Αντί επικήδειου για τη Στρατηγούλα Μενούτη
ΞΗΡΟΚΑΜΠΙ. Συγκινητικό αποχαιρετιστήριο, αντί επικήδειου λόγου, εκφώνησε ο κ. Βασίλης Μενούτης στο ετήσιο μνημόσυνο της Στρατηγούλας Γ. Μενούτη, που έλαβε χώρα στις 28 Απριλίου στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Ξηροκαμπίου. Εκ μέρους και των αδελφών του Βίλλης και Πάολας, ο κ. Μενούτης ανέφερε:
«Μάνα… γυναίκα γελαστή, εύμορφη και δικαία
που ο τύπος ύμνους σου έπλεκε, έντονους και εξαισίους,
θελκτικότατη, εκλεκτή, καθάρια, ωραιοτάτη,
των κοριτσιών προστάτιδα, χαριτωμένη, ιέρεια,
προτερημάτων σπάνιων, εξαιρέτων κοσμούμενη.
Με Σταυρωμένο τον Χριστό, σύμβολο της θυσίας
του πονεμένου, τ’ άρρωστου, τ’ αλύτρωτου, του ‘φτώχεια’
γιατρίνα έτρεχες χωρίς ιδιοτελή αγάπη
ενέσεις και παρηγοριά να δώσεις, δίχως φόβο
ασθένειες μεταδοτικές, σαν φθίση, να κολλήσεις.
Τρία παιδιά γαλούχησες τιμώντας την Ελλάδα
για επιστήμη, ιδανικά, θρησκεία και οικογένεια,
παιδιά του Γιώργου, Οπλαρχηγού, και αγαπημένου άνδρα
του λαϊκού του ήρωα Ανθυπολοχαγού Μενούτη
άξια συ τρισέγγονη του Αντώνη Κουμουστιώτη.
Ευγνώμων πάντοτ’ ήσουνα, όταν μας τραγουδούσες,
της θαυμαστής δασκάλας σου, της αοιδού Μαριέττας
που έμπνευση σου έδινε η χάρη και ο παλμός της.
και σαν κιθάρα έπαιζες, κόρη του Μορφογένη,
η ατμόσφαιρα στο σπίτι μας μύριζε ευτυχία.
Συ πρώτη μούσα στο χορό και πρώτη στο τραγούδι,
έψαλλες για πρωτομαγιά, θάλασσα και λαγκάδια,
για νυκτωδίες και πουλιά, αστέρια και αγάπη,
χωρίς αυτήνε η ζωή χωρίς χαρά γιορτάσι,
χωρίς εικόνες εκκλησιά, χωρίς μύρα οι κήποι.
Με τη δική σου επιμονή, λαχτάρα και βοήθεια
τ’ Απόλλωνα, τα τρία σου παιδιά, γίναμε μέλη
που μουσική μας έμαθε, αυτή ήλθε να σου δώσει
της τελευταίας σου χαρές, ως Μουσικοθεραπεία,
στ’ ακίνητα τα μέλη σου που λειτούργησαν πάλι.
Μεγάλη Πέμπτη το πρωί, κι όλα καλά πηγαίναν.
το απόγευμα προς δειλινό, και αφού μες στο Λονδίνο
παγκόσμια αξιώθηκε η Κοινότητα η ‘Κυψέλη’
με δύο ανάσες η γλυκειά σου μορφή εκοιμήθη….
πρίν πένθιμα για τον Χριστό κτυπήσει η καμπάνα.
Και Μέγα Σάββατο κινείς, ηλιόλουστην ημέρα,
μέσα στα μύρα του Μαγιού, τη φύση στολισμένη,
και τον ανθό πορτοκαλιάς, του Κάπακα τ’ αγέρι,
να πας για τον Πατέρα μας και όσους αγαπούσες….
να παύσεις να αγωνιάς και πια να ησυχάσεις.
Παιδιά, εγγόνια και εκκλησιά και συγγενείς και φίλοι
την ώρα αυτή δεόμεθα για σε μ’ ευγνωμοσύνη.
Με όλο μας το σεβασμό ζητούμε την ευχή σου,
τον Αναστάντα Κύριο θερμά παρακαλώντας
να σαι σιμά του Μάνα μας, δίκαια Στρατηγούλα».