σύγχρονοι μαυραγορίτες και κουκουλοφόροι επιχειρούν να αμαυρώσουν…

Στα αξιοσημείωτα η βουρκωμένη «σιωπή» του θεατή από την αρχή της ταινίας έως το τέλος της, όταν η συγκίνηση απογειώνεται στο άκουσμα της φωνής του Τσιτσάνη να ερμηνεύει την συννεφιασμένη Κυριακή.

Στα επιτυχημένα της ταινίας, ο ευαίσθητος τρόπος που ο έρωτας, το υπέρτατο συναίσθημα ένωσης των ανθρώπων, βρίσκει διέξοδο και κορυφώνεται παρά την «χολέρα» και την καταχνιά που ενσπείρει στις ψυχές των ανθρώπων της εποχής, η βία, ο θάνατος, η κτηνωδία των κατακτητών.

Στα μεγάλα γράμματα ο συναρπαστικός τρόπος που όλοι οι χαρακτήρες του έργου, βρίσκουν χώρο έκφρασης στο «ΟΥΖΕΡΙ ΤΟΥ ΤΣΙΤΣΑΝΗ», εκεί που δοσίλογοι, χαφιέδες, φασίστες, κουκουλοφόροι μα και άνθρωποι, ταλέντα ανόθευτα, πατριώτες και αλτρουιστές συνυπάρχουν και σχεδιάζουν την επόμενη μέρα….

Στα επίκαιρα ο «αρραβώνας» των θρησκειών (Σιωνισμού – Χριστιανισμού) και η ανάδειξη των πανανθρώπινων αξιών του σεβασμού της θρησκευτικής ελευθερίας και του αλτρουισμού για την προστασία της ανθρώπινης ζωής.

Η γενιά των παππούδων μας έζησε την φρίκη της εποχής που διαπραγματεύεται το έργο, η γενιά των πατεράδων μας την προσπέρασε, η γενιά η δική μας την έμαθε μέσα από τα βιβλία, η γενιά των παιδιών μας όμως; Φοβάμαι ότι δεν έχει πιστέψει καν πως υπήρχαν γεγονότα ζωής, δράματα και κορυφαία συναισθήματα που βιώθηκαν την εποχή εκείνη και που η ταινία προβάλει.

Αισθάνομαι την ανάγκη να συγχαρώ τον σκηνοθέτη που δηλώνει Λάκωνας, διότι με την εν λόγω ταινία ουσιαστικά επανήλθε επιτυχημένα στον δικό του χώρο και δημιούργησε ένα έργο που θα καταγραφεί ως σημαντικό στο σύγχρονο πολιτιστικό στερέωμα του Ελληνικού κινηματογράφου.

Ας μου επιτραπεί ένα πικρόχολο σχόλιο για το οποίο έχω και εγώ μερίδιο ευθύνης: Για άλλη μία φορά επιβραβεύεται η παροιμία ότι «ουδείς προφήτης αγιάζει στον τόπο του…».

Ο τόπος μας όμως έχει άξια πρόσωπα σε δυναμικούς φορείς (Δήμο, Περιφέρεια) που θα μπορούσαν να επιδοτήσουν το εισιτήριο, ώστε όλοι οι μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης να δουν το έργο.

Θα είναι η ελάχιστη έμπρακτη υποστήριξη σε μία δημιουργία της τέχνης, με ευρύτερες εκπαιδευτικές προεκτάσεις.

*Δικηγόρος

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr