ΕΛΛΑΔΑ. Διπλό σήμα εμπιστοσύνης στην ελληνική οικονομία από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης Moody’s και Scope Ratings.

Η πρώτη αναβάθμισε τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από σταθερές, σε θετικές, ενώ νωρίτερα ο γερμανικός οίκος είχε αναβαθμίσει την ελληνική οικονομία κατά μία βαθμίδα στο ΒΒΒ+.

Σε δήλωσή του, ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης ανέφερε ότι οι αποφάσεις αυτές αναγνωρίζουν ότι η ελληνική οικονομία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και αξιοπιστία και επιβεβαιώνουν τις ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις, την ανάπτυξη πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, την άνοδο των επενδύσεων και την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων.

«Η αξιοπιστία χτίζεται με αποτελέσματα. Οι σημερινές αποφάσεις, όπως και η επιστροφή του Χρηματιστηρίου της Αθήνας στις ανεπτυγμένες αγορές, είναι σημαντικές κατακτήσεις μιας πορείας που πρέπει να συνεχίσουμε. Με δημοσιονομική συνέπεια, επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την παραγωγικότητα και δημιουργούν καλύτερα αμειβόμενες δουλειές και υψηλότερα εισοδήματα για τους πολίτες» πρόσθεσε ο υπουργός.

Από πλευράς του ο Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Νίκος Παπαθανάσης σημείωσε ότι οι ανακοινώσεις των οίκων Moody’s και Scope Ratings αποτελούν ακόμα μια διεθνή αναγνώριση των αντοχών και των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας. Μια ακόμα πιστοποίηση της ορθότητας της αναπτυξιακής οικονομικής πολιτικής με κοινωνικό πρόσημο και δημοσιονομική σοβαρότητα που πιστά ακολουθούν οι κυβερνήσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μια ακόμα ψήφο εμπιστοσύνης στη μεταρρυθμιστική πολιτική που υλοποιείται και στο μετρήσιμο αποτέλεσμα που επιφέρει, ενισχύοντας ταυτόχρονα περαιτέρω την ίδια την αξιοπιστία της χώρας.

«Η Ελλάδα, έχοντας πλέον εδραιώσει τη θέση της εντός της επενδυτικής βαθμίδας, παρά τους αντίθετους ανέμους που πνέουν διεθνώς, στον αντίποδα των κραδασμών που δέχονται ακόμα και παραδοσιακά ισχυρές οικονομίες της υπόλοιπης Ευρώπης, μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής σταθερότητας, επιδεικνύει αξιοσημείωτη αντοχή και υγιή θεμελιώδη μεγέθη. Γεγονός που με τη σειρά του, επιτρέπει τη δημιουργία αναχωμάτων και τη συνέχιση της στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απέναντι στις επιπτώσεις που δημιουργούν η γεωπολιτική αβεβαιότητα και η ενεργειακή ρευστότητα» πρόσθεσε.

Moody’s: Η Ελλάδα ενισχύει την ανθεκτικότητά της

Ο οίκος πιστοληπτικής αξιολόγησης Moody’s Ratings ανέφερε ότι υπάρχουν αυξανόμενες ενδείξεις πως η συνεχής εστίαση των Αρχών στις διαρθρωτικές οικονομικές και θεσμικές μεταρρυθμίσεις αποδίδει καρπούς με τη μορφή αυξημένης οικονομικής και δημοσιονομικής ανθεκτικότητας, η οποία «υπερβαίνει τις τρέχουσες προσδοκίες» του.

Αυτό, με τη σειρά του, προσθέτει ο Moody’s, θα μπορούσε να βελτιώσει τους διαρθρωτικoύς ρυθμούς ανάπτυξης. «Επιπλέον, η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα θα ενισχύσει την ικανότητα της κυβέρνησης να διατηρήσει την πολυετή διαδικασία μείωσης του χρέους», μεταξύ άλλων μέσω της συνέχισης της πρόωρης αποπληρωμής μέρους του που δημιουργήθηκε την περίοδο της κρίσης.

Οι θετικές προοπτικές «αντανακλούν επίσης την αυξανόμενη, αν και όχι ακόμη βέβαιη, εμπιστοσύνη ότι τα πρόσφατα δημοσιονομικά οφέλη, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής συναίνεσης υπέρ της διατήρησης της πορείας μείωσης του χρέους, θα αποδειχθούν ανθεκτικά στις διακυμάνσεις του οικονομικού κύκλου», σημειώνεται.

Η επιβεβαίωση του αξιόχρεου «Baa3» της Ελλάδας «αντανακλά το σταθερό ιστορικό μεταρρυθμίσεων της χώρας, τους ευνοϊκούς διαρθρωτικούς δείκτες βιωσιμότητας του χρέους και τις σημαντικές βελτιώσεις στα δημόσια οικονομικά, αλλά και τις διαρθρωτικές προκλήσεις για το πιστωτικό προφίλ της, όπως το ότι το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι υψηλό, τα μεγάλα εξωτερικά ελλείμματα , τη μέτρια παραγωγικότητα καθώς και το σημαντικό απόθεμα προβληματικών δανείων εκτός του τραπεζικού συστήματος, το οποίο επιβαρύνει τα χρεωμένα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις».

Αιτιολόγηση της αξιολόγησης

Ο Moody’s επισημαίνει πως υπάρχουν ενδείξεις ότι οι διαρκείς διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις των Αρχών χαλαρώνουν σταδιακά τους μακροχρόνιους περιορισμούς στις επενδύσεις και στην κατανομή των πόρων, ενώ συνεχίζουν να προσελκύουν περισσότερη δραστηριότητα στην επίσημη οικονομία. Οι επενδύσεις του ιδιωτικού τομέα αυξάνονται με φόντο τις βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση, στην αδειοδότηση επιχειρήσεων, το πτωχευτικό καθεστώς, στις δικαστικές διαδικασίες, στη διαχείριση της γης, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη φορολογία της εργασίας και στην πολιτική δεξιοτήτων. Επιπλέον, όλο και περισσότερες επιχειρήσεις αναπτύσσονται και εντάσσονται στην επίσημη οικονομία. Αυτό, με τη σειρά του, συμπίπτει με την ενίσχυση της απασχόλησης και των εξαγωγών, καθώς και με την υγιέστερη κατάσταση των ισολογισμών του ιδιωτικού τομέα.

«Η ισχύς των ενδείξεων ποικίλλει ανάλογα με τους τομείς των μεταρρυθμίσεων και παραμένει αβέβαιη σε αρκετούς από αυτούς, αλλά το εύρος αυτών των θετικών σημάτων αυξάνει την πιθανότητα το σωρευτικό τους αποτέλεσμα να αποδειχθεί σημαντικό για το πιστωτικό προφίλ της Ελλάδας», αναφέρει ο Moody’s.

Το αναπτυξιακό μοντέλο της Ελλάδας, προσθέτει, έχει αποκτήσει περισσότερο επενδυτικό χαρακτήρα και υποστηρίζει όλο και περισσότερο την παραγωγικότητα, σημειώνοντας ότι η αύξηση των επενδύσεων είναι ευρύτερη από μια παροδική ώθηση από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF). «Οι ιδιωτικές επενδύσεις αντιπροσώπευαν σχεδόν τα δύο τρίτα της αύξησης κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες του λόγου επενδύσεων προς το ΑΕΠ από το 2020. «Η πιο πρόσφατη στήριξη από το RRF, μέσω επιχορηγήσεων, επιδοτούμενων δανείων και συμπληρωματικών δημόσιων υποδομών, είναι επομένως πιο πιθανό να έχει ενισχύσει μια ανάκαμψη των επενδύσεων που ήταν ήδη σε εξέλιξη, παρά να την έχει προκαλέσει». Η σύνθεση των άμεσων ξένων επενδύσεων είναι επίσης λιγότερο συγκεντρωμένη στον τομέα των ακινήτων.

«Η διάρθρωση του επιχειρηματικού τομέα γίνεται όλο και πιο ευνοϊκή για την παραγωγικότητα και την αύξηση των εξαγωγών, αν και από επίπεδα που παραμένουν μέτρια σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Η μεταβολή αυτή είναι ορατή στην αυξανόμενη συμβολή των δραστηριοτήτων έντασης γνώσης. Επιπλέον, το μερίδιο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων (με 50 και πλέον εργαζόμενους) στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε σε περίπου 60% το 2024 από 45% το 2009, παράλληλα με την ανάπτυξη της μεταποίησης υψηλής τεχνολογίας και των εξαγωγών χρηματοοικονομικών και επαγγελματικών υπηρεσιών». Αυτή η μετάβαση παραμένει ημιτελής, αλλά το σωρευτικό της αποτέλεσμα αυξάνει την πιθανότητα ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας (τον οποίο εκτιμούμε σε περίπου 1,5%) και η δημοσιονομική ανθεκτικότητα θα μπορούσε να ξεπεράσει τις τρέχουσες προσδοκίες μας».

Ισχυροί δημοσιονομικοί θεσμοί

«Το βασικό σενάριο για την πορεία του χρέους της Ελλάδας παραμένει σε γενικές γραμμές σύμφωνο με τις προσδοκίες μας κατά την αναβάθμιση του Μαρτίου 2025. Η συνεχιζόμενη ονομαστική ανάπτυξη, τα μεγάλα πρωτογενή πλεονάσματα και η ενεργή χρήση των ταμειακών διαθεσίμων για την αποπληρωμή του χρέους έχουν διατηρήσει τον δείκτη χρέους σε απότομη καθοδική πορεία, μειώνοντάς τον στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025 από 154,2% το 2024 και 209,4% στο υψηλό επίπεδο του 2020. Αναμένουμε περαιτέρω μείωση στο 120% του ΑΕΠ έως το 2030. Αυτή η πορεία μείωσης του χρέους και τα πρωτογενή πλεονάσματα της τάξης του 2,5-3,0% του ΑΕΠ που τη στηρίζουν βασίζονται σε ολοένα και πιο σταθερά θεσμικά θεμέλια, τα οποία υποδηλώνουν ότι η μείωση αυτή μπορεί να διατηρηθεί καθ’ όλη τη διάρκεια του οικονομικού κύκλου, μόλις ο πληθωρισμός και η ανάπτυξη ομαλοποιηθούν και τα επίπεδα χρέους δεν είναι πλέον τα υψηλότερα στη ζώνη του ευρώ».

Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών και της απασχόλησης έχει περιορίσει τις δυνατότητες υποδήλωσης εσόδων σε τομείς που ιστορικά ήταν δύσκολο να φορολογηθούν και έχει συμβάλει σε διαρκείς βελτιώσεις στην είσπραξη εσόδων. Το εκτιμώμενο κενό συμμόρφωσης στον ΦΠΑ μειώθηκε σε περίπου 9% το 2024 από 24% το 2019, σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τον μέσο όρο της ΕΕ που ήταν 9,5% το 2023.

Η Ελλάδα αξιοποίησε αυτή την ισχυρή δημοσιονομική επίδοση για να επιταχύνει την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους της από την περίοδο της κρίσης: η κυβέρνηση αποπλήρωσε πρόωρα 5,3 δισ. ευρώ στα τέλη του 2025 και σχεδιάζει να αποπληρώσει επιπλέον 13 δισ. ευρώ (5,0% του ΑΕΠ) έως τα τέλη του 2026. «Η πρόωρη αποπληρωμή μειώνει το ακαθάριστο χρέος και τις μελλοντικές ανάγκες εξυπηρέτησης του και καταδεικνύει τη συνεχή δέσμευση για μείωση του χρέους και, ως εκ τούτου, υποδηλώνει την πιθανότητα να παρατηρούμε μια πιο θεμελιώδη ενίσχυση των δημοσιονομικών θεσμών και της ανθεκτικότητας του πιστωτικού προφίλ της Ελλάδας», σημειώνει ο Moody’s.

Λόγοι για επιβεβαίωση του αξιόχρεου Baa3

Οι αξιολογήσεις Baa3 της Ελλάδας υποστηρίζονται από ένα ισχυρό ιστορικό μεταρρυθμίσεων, μια δυναμική ανάπτυξη και ένα ταχέως μειούμενο βάρος του δημόσιου χρέους. Ωστόσο, αντανακλούν επίσης τις διαρθρωτικές προκλήσεις της χώρας. Η οικονομική ισχύς της χώρας επηρεάζεται αρνητικά από μια βαθιά αρνητική καθαρή διεθνή επενδυτική θέση και μακροπρόθεσμες δημογραφικές πιέσεις που θα επιβαρύνουν την προσφορά εργασίας και τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή ικανότητα. Αν και οι τράπεζες δεν επιβαρύνονται πλέον με υψηλά επίπεδα μη εξυπηρετούμενων δανείων, μεγάλο μέρος αυτού του προβληματικού χρέους παραμένει στην οικονομία. Ενώ οι ισολογισμοί του ιδιωτικού τομέα ενισχύονται συνολικά, αυτό το παραμένον προβληματικό χρέος σε ορισμένους τομείς της οικονομίας εξακολουθεί να επιβαρύνει το αναπτυξιακό δυναμικό.

Όσον αφορά τη δημοσιονομική ισχύ της κυβέρνησης, τα επίπεδα του ελληνικού χρέους θα εξακολουθήσουν να συγκαταλέγονται μεταξύ των υψηλότερων στο σύνολο των αξιολογούμενων από εμάς χωρών έως το τέλος της δεκαετίας αυτής, παρά τη συνεχιζόμενη πρόωρη αποπληρωμή του χρέους της περιόδου της κρίσης. Ωστόσο, η δομή του χρέους περιορίζει επίσης την έκθεση της Ελλάδας στην αύξηση των επιτοκίων παγκοσμίως.

Scope: Ταχεία μείωση χρέους και ενισχυμένη οικονομική ανθεκτικότητα

Στην αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου στη βαθμίδα ΒΒΒ+ με σταθερές προοπτικές από ΒΒΒ με θετικές προοπτικές προχώρησε ο οίκος Scope Ratings. Πρόκειται για τη δεύτερη αναβάθμιση του ελληνικού αξιόχρεου εντός της επενδυτικής βαθμίδας από τον Scope, ο οποίος είχε δώσει την επενδυτική βαθμίδα στην Ελλάδα το 2023, πρώτος από τους πέντε μεγάλους οίκους πιστοληπτικής αξιολόγησης.

Στην ανακοίνωσή του, ο γερμανικός οίκος σημειώνει ότι η αναβάθμιση στηρίχθηκε στην ταχεία μείωση του χρέους και τη βελτίωση της ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας, ενώ το δημόσιο χρέος που παραμένει υψηλό, οι διαρθρωτικοί περιορισμοί στην ανάπτυξη και οι επίμονες εξωτερικές ευπάθειες εξακολουθούν να αποτελούν βασικούς περιορισμούς.

Ειδικότερα, αναφέρει ότι η αναβάθμιση του αξιόχρεου της Ελλάδας σε BBB+ αντανακλά:

• Τη ραγδαία μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας, που υποστηρίζονται από μεγάλα και σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και από το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει την ικανότητα της κυβέρνησης να δημιουργεί έσοδα και υποστηρίζουν τη συνεχή μείωση του χρέους.

• Τη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, που υποστηρίζονται από τη συνεχή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, την ισχυρή δυναμική των επενδύσεων και τα σημαντικά επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ. Η Ελλάδα έχει σταθερά καλύτερες επιδόσεις από τη ζώνη του ευρώ τα τελευταία χρόνια, γεγονός που αποτελεί όλο και πιο σαφή ένδειξη της ενισχυμένης ανθεκτικότητάς της σε σχέση με την περίοδο πριν την πανδημία

Βασικοί παράγοντες που επηρεάζουν την αξιολόγηση

• Ταχεία μείωση του χρέους και ενισχυμένη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Η δημοσιονομική απόδοση της Ελλάδας παραμένει πολύ ισχυρή, υποστηριζόμενη από την ισχυρή αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και τη συνετή διαχείριση των δαπανών. Η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα της γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025. «Τα δημοσιονομικά αποτελέσματα παρέμειναν ανθεκτικά το 2026, παρά το λιγότερο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, υπογραμμίζοντας την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της Ελλάδας και τη συνεχή δέσμευση των αρχών στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση. Ως αποτέλεσμα, ο Scope αναμένει ότι η δημοσιονομική απόδοση της Ελλάδας θα παραμείνει μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ, με το συνολικό πλεόνασμα να προβλέπεται γύρω στο 3,0% του ΑΕΠ το 2026 και το πρωτογενές πλεόνασμα γύρω στο 4,1% του ΑΕΠ. Αν και η Scope αναμένει ότι το πρωτογενές πλεόνασμα θα μειωθεί σταδιακά στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, αντανακλώντας μια μετρημένη δημοσιονομική επέκταση, μέσω υψηλότερων δαπανών για συντάξεις και προσωρινών μέτρων στήριξης στον τομέα της ενέργειας, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά και να στηρίζουν τη συνεχή μείωση του χρέους», σημειώνει ο οίκος.

• Η διαρκής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, υποστηριζόμενη από θεσμικές μεταρρυθμίσεις και την ψηφιοποίηση, έχει βελτιώσει σημαντικά την είσπραξη εσόδων. Αντανακλώντας αυτά τα κέρδη, ο λόγος των φορολογικών εσόδων αυξήθηκε από 20,5% του ΑΕΠ το 2009 σε περίπου 28,0% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ αυξήθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ κατά την ίδια περίοδο. Ο Scope αναμένει ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχίσουν να στηρίζουν σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να κυμανθούν κατά μέσο όρο γύρω στο 3,0% του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2028-31.

• Τα διαρκή πρωτογενή πλεονάσματα και οι ευνοϊκές διαφορές μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίων συνεχίζουν να στηρίζουν τη ραγδαία μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Η αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κυμάνθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% κατά την περίοδο 2023-25, σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ που ήταν περίπου 1,0%, και προβλέπεται να παραμείνει ανθεκτική στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027.

• Σε συνδυασμό με τα συνεχιζόμενα δημοσιονομικά πλεονάσματα, ο Scope αναμένει ότι αυτό θα μειώσει το δημόσιο χρέος σε περίπου 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, με την υποστήριξη περαιτέρω πρόωρων αποπληρωμών δημόσιου χρέους. Ο Scope προβλέπει ότι ο λόγος του χρέους θα μειωθεί περαιτέρω στο 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Αν και ο πληθωρισμός αναμένεται να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, στο 3,8 % το 2026, πριν αρχίσει να επιβραδύνεται, η συνεχιζόμενη αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη στήριξη στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.

• Η βιωσιμότητα του χρέους ενισχύεται περαιτέρω από την εξαιρετικά ευνοϊκή δομή του χρέους της Ελλάδας, η οποία χαρακτηρίζεται από μακρές προθεσμίες λήξης, χαμηλούς κινδύνους αναχρηματοδότησης, σημαντικά αποθέματα ρευστότητας και υψηλό ποσοστό χρηματοδότησης από τον επίσημο τομέα με ευνοϊκούς όρους. Περίπου το 70% του δημόσιου χρέους οφείλεται σε πιστωτές του επίσημου τομέα με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του δημόσιου χρέους ανερχόταν σε 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026. Επιπλέον, τα σημαντικά ταμειακά αποθέματα ύψους περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν στο 13% του ΑΕΠ, παρέχουν σημαντικό απόθεμα ασφαλείας έναντι της μεταβλητότητας της αγοράς, ενώ οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες αναμένεται να παραμείνουν άνετα κάτω από το 10% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Οι πληρωμές τόκων ως ποσοστό των κρατικών εσόδων προβλέπεται να παραμείνουν σε πολύ χαμηλά επίπεδα τα επόμενα χρόνια, με μέσο όρο 6,8% κατά την περίοδο 2026-31.

• Σε συνδυασμό με την προληπτική διαχείριση του χρέους, οι παράγοντες αυτοί ενισχύουν τη δυνατότητα αποπληρωμής του και συγκρίνονται ευνοϊκά με πολλές χώρες που παρουσιάζουν σημαντικά χαμηλότερους δείκτες χρέους. Ως αποτέλεσμα, η βιωσιμότητα του χρέους της Ελλάδας έχει ενισχυθεί σημαντικά, υποστηρίζοντας την αναβάθμιση σε BBB+, παρά το ακόμη υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις