Σαν σήμερα ο θάνατος του Γερμανού γιατρού Πάουλ Έρλιχ, που βοήθησε στην ανάπτυξη της χημειοθεραπείας
Πάουλ Έρλιχ, Γερμανός γιατρός και ερευνητής, ο οποίος εισήγαγε τη χημειοθεραπεία και ανακάλυψε το Σαλβαρσάν, ένα φάρμακο για τη σύφιλη. Τιμήθηκε με Βραβείο Νόμπελ το 1908
ΚΟΣΜΟΣ. Ο Πάουλ Έρλιχ γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1854 και ήταν Γερμανοεβραίος γιατρός και επιστήμονας ο οποίος εργάστηκε στα πεδία της ανοσολογίας, της αιματολογίας και της αντιμικροβιακής χημειοθεραπείας. Εφηύρε την πρόδρομο τεχνική της χρώσεως κατά Γκραμ των βακτηρίων. Οι μέθοδοι που ανέπτυξε για τη χρώση του ιστού κατέστησαν δυνατή τη διάκριση μεταξύ των διαφορετικών τύπων κυττάρων του αίματος, διευκολύνοντας τη διάγνωση πολλών ασθενειών του αίματος.
Η χημεία ήταν η πίστη του Έρλιχ. Θεωρούσε τα πάντα χημεία και στους ιστούς του ανθρώπου δεν έβλεπε τίποτε άλλο παρά βενζολικούς δακτυλίους και πλευρικές αλύσεις. Στο έργο του «Οι ανάγκες του οργανισμού σε οξυγόνο» διατυπώνει την άποψη ότι υπάρχει εκλεκτική συγγένεια μερικών ιστών του οργανισμού προς ορισμένες χημικές ενώσεις και θέτει τις πρώτες βάσεις της περίφημης «θεωρίας των πλευρικών αλύσεων».
Εμπνευστής του υπήρξε η υπόθεση του Κεκιλέ (Friedrich August Kekulé von Stradonitz) (1829-1896) για τον δακτύλιο του βενζολίου που τον φανταζόταν ως ένα σταθερό εξαγωνικό πυρήνα, τις κορυφές του οποίου καταλάμβαναν 6 άτομα άνθρακος, και που συνδεόταν με ασταθείς πλευρικές αλύσεις υδρογόνου που μπορούσαν να υποκατασταθούν εύκολα. Έτσι είδε ο Έρλιχ το μόριο του πρωτοπλάσματος: ένα σταθερό πυρήνα με ασταθείς πλευρικές αλύσεις, τους υποδοχείς, που του επέτρεπαν να ενώνεται με τις τροφές και να εξουδετερώνει τις τοξίνες, αποβάλλοντας στη συνέχεια στο αίμα τις συνδεδεμένες μαζί της πλευρικές αλύσεις.

Η θεωρία αυτή αποτέλεσε τη βάση της μελέτης της ανοσίας και των ορολογικών αντιδράσεων. Ο Βάσερμαν έλεγε αργότερα ότι χωρίς τη θεωρία αυτή δε θα είχε ποτέ ανακαλύψει την περίφημη αντίδρασή του. Κατά τον ίδιο τρόπο και τα σώματα των μικροβίων αντιδρούν σε διαφορετικό βαθμό στις χημικές ουσίες με τις οποίες συγγενεύουν περισσότερο. Ο Έρλιχ διέβλεψε ότι ήταν δυνατόν να συμβαίνει το ίδιο και όταν τα μικρόβια βρίσκονται ως παράσιτα στους ιστούς.
Αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πρακτικά με την ανακάλυψη ουσιών που να έχουν χημική συγγένεια και τοξικότητα για τα μικρόβια, ενώ θα είναι συγχρόνως αβλαβείς για τα υγιή κύτταρα του οργανισμού. Το 1890 ο Έρλιχ επέστρεψε από την Αίγυπτο και ονομάσθηκε καθηγητής των λοιμωδών νοσημάτων στο Ινστιτούτο Κοχ στο Βερολίνο. Ήταν η εποχή που ο Μπέρινγκ (Emil von Behring) (1854-1917) ετοίμαζε ένα αντιδιφθεριτικό ορό και ο Ιάπωνας Κιταζάτο αναζητούσε ένα φάρμακο κατά του τετάνου.
Το 1896 έγινε διευθυντής του Πρωσικού Ορολογικού Ινστιτούτου. Έτσι διέθετε πια ένα πλούσιο εργαστήριο για τις έρευνές του. Από το Βερολίνο πήγε τότε στη Φραγκφούρτη (του Μάιν) όπου βρίσκονταν τα μεγαλύτερα εργαστήρια συνθετικών χρωμάτων. Εκεί (το 1901) διάβασε μια εργασία του Λαβεράν, που είχε ανακαλύψει το μικρόβιο της ελονοσίας, για τα τρυπανοσώματα. Στην τρυπανοσωμίαση ακριβώς των ζώων πέτυχε ο Έρλιχ τα πρώτα αποτελέσματα, χρησιμοποιώντας ως φάρμακο τη φουξίνη, το κυανού και το ερυθρό του τρυπανίου.
Τις χρωστικές αυτές έδινε υπό μορφή ενέσεων στα άρρωστα ζώα στις κατάλληλες δόσεις. Με τον τρόπο αυτόν επιβεβαίωσε ότι μπορούν να εξοντωθούν τα παράσιτα με χημικά μέσα χωρίς βλάβη του οργανισμού. Το αποτέλεσμα που πέτυχε το ονόμασε «μείζονα αποστείρωση».
Παρόλα αυτά, η μείζων αυτή αποστειρωτική θεραπεία δε θα πετύχει ποτέ τελείως. Από τα πρώτα κιόλας πειράματα μετά τα τρυπανοσώματα, ο Έρλιχ διαπίστωσε ότι η χορήγηση ανεπαρκούς δόσης για τη «μείζονα αποστείρωση», ανοσοποιεί τα παράσιτα προς τις δόσεις του φαρμάκου που θα ακολουθήσουν. Τότε ο Έρλιχ εργαζόταν πια στο ειδικό ινστιτούτο Georg Speier Haus και μπορούσε να πραγματοποιηθεί η φιλοδοξία του να αφιερωθεί συστηματικά στην ανάπτυξη της χημειοθεραπείας. Ο πιο σπουδαίος στόχος του ήταν η έρευνα των θεραπευτικών αποτελεσμάτων του αρσενικού στη σύφιλη.

Στο εργαστήριό του ανακαλύφθηκε η αρσφεναμίνη (σαλβαρασάνη), η πρώτη αποτελεσματική φαρμακευτική θεραπεία για τη σύφιλη, εγκαινιάζοντας έτσι και την ονομασία της έννοιας της χημειοθεραπείας. Ο Έρλιχ διέδωσε την έννοια της «μαγικής σφαίρας». Είχε επίσης αποφασιστική συμβολή στην ανάπτυξη ενός αντιορού για την καταπολέμηση της διφθερίτιδας και σκέφτηκε μια μέθοδο για την τυποποίηση θεραπευτικών ορών.
Ο Γερμανός σοφός, ανακοίνωσε ότι με τη «σαλβαρσάνη», όπως λεγόταν πια το «606», η αβέβαιη θεραπεία της σύφιλης με υδράργυρο ήταν πια ξεπερασμένη. Ανέφερε την περίπτωση συφιλιδικού που ο λαιμός του είχε κλείσει τόσο, ώστε να τρέφεται με καθετήρα, και που σε 6 ώρες μετά την ένεση της σαλβαρσάνης μπόρεσε να τραφεί κανονικά. Κανένα φάρμακο μέχρι τότε στον κόσμο δεν είχε δώσει τέτοια αποτελέσματα.
Το Ινστιτούτο Georg Speier άρχισε να παράγει υπό έκτακτες συνθήκες προφυλάξεων (ίχνη αέρος μπορούσαν να μεταβάλουν το φάρμακο σε δηλητήριο) σημαντικές ποσότητες του νέου φαρμάκου. Ο Έρλιχ, που τότε ακριβώς προσβλήθηκε από διαβήτη, έκανε τον έλεγχο των περιπτώσεων που υποβάλλονταν σε θεραπεία. Από τα 65.000 περιστατικά, αρκετά δεν παρουσίαζαν ικανοποιητικά αποτελέσματα. Οι παρενέργειες δεν ήταν λίγες: άρχιζαν με εμετούς και λόξυγκα για να καταλήξουν σε σπασμούς των μυών, και σε μερικές περιπτώσεις και στο θάνατο.
Ο Έρλιχ άρχισε να αναζητεί κάτι καλύτερο. Εκατοντάδες αρσενικούχων ενώσεων δοκιμάσθηκαν για να καταλήξουν στο τέλος στο παρασκεύασμα υπ’ αριθμό «914», τη «νεοσαλβαρσάνη» που θα μείνει από τότε, μέχρι την ανακάλυψη της πενικιλίνης, το μοναδικό φάρμακο για τη θεραπεία της σύφιλης. Η εικόνα του Έρλιχ θα έμενε ατελής χωρίς δυο λόγια για την ανθρώπινη πλευρά της. Ο Γερμανός σοφός συνδύαζε καλοσύνη, ευθύτητα χαρακτήρα, ζωηρότητα πνεύματος, ενεργητική ιδιοσυγκρασία και λεπτό χιούμορ.
Το 1908, του απονεμήθηκε το Βραβείο Νόμπελ Φυσιολογίας και Ιατρικής για την συμβολή του στην ανοσολογία, από κοινού με το Ιλιά Μέτσνικοφ, για την εργασία του στην ανοσολογία. Μια επιστολή ευγνωμοσύνης από ένα θεραπευμένο άρρωστο τον συγκινούσε περισσότερο απ’ όλες τις ακαδημαϊκές τιμές που του είχαν αποδοθεί ανάμεσα στις οποίες ήταν το βραβείο Νόμπελ για την ιατρική του 1908. Πέθανε στις 20 Αυγούστου 1915.