Ο άνθρωπος από τη φύση του επιδιώκει πάντα την βελτίωση των συνθηκών της ζωής. Η εποχή μας, ωστόσο, χαρακτηρίζεται από την ασυμβατότητα ανάμεσα στο επιθυμητό και στο πραγματικό.
Σήμερα η ζωή του μέσου Έλληνα είναι απάνθρωπη, άχαρη, ρηχή και αβέβαιη.
Με όσα βιώνει ο πολίτης καθημερινά, με όσα αντιλαμβάνεται για το παρόν και το μέλλον του, με όσα του επιφυλάσσει το κράτος και η χώρα στην οποία ανήκει και ζει θα έπρεπε να έχει οδηγηθεί σε βαριά κατάθλιψη, σε αδιέξοδη απόγνωση, σε αυτοκαταστροφικό ιδεασμό… Το αν έχει ευθύνες για όσα «απολαμβάνει» είναι γνωστό.

Υπάρχει ελπίδα; Το μέλλον σε ποιόν ανήκει; Αξίζει να αγωνίζεσαι; Που είναι το φώς της κοινωνίας; Υπάρχει έξοδος στον λαβύρινθο της στρεβλής παγκοσμιοποίησης;

Πολλά τα ερωτήματα που γεννά η κρίση, η απόγνωση, η απογοήτευση, η έλλειψη…
Ποιά έλλειψη; Της παιδείας, της αγωγής, της κρίσης, της πίστης, της προσήλωσης, των αρχών και των αξιών.

Προ ημερών βίωσα μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα κατάσταση, άκρως διδακτική, τελικά ψυχότροπη και ευτυχώς αληθινή.
Μέσα σε ένα περιβάλλον μάλλον απωθητικό. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα «εχθρική». Μέσα σε μια θρασύτατη υποκρισία συνύπαρξης του λευκού μέσα στο μαύρο.

Η «Λευκή Νύκτα» εξελίσσεται στην πόλη της Σπάρτης. Αγχωμένοι πολίτες διασταυρώνονται στους δρόμους, ευδαίμονες συμπολίτες συνωστίζονται στους πεζόδρομους. Νέοι σε καλλιτεχνικό παροξυσμό, μεσήλικες σε καταναλωτικό εξτασιασμό, γέροντες σε σύγχυση.
Ένας αχταρμάς συναισθημάτων σε σύγκρουση, μια έκρηξη των «θέλω», μια διαμαρτυρία των «μπορώ». Επίφαση ευδαιμονίας με ζωή όση ενός νυκτολούλουδου. Υποκρισία πολιτισμού με ηλεκτρισμό που κατέστρεφε ακόμα και ότι αυθεντικό μπορεί να υπήρχε.

Θα ήμουν η αρρωστημένη εξαίρεση αν τέτοια νύκτα απείχα…
Η μοίρα, το έφερε, να βρω «καταφύγιο» σε ένα «τυχαίο» καφέ. Υπήρχε μόνο μια κενή καρέκλα σε ένα τραπέζι με δύο συμπολίτες.

Κάθομαι. Σβήνω την κάψα της ενόχλησης που διαπερνά όλη μου την υπόσταση σε ένα ποτήρι μπύρα. Ο ήχος που έχει δραπετεύσει από τα dec’s ενός διασκεδαστή κακοποιούν βάναυσα τις αισθήσεις μου.
Όσο η ώρα γκρεμίζεται η νύκτα μαυρίζει και πιο πολύ.

Στο βάθος έχει αρχίσει να φέγγει ένα φως, αμυδρό, που όλο δυναμώνει.
Οι τρείς, που κάνουμε λειψό κύκλο, κοιταζόμαστε στα χείλη για να συνεννοηθούμε. Τα καταφέρνουμε σε βαθμό εντυπωσιακό. Συνεχίζουμε… Ο θόρυβος που δημιουργούν οι πάντες έχει μειωθεί (!). Η κουβέντα μας έχει δυναμώσει. Κι όλο δυναμώνει, δυναμώνει, φωτίζει, λευκαίνει, χρωματίζει τα πάντα γύρω μας.
Ο ένας πιάνει και ο άλλος αφήνει. Η ώρα είναι πλέον μικρή. Η πόλη έχει λυγίσει…

Αντιλαμβάνομαι, στο μάτι του καταναλωτικού κυκλώνα, ότι αρπάξαμε την ευκαιρία για αντίσταση… Αντίσταση κατά της αρχής που εξορίζει την αισθητική και την αντικαθιστά με τον συρμό. Αντίσταση κατά της αρχής που απαγορεύει το λόγο και εγκρίνει την κραυγή. Αντίσταση κατά της αρχής που θολώνει τα μάτια στα κρύσταλλα της κινητής. Αντίσταση κατά της αρχής που σε δένει από το χέρι για να σου δείξει το δρόμο προς την ευτυχία.

Είχα βρεθεί σε ένα τραπέζι με δύο συνομήλικούς Σπαρτιάτες.
Γιατί βγήκα λυτρωμένος από την παρέα δεν το γνωρίζω.
Γιατί δεν με άγγιξε η κολασμένη πύρα της αγοράς δεν το κατάλαβα.
Γιατί φτερούγισε η ψυχή μου μέσα σε ένα κλουβί ντεσιμπέλ και γύμνιας δεν το εντόπισα.

Ήπια μια μπύρα με δύο ανθρώπους που ήθελαν (και ίσως ήξεραν) να μιλούν για τον ελεύθερο άνθρωπο, για την Ελλάδα - Πατρίδα, για την Πίστη στο Χριστό, για τη σημασία των Αρχών και των Αξιών της Κοινωνίας των Ανθρώπων. Η νύκτα μου ήταν πράγματι «λευκή»…

Ο ένας, μουσικός και αγρότης, τόσο τυχερός... Ο άλλος μάχιμος πιλότος του Στρατού, τόσο ευλογημένος… Μόνη παραφωνία στην παρέα ο τρίτος, ο δημοσιογράφος που ακόμα και τώρα «εκθέτει» την κουβέντα…
Μάλλον γιατί την κρατά ως αγαθό που πρέπει να μοιράζεται και όχι ως μυστικό που πρέπει να φυλάγεται…

Η. Μ.