Εορτολόγιο 13 Οκτωβρίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μάρτυρες Κάρπος, Πάπυλος Αγαθόδωρος και Αγαθονίκη, Νεομάρτυς Χρυσή και Μελέτιος Πηγάς Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 13 Οκτωβρίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Αγαθονίκη
- Φλωρεντία, Φλωρέντιος
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μάρτυρες Κάρπος, Πάπυλος Αγαθόδωρος και Αγαθονίκη, Νεομάρτυς Χρυσή και Μελέτιος Πηγάς Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Μάρτυρες Κάρπος, Πάπυλος Αγαθόδωρος και Αγαθονίκη
Εζησαν στην εποχή των διωγμών του αυτοκράτορος Δεκίου και του ανθυπάτου της Ανατολής Βαλεριανού περί το 250. Ο Κάρπος ήταν γιος ειδωλολάτρη ιερέως, αλλά ο ίδιος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, βαπτίστηκε και μάλιστα χειροτονήθηκε Επίσκοπος της Εκκλησίας της Περγάμου που ίδρυσε ο Ιωάννης ο Θεολόγος. Ο Πάπυλος, μετά την κατήχηση και τη βάπτισή του από τον Κάρπο, χειροτονήθηκε διάκονος και έμεινε στο πλευρό του Επισκόπου του. Οι δύο μάρτυρες αρνήθηκαν να τηρήσουν το αυτοκρατορικό διάταγμα, που όριζε να παραδοθούν στις αρχές τα ιερά σκεύη, τα ιερά βιβλία και άμφια, συνελήφθησαν και ενώπιον του ανθυπάτου εκλήθησαν για να δώσουν εξηγήσεις. Χωρίς φόβο αλλά με παρρησία ομολόγησαν την πίστη τους, ο ανθύπατος εξοργίστηκε και διέταξε φρικτά βασανιστήρια, τα οποία υπέμεναν με ηρεμία και προσευχή, και εν τέλει τους έριξαν σε καμίνι όπου παρέδωσαν την ψυχή τους στον Χριστό.

Ο υπηρέτης του Κάρπου Αγαθόδωρος που ήταν παρών στον βασανιστικό θάνατό του, βλέποντας τη θαρρετή στάση του κυρίου του και του Πάπυλου, ομολόγησε και αυτός την πίστη του, αν και γνώριζε ότι τον περίμενε και αυτόν η ίδια σκληρή μεταχείριση, που πράγματι κατέληξε στη θανάτωσή του. Κατά τη χρονική στιγμή που οδηγούνταν στο μαρτύριο ακούστηκε η φωνή μιας γυναίκας, της Αγαθονίκης, που θέλησε να συμμεριστεί τον αγώνα των μαρτύρων και, παρά τις συστάσεις των συγγενών της να μην ομολογήσει την πίστη της χάριν του μικρού παιδιού της που θα έμενε ορφανό, αυτή πλησίασε στον χώρο των βασανιστηρίων και έπεσε στις φλόγες μακαρίζοντας τον Ιησού Χριστό.
Νεομάρτυς Χρυσή
Γνωστή και ως Ζλάτα, είναι μία από τις πιο δημοφιλείς νεομάρτυρες της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη Β. Ελλάδα, η οποία μαρτύρησε στις 13 Οκτωβρίου 1795 επειδή αρνήθηκε να ασπαστεί το Ισλάμ. Γεννήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στο χωριό Σλάτενα, που σήμερα έχει μετονομαστεί σε Χρυσή Αριδαίας του Νομού Πέλλας προς τιμήν της, και προερχόταν από πολύ φτωχή, απλή αλλά ευσεβή χριστιανική οικογένεια. Είχε άλλες τρεις αδελφές, διακρινόταν δε για την εξαιρετική σωματική της ομορφιά, αλλά κυρίως για το ήθος, την αγνότητα και τη βαθιά της πίστη.
Μια μέρα, καθώς η Χρυσή μάζευε ξύλα στο δάσος μαζί με άλλες γυναίκες του χωριού, την εντόπισε ένας νεαρός Τούρκος που, παρασυρμένος από την ομορφιά της, την απήγαγε και τη μετέφερε στο σπίτι του. Αρχικά, ο απαγωγέας και οι δικοί του προσπάθησαν με κολακείες, δώρα και υποσχέσεις για πλούτη να την πείσουν να αλλάξει την πίστη της και να τον παντρευτεί. Βλέποντας, όμως, την άρνησή της, κάλεσαν τους γονείς και τις αδελφές της, απειλώντας τους με θάνατο αν δεν τη μεταπείσουν. Φοβισμένοι οι γονείς της, την ικέτευσαν με δάκρυα να υποκύψει φαινομενικά για να σωθούν, αλλά η Χρυσή απάντησε με θάρρος ότι αληθινός της πατέρας είναι ο Χριστός και μητέρα της η Παναγία. Υστερα από έξι μήνες άκαρπων προσπαθειών, οι Τούρκοι ξέσπασαν επάνω της με πρωτοφανή αγριότητα. Τη ράβδιζαν καθημερινά, έκοβαν λωρίδες από το δέρμα της και της τρύπησαν τα αυτιά με πυρακτωμένο σίδερο. Η Αγία, μέσα στα φρικτά βασανιστήρια, κατάφερε να στείλει κρυφά μήνυμα στον πνευματικό της, τον όσιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο οποίος αργότερα κατέγραψε και τον βίο της, ζητώντας τις προσευχές του για να αντέξει, ενώ οι βασανιστές της, βλέποντας ότι η πίστη της παρέμενε ακλόνητη, την κρέμασαν σε αγριομηλιά και την κομμάτιασαν με τα μαχαίρια τους.
Μελέτιος Πηγάς Πατριάρχης Αλεξανδρείας
Τοποτηρητής του Οικουμενικού Θρόνου και μία από τις κορυφαίες και πολυσχιδείς εκκλησιαστικές και πνευματικές προσωπικότητες του 16ου αι., αναγνωρίστηκε ως Μέγας Διδάσκαλος του Γένους για τον αγώνα του κατά της λατινικής προπαγάνδας και τη στήριξη της Ορθοδοξίας. Γεννήθηκε το 1549 στον Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο, της ενετοκρατούμενης Κρήτης και το κοσμικό του όνομα ήταν Εμμανουήλ. Μετά την εγκύκλιο μόρφωσή του στην Κρήτη, σπούδασε επί οκτώ χρόνια στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου εξειδικεύτηκε στη νομική, την ιατροφιλοσοφία και την κλασική φιλολογία, ενώ, παράλληλα, ήρθε σε επαφή με τα ευρωπαϊκά ουμανιστικά ρεύματα και έμαθε άριστα λατινικά, ιταλικά και εβραϊκά. Επιστρέφοντας στην Κρήτη, ασπάστηκε τον μοναχικό βίο στην ιστορική Μονή Αγκαράθου και, λίγο αργότερα, ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Σίλβεστρος τον κάλεσε στην Αίγυπτο, διορίζοντάς τον Πρωτοσύγκελλο του Θρόνου, μετά δε την κοίμηση του Σιλβέστρου εξελέγη παμψηφεί Πατριάρχης Αλεξανδρείας το 1590. Λόγω του τεράστιου κύρους του, κατά τα έτη 1597-1598 ανέλαβε επίσης χρέη τοποτηρητή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως σε μια περίοδο έντονης κρίσης.
Υπήρξε ο σφοδρότερος πολέμιος της διείσδυσης των Ιησουιτών μοναχών στην Ανατολή και συνέγραψε δεκάδες θεολογικές πραγματείες κατακρίνοντας τις παπικές καινοτομίες, το Γρηγοριανό ημερολόγιο και την Ουνία. Ταυτόχρονα, ήρθε σε επαφή με τους Κόπτες της Αιγύπτου και της Αιθιοπίας, με σκοπό την προσέγγιση και την ένωσή τους με την Ορθόδοξη Εκκλησία, συμμετείχε ενεργά στη Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1593), η οποία επικύρωσε την ίδρυση του Πατριαρχείου Μόσχας, και παρενέβη αποτελεσματικά για να προστατεύσει το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου απέναντι στις επεκτατικές διεκδικήσεις του Πατριάρχη Αντιοχείας. Παρά την υψηλή του μόρφωση, επέλεξε να κηρύττει σε απλή και δημώδη γλώσσα για να γίνεται πλήρως κατανοητός από τον απλό, υπόδουλο λαό. Αναλώθηκε πλήρως στα καθήκοντά του, διαχειριζόμενος ταυτόχρονα τα δυσβάστακτα χρέη του Πατριαρχείου προς την Υψηλή Πύλη και, λόγω της εξαντλητικής εργασίας και των κακουχιών, η υγεία του κλονίστηκε και εκοιμήθη πρόωρα το 1601 στην Αλεξάνδρεια, σε ηλικία μόλις 52 ετών.
Στην ιστορική Μονή Αγκαράθου στο Ηράκλειο, όπου ο Αγιος εκάρη μοναχός και ξεκίνησε την εκκλησιαστική του πορεία, φυλάσσονται σήμερα τμήματα των ιερών του λειψάνων. Αφησε πίσω του μια μεγάλη πνευματική περιουσία, η οποία θεωρείται σημαντικό κειμήλιο για τη θεολογία. Σώζονται περισσότερες από 300 προσωπικές και επίσημες επιστολές του, μέσω των οποίων ο Μελέτιος υπερασπίστηκε τους Ορθοδόξους της ανατολικής Ευρώπης ενάντια στην παπική επιρροή, με την αλληλογραφία του με τον βασιλιά Σιγισμούνδο Γ΄ της Πολωνίας να ξεχωρίζει ανάμεσά τους. Εγραψε, επίσης, σημαντικά έργα κατά των λατινικών καινοτομιών, όπως η πραγματεία του κατά του πρωτείου του Πάπα, καθώς και δοκίμια που αντέκρουαν τις θεωρίες του Λούθηρου και του Καλβίνου.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Φλωρεντίου, μάρτυρος Διόσκορου, μάρτυρος Βενιαμίν του Διακόνου του εν Περσία αθλήσαντος, οσίου Νικήτα του Ομολογητού, μάρτυρος Αντιγόνου, ιερομάρτυρος του εν Χαματούρα, οσίου Βενιαμίν της Λαύρας των Σπηλαίων του Κιέβου και του Αντωνίου Μητροπολίτη Κοντίντι εν Γεωργία.
Πηγή: kathimerini.gr