Tα κουρτινάκια
Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος
Το σπίτι ήταν φτωχικό .Τα παράθυρά του έβλεπαν στο δρόμο του μικρού χωριού . Εκείνο το μικρό παράθυρο της κουζίνας , όμως , δεν είχε παντζούρια . Γιατί έπρεπε το φως του ήλιου να μπαίνει από το πρωί ως το σούρουπο εκεί που η νοικοκυρά πέρναγε τις πιότερες ώρες της μέρας . Και γιατί έπρεπε η νοικοκυρά να μπορεί ν’ αγναντεύει το δρόμο , ν’ ανοίγει τα τζάμια το καλοκαίρι για να παίρνει αέρα δροσερό και ν’ ακούει τα πουλάκια και τα τζιτζίκια που κάθονταν στη λεμονιά της αυλής , αλλά και να χαιρετάει τους συγχωριανούς που διάβαιναν στο πάνω και στο κάτω.
Κάποια στιγμή της φάνηκε της νοικοκυράς πως ήταν πολύ στενάχωρο αυτό το παραθύρι έτσι με τα τζάμια του μόνο . Έπιασε , λοιπόν , με το βελονάκι να φτιάξει κουρτινάκια . Πόσες ώρες ; Πόσες μέρες ; Πόσοι μήνες ; Ποιος ξέρει ; Τα έμπειρα χέρια και τα δάχτυλα έριχναν με το βελονάκι τις θηλιές , τα μάτια μετρούσαν , άλλαζε το σχέδιο και η τεχνική όταν έπρεπε , ώσπου άρχισαν να εμφανίζονται τα πρώτα λουλούδια τ’ ανθισμένα και τα φύλλα τους τα μεγάλα , λες και η νοικοκυρά ζωντάνευε από το τίποτα μιαν Άνοιξη .
Τέσσερα ίδια κουρτινάκια έπλεξε η νοικοκυρά !!! Ένα για κάθε τζάμι . Κι , γεμάτη καμάρι , όταν τα κρέμασε , άνθισε το παράθυρο , άνθιζε και το πρόσωπο των περαστικών που το αγνάντευαν , άνθιζε και το χαμόγελο της νοικοκυράς που μέσα από τα δαντελένια κουρτινάκια , έβλεπε τον έξω κόσμο πιο όμορφο , πιο χαρούμενο, πιο φωτεινό .
Πέρασαν τα χρόνια … αλλάξαν οι καιροί …ερήμωσε το σπίτι . Ράγισαν τα κεραμίδια κι έβαλαν νερό , ράγισε κι η καρδιά του τοίχου απ’ τον πόνο και την ερημιά , χορτάριασε η αυλή και το κατώφλι , μαγκούφιασε κι η λεμονιά .
Τα κουρτινάκια , όμως , τα πλεγμένα με το βελονάκι και τη σοφία την παλιά , είναι ακόμα εκεί ! Και χαμογελούν σ’ όποιον τα καλημερίζει ή τους λέει καληνύχτα . Και δίνουν κουράγιο στο σπίτι το παλιό ν’ αντέχει και να παίρνει δύναμη και ζωή από τις θύμησες τις παλιές , τότε που άνοιγαν οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού , τότε που έτριζαν τα πατώματα από τα «πέρα-δώθε» των ανθρώπων , τότε που μυρουδιές ξεχύνονταν από τις κατσαρόλες και τα τηγάνια της μικρής κουζίνας , τότε που τα λουλουδικά και τα δέντρα της αυλής πρόκοβαν , άνθιζαν και κάρπιζαν από την αγάπη των ανθρώπων.
Τότε …
*Οι φωτογραφίες από ένα σπίτι στο χωριό Πλάτανος της Ολυμπίας .