Η Τυνησία αλλάζει τις ισορροπίες στην παγκόσμια αγορά ελαιολάδου
Ρεκόρ συγκομιδής ελαιολάδου αναμένεται στην Τυνησία για το 2025/2026, με την παραγωγή να την κατατάσσει δεύτερη παγκοσμίως πίσω από την Ισπανία και να προσφέρει σημαντική ανάσα στην οικονομία
ΚΟΣΜΟΣ. Έτοιμη να ξεπεράσει την Ιταλία και να αναδειχθεί σε δεύτερη μεγαλύτερη παραγωγό ελαιολάδου παγκοσμίως, πίσω μόνο από την Ισπανία, εμφανίζεται η Τυνησία, χάρη σε μία από τις ισχυρότερες συγκομιδές των τελευταίων ετών.
Παραγωγή-ρεκόρ χάρη στις καιρικές συνθήκες
Οι παραγωγοί ελαιολάδου στη χώρα της Βόρειας Αφρικής προσδοκούν εξαιρετικά υψηλή σοδειά, αποτέλεσμα των ευνοϊκών βροχοπτώσεων της φετινής περιόδου.
Όπως αναφέρουν οι Financial Times, επικαλούμενοι εκτιμήσεις του Vito Martielli, ανώτερου αναλυτή δημητριακών και ελαιούχων σπόρων της Rabobank, η παραγωγή της περιόδου 2025-2026 εκτιμάται μεταξύ 380.000 και 400.000 τόνων.
Η επίδοση αυτή συνιστά σημαντική αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη σεζόν, όταν –κατά τις εκτιμήσεις της Rabobank– η παραγωγή είχε φτάσει περίπου τους 340.000 τόνους, και τοποθετεί την Τυνησία μπροστά από την Ιταλία και την Ελλάδα.
Φιλοδοξίες για ακόμη υψηλότερα επίπεδα
Ακόμη πιο αισιόδοξη εμφανίζεται η Najeh Saidi Hamed, επικεφαλής του Επιμελητηρίου Τυνήσιων Παραγωγών Ελαιολάδου, η οποία δήλωσε ότι η συγκομιδή θα μπορούσε να αγγίξει ακόμη και τους 500.000 τόνους, επίπεδο που θα αποτελούσε ιστορικό ρεκόρ για τη χώρα.

Οι υψηλές τιμές ενίσχυσαν την παραγωγή
Όπως επισημαίνει ο Martielli, η άνοδος της παραγωγής συνδέεται και με τις υψηλές διεθνείς τιμές ελαιολάδου των τελευταίων ετών. «Η τιμή έφτασε τα 10.000 δολάρια ανά τόνο, γεγονός που οδήγησε σε επέκταση των καλλιεργειών στην Τυνησία και, κατ’ επέκταση, σε αυξημένη παραγωγή», ανέφερε.
Από τα τέλη του 2022, η ξηρασία και τα κύματα καύσωνα –που αποδίδονται στην κλιματική αλλαγή– έπληξαν σοβαρά την παραγωγή στην Ισπανία, την Ιταλία και την Ελλάδα, ωθώντας τις τιμές ανοδικά και ενθαρρύνοντας παραγωγούς, κυρίως στη Βόρεια Αφρική, να αυξήσουν την παραγωγή τους.
Στήριγμα για μια εύθραυστη οικονομία
Οι εξαγωγές ελαιολάδου, μαζί με τον τουρισμό, αποτελούν βασικές πηγές συναλλάγματος για την Τυνησία, η οποία αντιμετωπίζει υψηλό δημόσιο χρέος και χαμηλή ανάπτυξη από τότε που ο πρόεδρος Kaïs Saïed συγκέντρωσε την εξουσία το 2021.
Η χώρα έχει αποκλειστεί από τις διεθνείς αγορές χρέους από το 2023, μετά την απόρριψη πακέτου διάσωσης ύψους 1,9 δισ. δολαρίων από το ΔΝΤ, με τον πρόεδρο να δηλώνει ότι δεν αποδέχεται «υποδείξεις» για τη διακυβέρνηση της οικονομίας.
Ανάπτυξη με αστερίσκους
Παρά τις πολιτικές ανατροπές, η οικονομική ανάπτυξη παραμένει περιορισμένη. Σύμφωνα με την World Bank, η οικονομία ενισχύθηκε κατά 2,4% τους πρώτους εννέα μήνες του 2025, εξέλιξη που αποδίδεται κυρίως στις ευνοϊκές καιρικές συνθήκες, την αύξηση της αγροτικής παραγωγής και την ανάκαμψη της οικοδομής και του τουρισμού.
Ωστόσο, όπως σημειώνει ο Riccardo Fabiani, διευθυντής Βόρειας Αφρικής της International Crisis Group, η βελτίωση αυτή οφείλεται περισσότερο σε συγκυριακούς παράγοντες και όχι σε στοχευμένες μεταρρυθμίσεις.
Εξαγωγές, διαφάνεια και επιφυλακτικότητα επενδυτών
Το 2023, οι εξαγωγές ελαιολάδου απέφεραν ρεκόρ εσόδων 1,3 δισ. δολαρίων, συμβάλλοντας στην κάλυψη εξωτερικών πιέσεων, σύμφωνα με τον James Swanston, ανώτερο οικονομολόγο της Capital Economics.
Το μεγαλύτερο μέρος του τυνησιακού ελαιολάδου εξάγεται χύμα, με την Ιταλία να αποτελεί τον βασικό αγοραστή, συχνά για ανάμειξη και επανεξαγωγή με ευρωπαϊκές ετικέτες, πρακτική που έχει προκαλέσει ανησυχίες για τη διαφάνεια της προέλευσης. Σταθερές αγορές αποτελούν επίσης η Ισπανία και η Γαλλία, ενώ οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδεικνύονται σε αναπτυσσόμενη αγορά.
Παρά τη θετική συγκυρία, ο Moez Labidi, Τυνήσιος οικονομολόγος και σύμβουλος του Arab Planning Institute, επισημαίνει ότι πολλοί επιχειρηματίες τηρούν στάση αναμονής, λόγω ενός αβέβαιου επιχειρηματικού περιβάλλοντος και φόβων για παρεμβάσεις του κράτους.
Η προοπτική μιας ακόμη ισχυρής σοδειάς ελαιολάδου αναμένεται να προσφέρει πρόσκαιρη ανάσα στην τυνησιακή οικονομία, χωρίς ωστόσο να αίρει τις διαρθρωτικές προκλήσεις που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει η χώρα.