Γράφει ο Παναγιώτης Κουμουνδούρος*

Η ελληνική εκπαίδευση έχει τα προβλήματα της ο κατάλογος είναι μακρύς. Υπάρχουν μεγάλες εκκρεμότητες, προφανώς δεν μπορούν με μιας να λυθούν, χρειάζεται ιεράρχηση προτεραιοτήτων. Σε αυτή την ιεράρχηση δεν μπορεί να προταχθεί η «αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου ή της σχολικής μονάδας». Γιατί όταν το δημόσιο σχολείο λόγω της ασκούμενης πολιτικής από το Υπουργείο Παιδείας αιφνιδιάζει μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς αξιοποιώντας ακόμα και το φόβο της πανδημίας και σπρώχνει τα προβλήματα κάτω από το τραπέζι, δεν μπορεί να βάλει σε πρώτο πλάνο την αξιολόγηση της σχολικής μονάδας που είναι πνιγμένη στα προβλήματά της.

Οι προχειρότητες και οι αιφνιδιασμοί είναι σοβαρό ζήτημα, από την διακίνηση των βιβλίων, την κάλυψη των κενών με αναπληρωτές (την παραμονή να τους καλεί και σε σαράντα οκτώ ώρες μπες στην τάξη). τις αιφνίδιες αλλαγές στο σύστημα εισαγωγής στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.

Δεν υπάρχει λοιπόν αναγκαιότητα για ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ για να διαπιστώσουμε τις ελλείψεις σε υλικοτεχνική υποδομές, σε μόνιμους εκπαιδευτικούς, την μη λειτουργία των υποστηρικτικών δομών (ενισχυτική διδασκαλία, βιβλιοθήκες, διαδικτυακή υποστήριξη, συμβουλευτική και περιβαλλοντική εκπαίδευση), την μη ύπαρξη επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, τα αναχρονιστικά αναλυτικά προγράμματα. Όλα αυτά είναι στοιχειώδη ζητήματα σε εκκρεμότητα, είναι εκ των πραγμάτων πάνω στο τραπέζι ανοιχτά και χρονίζουν μέχρι σήμερα άλυτα. Δεν χρειάζεται πια καμιά επιχείρηση, γιατί για επιχείρηση πρόκειται, «Αξιολόγησης» ώστε να διαπιστώσει κάποιος τα προφανή για να τα αντιμετωπίσει. Όταν ακόμα και οι τοποθετήσεις, οι μεταθέσεις, οι αποσπάσεις των μονίμων εκπαιδευτικών, οι προσλήψεις αναπληρωτών, όλες οι υπηρεσιακές μεταβολές γίνονται χωρίς έγκαιρο προγραμματισμό, αναγκάζοντας τους εκπαιδευτικούς να μην γνωρίζουν έγκαιρα το έργο που καλούνται να αναλάβουν όταν υπάρξουν τα παραπάνω. Τι σημαίνει όλο αυτό που εξελίσσεται μέχρι σήμερα. Είναι σα να λέει το Υπουργείο και η πολιτική ηγεσία του ότι δεν χρειάζεται καμιά προετοιμασία για να διδάξετε. Αυτό είναι το πιο ζωντανό μάθημα της «εξουσίας», που κάνει εκκωφαντικό θόρυβο, μάλιστα εθίζει, προτρέπει τον εκπαιδευτικό να μην προετοιμάζεται.

Είναι αντίφαση από την μια μεριά να αξιολογούμε τον εκπαιδευτικό μέσα από την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου είτε την ατομική του αξιολόγηση, με στόχο να τον βοηθήσουμε να βελτιωθεί, και από την άλλη να αφήνεις άλυτα όλα τα παραπάνω προβλήματα που δυσχεραίνουν το έργο του, είναι σαν να τον αφήνεις το λιγότερο στάσιμο.

Ο αιφνιδιασμός και η προχειρότητα, κατά την γνώμη μου, δεν είναι τυχαίο γεγονός. Αντικειμενικά ο αιφνιδιασμός είναι μια μορφή κοινωνικού ελέγχου στο είδος του δασκάλου που επιδιώκω να έχω. Αν το δάσκαλο τον αιφνιδιάζω με όλες αυτές τις απότομες αλλαγές στην εκπαίδευση και μάλιστα την τελευταία στιγμή, τότε είναι σαν να παραδέχομαι ότι αυτοί οι δάσκαλοι μου κάνουν, είναι καλοί και κάνουν καλά την δουλειά τους, είναι αίολο λοιπόν και μη πιστικό πλέον το εγχείρημα της επιβολής της αξιολόγησης. Αν χρειάζεται αξιολόγηση τούτην χρονική στιγμή, θα έλεγα ότι χρειάζεται η αξιολόγηση της διοικητικής ιεραρχίας στον τρόπο που ασκεί την εκπαιδευτική πολιτική.

Το ελληνικό δημόσιο σχολείο είχε το ευτύχημα για τριάντα δύο χρόνια να είναι απαλλαγμένο από την φρικτή, γραφειοκρατική, τεχνοκρατική, ιεραρχική, βαθύτατα τιμωρητική διαδικασία του επιθεωρητή. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εκπαιδευτικοί δεν πρέπει να δίνουν λόγο σε κανέναν, δεν το συμμερίζομαι σε καμιά περίπτωση. Όλα αυτά τα χρόνια δεν είμαστε σαν εκπαιδευτικοί εκτός ελέγχου.

Υπήρχαν και υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους η πολιτεία ασκεί έλεγχο στο είδος τον εκπαιδευτικών που έχει, με τις βασικές σπουδές, την παιδαγωγική και διδακτική επάρκεια, αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει ενδιαφερθεί να καθιερωθεί και να εμπεδωθεί και να στηριχτεί με διαρκή επιμόρφωση το έργο τους. Για να έχουμε εκπαιδευτικούς με στέρεη θεωρητική κατάρτιση. Η επιμόρφωση είναι πιο αναγκαία όσο ποτέ όταν τρείς και μία γίνονται εκπαιδευτικές αλλαγές οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να είναι σε θέση να συμμετέχουν σε επιμορφώσεις που θα τους υποστηρίξουν, θα τους βοηθήσουν, ώστε να είναι σε θέση να επανεξετάζουν τις διδακτικές και εκπαιδευτικές πρακτικές τις παιδαγωγικές προσεγγίσεις,.

Κοινή είναι πλέον η διαπίστωση στους εκπαιδευτικούς κύκλους ότι η ελάχιστη επιμόρφωση που οργανώνεται εκφυλίζεται όλο και πιο πολύ. Αν δεν εκφυλίζεται στην καλύτερη των περιπτώσεων μπαίνει στο μηχανισμό της «συμμόρφωσης» και της «επιτήρησης» κάτω από αυτή τη μεθόδευση δεν μπορεί πλέον να προσφέρει στους εκπαιδευτικούς εκείνες τις ιδέες, εκείνες τις αντιλήψεις, εκείνες τις πρακτικές και εκπαιδευτικές αρχές που κάνει πιο αποτελεσματική την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική για την στήριξη του εκπαιδευτικού έργου, του δημόσιου σχολείου και του εκπαιδευτικού. Μπορεί άραγε να καταστούν οι εκπαιδευτικοί απόλυτα ελεγχόμενοι; Δεν μπορεί να καταστούν, γιατί δεν είναι παθητικά υποκείμενα, είναι ενεργά υποκείμενα. Είναι τόσο σημαντικό το έργο που προσφέρουν, οι δάσκαλοι κάθε βαθμίδας στο σχολείο έτσι ώστε να διεκδικεί ο μηχανισμός της εξουσίας να τους προσεταιριστεί, να τους ενσωματώσει για να γίνουν πιο αποτελεσματικοί ιμάντες, μεσολαβητές για να μπολιαστεί το εκπαιδευτικό έργο και η λειτουργία του σχολείου με τις επιδιώξεις των κοινωνικών δυνάμεων που έχουν την εξουσία.

Όλα ασκούν ένα είδος ελέγχου στην διδακτική και παιδαγωγική αυτονομία του δασκάλου, από τα έτοιμα σχέδια μαθήματος που παρέχει το υπουργείο, μέσω του ΙΕΠ, την προετοιμασία των υποψηφίων στις εξετάσεις εισαγωγής στην τριτοβάθμια, ακόμη και το μάθημα στο φροντιστήριο. Σιγά σιγά και πονηρά επαναφέρει τον «επιθεωρητή» εντοιχισμένο μέσα από το βιβλίο του δασκάλου, το έτοιμο εκπαιδευτικό βίντεο, τις οδηγίες των σχολικών συμβούλων ,τις πλατφόρμες τηλεκπαίδευσης . Όλα αυτά έχουν στόχο να περιορίσουν την αυτόνομη, την καινοτόμα και ελεύθερη διδακτική και παιδαγωγική δράση, με κάθε τρόπο επιδιώκουν να υποχωρήσει η αυτενέργεια του δασκάλου.

Ασκείται ή δεν ασκείται κριτική ότι στο δημόσιο σχολείο ότι δεν γίνεται μάθημα και ευτυχώς υπάρχουν τα φροντιστήρια; Είναι πράγματι μια μεγάλη παγίδα και αφού λέγεται κατά κόρον, γίνεται κυρίαρχη αντίληψη σιγά σιγά, ασκεί έτσι άτυπα ένα είδος ελέγχου άμεσα στο είδος και τον τρόπο διδασκαλίας που οι εκπαιδευτικοί εφαρμόζουν στην τάξη, γιατί προσπαθούν με αγωνία και άγχος να συμμορφωθούν προς τις απατήσεις και τις υποδείξεις, να μοιάσουν στο φροντιστήριο.

Το βασικό στοιχείο όμως είναι ότι χάθηκε η ευκαιρία, από τότε που δεν υπάρχει ο επιθεωρητής να διαμορφώσουμε και στην συνέχεια να εφαρμόσουμε σαν σύλλογοι διδασκόντων, σαν σώμα δασκάλων με εσωτερικές δημοκρατικές διεργασίες, εντός του κάθε σχολείου, την δική μας εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική. Να ανασκουμπωθούμε και να σκύψουμε στα προβλήματα, χωρίς τον «μπαμπούλα» του επιθεωρητή, που υπάρχουν σε κάθε σχολική μονάδα που όντος είναι διαφορετικά για κάθε μια από αυτές. Αν το σχολείο προστατεύσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, θα προστατεύσει την σχετική αυτονομία του, καθώς λαμβάνει και υποδέχεται την ασκούμενη εκπαιδευτική πολιτική. Θα διατηρεί την αυτονομία του να προσαρμόζει τις κεντρικές οδηγίες και κατευθύνσεις στις ανάγκες στις ιδιαιτερότητες και τις προτεραιότητες του. Αυτό το διακύβευμα είναι η απώλεια όλα αυτά τα χρόνια. Αν το είχαμε καταφέρει και εμπεδώσει θα δυσκολευόντουσαν σήμερα αυτοί οι μηχανισμοί, θα είχαν πολύ δυσκολότερο έργο απέναντι στην καθαρή αντίσταση των εκπαιδευτικών στην προσπάθεια επιβολής τέτοιων μέτρων.

Τι είναι λοιπόν αυτή η αξιολόγηση για την οποία οι εκπαιδευτικοί αντιστέκονται;

Αυτό το πλαίσιο όπως το έχει περιχαρακώσει το Υπουργείο Παιδείας δεν χωράει επιμέρους κριτικές βελτιώσεις και μπαλώματα. Είναι ένα σύνολο μέτρων που περιέχουν την λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση», εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση της σχολικής μονάδας, είναι η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού, είναι η Αρχή Διασφάλισης Πιστοποίησης Ποιότητας Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και τέλος το My School, τέσσερα εργαλεία. Αυτά τα τέσσερα αν τα αναλύσουμε και τα συσχετίσουμε θα κάνουμε εύκολα την διαπίστωση ότι συνιστούν μια ολοκληρωμένη παρέμβαση, επίθεση θα έλεγα το Δημόσιο Σχολείο που έχουμε. Δεν είμαι από αυτούς που υπερασπίζομαι αυτό καθ’ αυτό το Δημόσιο σχολείο που υπάρχει σήμερα, χρόνια αγωνιζόμαστε να αλλάξει, έχουμε καταθέσει ιδέες, προτάσεις και οράματα για ένα άλλο ποιο ανοιχτό, ποιο δημιουργικό σχολείο, ένα σχολείο που θα κάνει κάθε μέρα τους μαθητές του να χαμογελούν. Διεκδικούμε χρόνια τώρα ένα καλύτερο σχολείο και βέβαια σε μια καλύτερη κοινωνία. Αυτή την στιγμή θα ήταν λάθος να υποστηρίξουμε ότι οι εκπαιδευτικοί αντιδρούν και απορρίπτουν την αξιολόγηση από συντεχνιακή λογική. Οι εκπαιδευτικοί υπερασπίζονται το δωρεάν δημόσιο κοινωνικό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, το ανάχωμα σε αυτό είναι σίγουρα η αξιολόγηση. Γιατί η επιχειρούμενη αξιολόγηση στοχεύει στη διάλυση του δημόσιου και δωρεάν σχολείου, τον αποχαρακτηρισμό της Παιδείας από δημόσιο αγαθό.

Έχουμε από την περίοδο των μνημονίων την εμπορευματοποίηση εκπαιδευτικών υπηρεσιών, κατάργηση του Οργανισμού Σχολικών Κτηρίων (ΟΣΚ), Οργανισμού Εκδόσεων Διδακτικών Βιβλίων (ΟΕΔΒ) προς όφελος εργολάβων και εκδοτών, τα τεράστια κονδύλια που διατέθηκαν για διαδραστικούς πίνακες, την ψηφιακή σύγκληση, το ψηφιακό σχολείο και μέσα στην πανδημία η αγορά υπηρεσιών τηλεκπαίδευσης από την CISCO. Σίγουρα πολύ καλό η ανάπτυξη και η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών αλλά να λάβουμε υπόψη μας ποιες είναι οι αρνητικές παρενέργειες κυρίως από τον τρόπο που εισβάλουν στην εκπαίδευση, καθώς αυτή η βιαιότητα και η ταχύτητα εξέλιξης που διαθέτουν δημιουργούν μια νέου τύπου αγορά. Έχουμε πλέον χωρίς καμιά αμφιβολία την διείσδυση των μεθόδων και πρακτικών της αγοράς στην εκπαίδευση.

Έχει όντως πολλά προβλήματα το Δημόσιο Σχολείο, έχουμε πολύ δουλειά να κάνουμε. Ας σκύψουμε επιτέλους σε αυτά τα προβλήματα, παρά να τρέχουμε για κάθε είδους αξιολογήσεις από τα πάνω ή να βάζουμε πλάτη για περισσότερη εμπορευματοποίηση και τις «εξυπηρετήσεις» στις αγορές.

Καταλαβαίνεται λοιπόν πόσο ανυπέρβλητο είναι το εμπόδιο τον εκπαιδευτικών για να εφαρμογή αυτής της πολιτικής που έρχεται αργά αλλά σταθερά με εκμαυλισμό αλλά και αυταρχισμό, με καρότο και μαστίγιο. Άρα η αξιολόγηση έρχεται σαν εργαλείο για να αντιμετωπιστεί αυτό το ανυπέρβλητο εμπόδιο των εκπαιδευτικών επιδιώκοντας ένα τμήμα τους να τους κάνει πειθήνια όργανα και ένα άλλο να το απολύσει σαν ακατάλληλο. Η πειθάρχηση και συμμόρφωση τους θα έχει τρομακτικές συνέπειες για το σχολείο και τους μαθητές, αλλά αυτό είναι το επιδιωκόμενο από τις αγορές για να αρθούν τα εμπόδια για την εισβολή τους.

Κινδυνεύει όμως και η ίδια η καθημερινότητα του σχολείου γιατί κατά την εφαρμογή της εξατομικευμένης αξιολόγησης, ο καθένας ατομικά και ανταγωνιστικά με το διπλανό συνάδελφό του, θέλοντας να αξιολογηθεί αν είναι καλύτερος με ένα πλαίσιο αξιολόγησης από τα πάνω. Αυτό το περιβάλλον το ανταγωνιστικό θα το ενισχύσουν όταν έρθουν στο προσκήνιο οι ποσοστώσεις για βαθμολογικές και μισθολογικές εξελίξεις αλλά και για τους ελλιπείς, οι συγκρούσεις θα είναι προφανείς, η σχολική ζωή θα γίνει αρένα ταυρομαχίας.

Το πλαίσιο της αυτοαξιολόγησης που προσπαθούν να εισάγουν από το Υπουργείο και επιχειρηματολογούν ότι θα βοηθήσει στην ομαδικότητα και συλλογικότητα μέσα από τις ομάδες εργασίας, όταν αρχίσει η ατομική αξιολόγηση των εκπαιδευτικών και καθώς μέσα από αυτή την διαδικασία που προωθεί ο θάνατος σου η ζωή μου, ο ένας εκπαιδευτικός θα υποβλέπει τον άλλον, για ποια συλλογικότητα μιλάμε. Δεν θα υπάρχει περιθώριο συνεργασίας και συλλογικής διευθέτησης των θεμάτων της σχολικής ζωής.

Είναι προφανές ότι το υπουργείο προσπαθεί να μετατρέψει το σύλλογο διδασκόντων σε εξάρτημα της εξουσίας του, μετατρέποντας τον από όργανο διοίκησης του σχολείου που μπορεί να διαμορφώνει την εσωτερική εκπαιδευτική πολιτική του σχολείου με βάση τα δεδομένα του σε παθητικό διαμεσολαβητή μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που θα υπαγορεύουν οι αγορές.

Υπάρχει η πεποίθηση ότι πέρα από τα εργαλεία που χρησιμοποιούνται για την εφαρμογή της τιμωριτικής αυτής διαδικασίας πρέπει να προσθέσουμε και την δυσφήμηση των εκπαιδευτικών, τεμπέληδες που δεν κάνουν καλά τη δουλεία τους, επιστρατεύοντας το ιδεολόγημα των «ειδικών» και των «αρίστων» δημοσιολογούντων.

Είναι μεγάλη λοιπόν η ευθύνη όλων αυτών που παίρνουν μέρος στην προώθηση αυτών των επιλογών έχοντας στη διάθεση τους ένα πακτωλό ευρωπαϊκών κονδυλίων για να στηρίξουν το «Δούρειο ίππο» που θα γκρεμίσει τα τείχη του δωρεάν δημόσιου σχολείου.

Αυτές οι μέθοδοι όπου έλαβαν εφαρμογή ανά τον κόσμο τα εκπαιδευτικά συστήματα κατέρρευσαν και ένα μεγάλο μέρος τον νέων σπρώχθηκε στον αναλφαβητισμό, παράλληλα με την αύξηση της μαθητικής διαρροής, ενώ τα σχολεία των εχόντων αρίστων ευημερούσαν.

(*) Μέλος ΔΣ ΕΛΜΕ Λακωνίας, πρ. αιρετός στο ΠΥΣΔΕ Λακωνίας

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr