Πράσινη και Ψηφιακή Μετάβαση: Τα 5 «πρέπει» για να έχει αποτέλεσμα
«Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η απορρόφηση πόρων δεν ταυτίζεται αυτομάτως με διαρθρωτική αύξηση της παραγωγικότητας - Σύμφωνα με ευρωπαϊκούς δείκτες, λιγότερο από το 30% των ελληνικών ΜμΕ χρησιμοποιεί προηγμένα ψηφιακά εργαλεία»
Γράφει ο Θεόδωρος Κουναδέας*
Η ελληνική οικονομία διανύει μια περίοδο αυξημένων επενδυτικών ροών, με επίκεντρο την πράσινη και την ψηφιακή μετάβαση. Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF), σε συνδυασμό με το νέο ΕΣΠΑ και ιδιωτικά κεφάλαια, δημιουργούν πρωτοφανείς χρηματοδοτικές δυνατότητες.
Ωστόσο, η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι η απορρόφηση πόρων δεν ταυτίζεται αυτομάτως με διαρθρωτική αύξηση της παραγωγικότητας. Ένας κρίσιμος προβληματισμός είναι εάν οι πόροι κατευθύνονται σε παρεμβάσεις που δύναται να συγκροτήσουν ένα συνεκτικό νέο παραγωγικό υπόδειγμα ή αν παραμένουν αποσπασματικές, με περιορισμένο μακροοικονομικό και μικροοικονομικό αποτύπωμα.
Μακροοικονομικό και Επενδυτικό Πλαίσιο
Η ελληνική οικονομία καταγράφει την τελευταία τριετία αυξημένο ακαθάριστο σχηματισμό πάγιου κεφαλαίου, με τις επενδύσεις να προσεγγίζουν ή και να υπερβαίνουν το 15% του ΑΕΠ. Σημαντικό μέρος αυτής της αύξησης συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με δημόσιες πολιτικές πράσινης και ψηφιακής μετάβασης. Παρά τη θετική αυτή εξέλιξη, η παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η απόκλιση, που υπερβαίνει το 30%, αντανακλά χαμηλή τεχνολογική ένταση και αδύναμους μηχανισμούς διάχυσης της γνώσης.
Ενεργειακή Μετάβαση
Η διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας στην ηλεκτροπαραγωγή έχει αυξηθεί σημαντικά, υπερβαίνοντας το 50% σε ετήσια βάση. Επιπλέον, οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις νησιών συνιστούν έργα υψηλής οικονομικής απόδοσης, καθώς μειώνουν το δημοσιονομικό κόστος και ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια. Ωστόσο, η αξιολόγηση με όρους οικονομικής αποτελεσματικότητας αποκαλύπτει δομικά ελλείμματα. Η περιορισμένη ανάπτυξη έργων αποθήκευσης ενέργειας, οι κορεσμοί στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής και η καθυστέρηση στην ανάπτυξη ευφυών δικτύων οδηγούν σε αυξανόμενες περικοπές παραγωγής, οι οποίες καθιστούν το ενεργειακό ισοζύγιο ευάλωτο και περιορίζουν τη δυνατότητα μετακύλισης του χαμηλότερου οριακού κόστους ΑΠΕ στην τελική τιμή ενέργειας.
Ψηφιακή Δημόσια Διοίκηση
Η ψηφιοποίηση υπηρεσιών του Δημοσίου έχει μειώσει σημαντικά το διοικητικό κόστος συναλλαγών για πολίτες και επιχειρήσεις. Η μείωση διοικητικών βαρών και χρόνου συναλλαγών αποτελεί σημαντικό μετρήσιμο αποτέλεσμα.
Στο εσωτερικό της Δημόσιας Διοίκησης, η περιορισμένη διαλειτουργικότητα πληροφοριακών συστημάτων, η χαμηλή αξιοποίηση δεδομένων και η απουσία ανασχεδιασμού διαδικασιών υποδηλώνουν ότι ο ψηφιακός μετασχηματισμός συχνά λειτουργεί ως τεχνολογική επικάλυψη υφιστάμενων δομών και όχι ως εργαλείο οργανωτικής αναδιάρθρωσης.
Επιχειρήσεις και Ψηφιακή Ένταξη
Στον ιδιωτικό τομέα η διαφοροποίηση είναι έντονη. Μεγάλες επιχειρήσεις ενσωματώνουν τεχνολογίες αυτοματοποίησης, ERP, ανάλυσης δεδομένων και Τεχνητής Νοημοσύνης, επιτυγχάνοντας οικονομίες κλίμακας και βελτίωση αποδοτικότητας.
Αντιθέτως, η πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων εμφανίζει χαμηλή ψηφιακή ένταση. Σύμφωνα με ευρωπαϊκούς δείκτες, λιγότερο από το 30% των ελληνικών ΜμΕ χρησιμοποιεί προηγμένα ψηφιακά εργαλεία. Οι επενδύσεις συχνά καθοδηγούνται από επιδοτήσεις και όχι από στρατηγική ανάλυση κόστους-οφέλους. Το αποτέλεσμα είναι περιορισμένη επίδραση στην παραγωγικότητα και την εξωστρέφεια.
Πρωτογενής Τομέας
Ο πρωτογενής τομέας, με συμμετοχή κάτω του 4% στο ΑΕΠ, παραμένει κρίσιμος για την περιφερειακή ανάπτυξη, αλλά χαρακτηρίζεται από χαμηλή παραγωγικότητα και περιορισμένη μεταποίηση. Η κυρίαρχη πολιτική στήριξης βασίζεται σε εισοδηματικές ενισχύσεις, χωρίς επαρκή έμφαση στη διαρθρωτική αναβάθμιση.
Η ενίσχυση της παραγωγικότητας προϋποθέτει επενδύσεις σε αγροτεχνολογία, ψηφιακή γεωργία, διαχείριση υδάτων και πιστοποίηση ποιότητας.
Η πράσινη μετάβαση μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός διαφοροποίησης, εφόσον ενταχθεί σε οργανωμένο παραγωγικό σχεδιασμό και συνδεθεί με τη μεταποίηση και τις εξαγωγές.
Συμπερασματικά
Η πράσινη και η ψηφιακή μετάβαση μπορούν να λειτουργήσουν ως καταλύτες μόνο αν ενσωματωθούν σε μια στρατηγική αύξησης της παραγωγικότητας και της τεχνολογικής έντασης.
Η μετάβαση σε νέο παραγωγικό μοντέλο απαιτεί:
- Σύνδεση επενδύσεων με δείκτες παραγωγικότητας και όχι μόνο απορρόφησης.
- Ιεράρχηση έργων με υψηλό πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα, ιδίως σε ενέργεια και ψηφιακές υποδομές.
- Υποχρεωτική οργανωτική αναδιάρθρωση σε δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις ψηφιακού χαρακτήρα.
- Στοχευμένη αναβάθμιση ΜμΕ με έμφαση στη λειτουργική αποδοτικότητα και όχι στην τεχνολογική βιτρίνα.
- Ολοκληρωμένη αγροδιατροφική στρατηγική με έμφαση στην προστιθέμενη αξία.
Ανεξάρτητα από την ανάπτυξη που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική οικονομία και την αντιμετώπιση χρόνιων στρεβλώσεων, χωρίς τις παραπάνω προϋποθέσεις, οι επενδύσεις που υλοποιούνται κινδυνεύουν να λειτουργήσουν περισσότερο ως δείκτες απορρόφησης κονδυλίων και λιγότερο ως μοχλοί επίτευξης βιώσιμης ανάπτυξης.
(*) Επίκουρος καθηγητής
Χρηματοοικονομικής Λογιστικής,
Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οργανισμών - ΕΚΠΑ
Πηγή: DEALnews