Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Η Τσικνοπέμπτη ήταν «Χαράς Ευαγγέλιο» για τους μερακλήδες βαρελόφρονες της παλιάς Σπάρτη. Άνθρωποι της φτωχολογιάς, οι περισσότεροι, που καθημερινά πάλευαν στο σκληρό μεροκάματο και στις δουλειές του ποδαριού, για να ζήσουν τις οικογένειές τους.

Όχι ότι τον άλλον καιρό δεν έπιναν! Κάθε άλλο! Η ταβέρνα ήτανε γι’ αυτούς ένα στασίδι όπου κάθε βράδυ ξεφόρτωναν την κούραση και τους καημούς τους και έσμιγαν μ’ εκείνους που τους ένιωθαν και μοιράζονταν μαζί τους ό,τι έκρυβε η καρδιά και ο νους τους.

Όμως η Τσικνοπέμπτη ήταν γι’ αυτούς μια μέρα ιδιαίτερη, αφού το κρασί αποκτά άλλη γεύση και γίνεται πιο γλυκόπιοτο κάποιες τέτοιες μέρες.

Οι παλαιοί μερακλήδες την Τσικνοπέμπτη δεν λέγανε «πού θα πάμε να φάμε το βράδυ» αλλά «πού θα πάμε να πιούμε», αφού το κρασί ήτανε το νάμα της ιεροτελεστίας που τελούνταν στις παλιές ταβέρνες. Ο μεζές ερχότανε σε δεύτερη μοίρα. Γι’ αυτό στις φωτογραφίες που έχουν σωθεί από τις παλιές ταβέρνες βλέπεις στο παλιοτράπεζο, στη μέση, ένα πιάτο με μεζέ και γύρω του αραχτούς πέντε, οχτώ, δέκα μερακλήδες με τα ποτήρια στα χέρια και την οκά πάνω στο τραπέζι να μην προλαβαίνει να μείνει για λίγα λεπτά αδειανή αφού ο αρχηγός της παρέας τη σήκωνε, την ανέμιζε σαν σημαία και φώναζε στον ταβερνιάρη:

«Γέμισέ τη, Παναγιώτη! Τρύπια ήτανε!!!»

Έτσι, λοιπόν, την Τσικνοπέμπτη το βράδυ, από νωρίς-νωρίς, πηγαίνανε οι άντρες στις αξέχαστες παλιές ταβέρνες της Σπάρτης, στα κουτούκια όπως τα λέγανε στην ταβερνιάρικη γλώσσα, για να «ξεδώσουνε».

-Πηγαίνανε, ας πούμε, στου ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ, στην οδό Αναπαύσεως, όπου η κυρα-Όλγα ετοίμαζε στην κουζίνα το πρωτογιάχνι, το φρικασέ, το ψητό με τις πατάτες, τη συκωταριά στο τηγάνι κλπ και ο άντρας της, ο κυρ-Παναγιώτης, σέρβιρε στα τραπέζια, έχοντας στο κάθε τραπέζι και το δικό του το ποτήρι. Η ταβέρνα του ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ είχε ζωγραφισμένη στην ταμπέλα της μια χελώνα κι όταν κάποιος πελάτης φώναζε στον κυρ-Παναγιώτη να μην αργεί την παραγγελία, εκείνος ήρεμα και θυμόσοφα του έδειχνε … τη χελώνα!!!

-Πηγαίνανε παρακάτω απ’ του Κακαλέτρη στου ΤΣΟΥΣΗ (κι αυτό στην Αναπαύσεως), με την Τσούσαινα, την κυρα-Χρυσούλα, στην κουζίνα, να φτιάχνει τα κεφτεδάκια με τη σάλτσα, τον μπακαλιάρο στο τηγάνι, ψητά στη στόφα, κουνέλι λαγωτό, κόκορα κοκκινιστό με μακαρονάδα ….και τον μπαρμπα-Γιώργη τον άντρα της και τον γιο της το Λεωνίδα να σερβίρουν (πάντα με το χαμόγελο και το καλαμπούρι) τους μεζέδες και το φημισμένο κρασί τους από τη Γράμμουσα.

-Πηγαίνανε στου ΑΜΠΑΤΖΗ , έξω ακριβώς από το νεκροταφείο του Αϊ-Γιώργη, με τα φοβερά ντολμαδάκια, το καλό κρασί και το γραμμόφωνο να παίζει τα λαϊκά της εποχής. Η ταβέρνα του ΑΜΠΑΤΖΗ ήτανε η αποθέωση της φιλοσοφίας του Έλληνα που λέει πως η ζωή εδώ δεν ξεχωρίζει από την άλλη ζωή και πως εκείνοι που «έχουν φύγει» είναι πάντα κοντά στους ζωντανούς και μπορούνε να γλεντάνε κι αυτοί μαζί τους και να πίνουνε κρασί απ’ το ίδιο ποτήρι και να τραγουδάνε και να χορεύουνε:

«τούτ’ η γης, κυρα- Γιώργαινα

τούτ’ η γης που την πατούμε

ούλοι μέσα θε να μπούμε.

Τούτ’ η γης, κυρα-Γιώργαινα

τούτ’ η γης με τα χορτάρια

τρώει νιους και παλληκάρια

Να ’ξερα, κυρα-Γιώργαινα

να ’ξερα πώς θα γλιτώσω

τουτ’ τη γη να ασημώσω.

-Πηγαίνανε οι μερακλήδες της Τσικνοπέμπτης ΚΑΙ στου ΛΟΥΜΑΚΗ, στην Α. Νίκωνος, έξω από το Γυμνάσιο Αρρένων. Εδώ ο κυρ-Γιώργης ο Λουμάκης έσπαζε το άβατο της κουζίνας και πολλές φορές τηγάνιζε τον «φτωχογιάννη», τον παστό μπακαλιάρο και μαγείρευε μοσχαράκι λεμονάτο κατσαρόλας, μαζί με τη γυναίκα του την κυρα-Στρατήγω. Πέντε – έξι τραπεζάκια όλα κι όλα γεμάτα βαρελόφρονες που έρχονταν για να πιούνε εκλεκτό βαρελίσιο δαφνιώτικο κρασί. Καμιά Τσικνοπέμπτη οι μερακλήδες στου ΛΟΥΜΑΚΗ είχανε την τύχη να βρίσκεται εκεί και ο γείτονας ο ΑΣΛΗΧΑΝΙΔΗΣ ΧΡΗΣΤΟΣ (είχε στιλβωτήριο στις «Καμάρες» στο υπόγειο δίπλα από το ΣΙΝΕ-ΦΛΟΡΑΛ) με το μπουζουκάκι του και τις μερακλήδικες πενιές και τα τραγούδια του. Κι όταν τραγούδαγε ΧΡΗΣΤΟΣ ο ΑΣΛΗΧΑΝΙΔΗΣ:

Η νύχτα είναι παγερή
Και σιγοψιχαλίζει
Κι απ' την απέναντι γωνιά
Το καπηλειό φωτίζει

Κι ένας απένταρος μπεκρής
Έξω απ' το ταβερνάκι
Συλλογισμένος κάθεται
Στο χαμηλό πορτάκι

Θέλει να μπει κι αυτός εκεί
Να κάτσει και να πίνει
Μα είναι φτωχό το καπηλειό
Και βερεσέ δε δίνει

δεν ήτανε κανένας μέσα στην ταβέρνα του ΛΟΥΜΑΚΗ που να αμφιβάλλει πως για την ταβέρνα τη δική τους το ’γραψε το τραγούδι αυτό, στα 1948, ο ΜΗΤΣΑΚΗΣ.

-Πηγαίνανε και στου ΖΗ, καμιά 200αριά μέτρα πιο πάνω από του ΛΟΥΜΑΚΗ (σημερινή οδός Νίκης), με τον καλοκάγαθο ταβερνιάρη τον κυρ-Βαγγέλη να γίνεται ένα με τους θαμώνες και να μην προλαβαίνει να γεμίζει τα κατρούτσα με το εκλεκτό σκλαβοχωρίτικο κρασί από τα τρία βαρέλια της ταβέρνας του. Η προκομμένη γυναίκα του, η κυρα-Νικολέτα, ετοίμαζε στην κουζίνα της τα μεζεδάκια του κρασιού, τον περίφημο τηγανητό μπακαλιάρο , τα ντολμαδάκια , τους κεφτέδες , τα συκωτάκια κι ό,τι άλλο γύρευαν οι πελάτες.

-Πηγαίνανε και στου ΚΕΦΑΛΟΠΟΥΛΟΥ την υπόγεια κοσμική ταβέρνα στην οδό Όθωνος –Αμαλίας, με το τζουκ – μποξ, που διάλεγαν οι μερακλήδες τα τραγούδια του Στέλιου και των άλλων και τα χόρευαν με το ωραίο παλιό ζεϊμπέκικο που ήξεραν και χόρευαν οι παλιοί, την ώρα που ο αξέχαστος και πνευματώδης ταβερνιάρης, ο κυρ-Βαγγέλης, σφυρίζοντας σαν καναρίνι, έφερνε με τον δίσκο τα πιάτα με τα μεζεδάκια , την «τρικύλινδρη» (όπως την έλεγε) ομελέτα με τις πατάτες και την «οχτακύλινδρη» σαλάτα, που ετοίμαζαν η γυναίκα του η κυρα-Βαγγελιώ και η κυρα-Γιωργία που βόηθαγε εκεί.

(Τις ονομασίες «τρικύλινδρη» και «οχτακύλινδρη» τις είχε εμπνευσθεί ο κυρ-Βαγγέλης από τους μηχανόβιους της όψιμης εποχής, που σύχναζαν στην ταβέρνα τουί και συζητούσαν διαρκώς για τον κυβισμό των μηχανών τους).

Στην ταβέρνα του ΚΕΦΑΛΟΠΟΥΛΟΥ, την Τσικνοπέμπτη, πήγαιναν και εξοδούχοι φαντάροι και δόκιμοι του ΚΕΕΜ και ξεθύμαιναν με το κρασί τη νοσταλγία τους για την πατρίδα τους, την οικογένειά τους και τα κορίτσια τους που κάπου τους καρτερούσαν.

-Πηγαίνανε οι μερακλήδες, την Τσικνοπέμπτη, και στην ταβέρνα του ΚΟΡΙΝΗ (Μενελάου και Χαμαρέτου, σπίτι πάνω-μαγαζί κάτω) με τα βαρέλια με το καλό κρασί φάτσα στην πόρτα να σου λένε «καλωσόρισες», με νόστιμους μεζέδες που με τη μυρουδιά τους τσίκνιζαν την ταβέρνα, και το ξύλινο πάτωμα να βροντολογάει όταν χορεύανε οι μερακλωμένοι τα ζεϊμπέκικα και με τις γκαρδιωμένες φωνάρες τους τραγούδαγαν:

«Θ’ ανέβω και θα τραγουδήσω-στο πιο ψηλότερο βουνό-ν’ ακούγεται στην ερημιά-ο πόνος μου με την πενιά.»

-Πηγαίνανε, ακόμα, στου ΦΡΕΝΤΖΟΥ την κοσμική ταβέρνα επί της Βρασίδου. Ωραίο και μεγάλο μαγαζί. Εκεί, την Τσικνοπέμπτη πήγαιναν και οικογένειες ολόκληρες, για να δοκιμάσουν τα ωραία φαγητά που ετοίμαζε στην κουζίνα η «Φρέντζαινα», η κυρα-Ελένη, με κορυφαία τα κεφτεδάκια, και να απολαύσουν το κορυφαίο κοκκινέλι του κυρ-Γιώργη. Ο κυρ-Γιώργης ο Φρέντζος είχε πάθος με το καλό κρασί και παρ’ όλο που τα κρασοβάρελα ήτανε στο υπόγειο, ακόμα και για ένα μισόκιλο, κατέβαινε και ανέβαινε την σκάλα του υπογείου, προκειμένου οι πελάτες να απολαμβάνουν το κρασί τους φρεσκοπιασμένο από το βαρέλι.

Η ταβέρνα του ΦΡΕΝΤΖΟΥ ήτανε η μοναδική ταβέρνα που από την Τσικνοπέμπτη στολιζότανε αποκριάτικα με τις αξέχαστες φανταχτερές πολύχρωμες γιρλάντες και τι; κονκάρδες απ’ άκρη σ’ άκρη. Είχε επίσης ένα υπέροχο τζουκ-μποξ όπου οι πελάτες ρίχνοντας ένα κέρμα άκουγαν τα αγαπημένα τους τραγούδια (λαϊκά και δημοτικά) δίνοντας ευκαιρία σε όλους τους θαμώνες να σμίγουν αδερφωμένοι σε χορούς κυκλωτικούς.

-Πηγαίνανε, οι λαϊκοί μερακλήδες, και στην ταβέρνα του ΜΠΙΣΜΠΗ, στο υπόγειο της Γκορτσολόγου, κοντά στη λαϊκή. Εφτά – οχτώ τραπεζάκια, τρία ξύλινα κρασοβάρελα με νέκταρ απ’ το Δαφνί και η κουζίνα στο βάθος. Ο κυρ-Γιάννης με τη γυναίκα του ήτανε απαράμιλλοι μάγειροι με κορυφαίο τον μπακαλιάρο στο τηγάνι και σκορδαλιά αλλά και άλλες λαϊκές νοστιμιές, όπως μοσχαροκεφαλή, φασολάδα, μπακαλιάρο πλακί, γίγαντες, πρωτογιάχνι, σπανακόρυζο κ.α.. Όταν ο κυρ-Γιάννης ερχότανε στα κέφια έβγαζε τη φυσαρμόνικά του και γέμιζε την ταβέρνα με τις μελωδίες της ενώ οι θαμώνες τραγούδαγαν μαζί της.

Η ταβέρνα του ΜΠΙΣΜΠΗ ήτανε λες και γι’ αυτήν έγραψε ο ΒΑΡΝΑΛΗΣ το ποίημα «ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΟΙ», που έκανε τραγούδι ο ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ με τη φωνή του ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ:

Mες στην υπόγεια την ταβέρνα
Μες σε καπνούς και σε βρισιές
Απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα
Όλοι παρέα πίναμ' εψές
Εψές σαν όλα τα βραδάκια
Να πάνε κάτω τα φαρμάκια

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
Και κάπου εφτούσε καταγής
Ω , πόσο βάσανο μεγάλο
Το βάσανο είναι της ζωής


Όσο κι ο νους να τυραννιέται
Άσπρην ημέρα δε θυμιέται

-Πηγαίνανε, επίσης, στην ταβέρνα της ΣΧΟΙΝΟΥΣ, ψηλά στην Ευαγγελιστρίας, με καλό κρασί και πρώτο μεζέ τον μπακαλιάρο στο τηγάνι με σκορδαλιά και σαλάτα λάχανο με μπόλικο λεμόνι. Η ταβέρνα είχε κοντά το ρολόι της Ευαγγελίστριας, που χτύπαγε (κι ακόμα χτυπάει) τις ώρες και τα μισάωρα, για να θυμίζει στους θαμώνες πότε ήτανε η ώρα να πιουν το τελευταίο ποτήρι και να πάρουν, μετά, το μπερδεμένο και κουρασμένο βήμα τους, για να πάνε στα σπίτια τους.

-Πηγαίνανε και στη ταβέρνα του ΚΕΧΑΓΙΑ, ψηλά στην Παλαιολόγου κοντά στο Στάδιο, όπου ο πολυπράγμων κυρ-Παναγιώτης, με τη λευκή του την ποδιά και ένα τσιγάρο κρεμασμένο πάντα στα χείλη, έψηνε τα νόστιμα σουβλάκια του στα κάρβουνα και γέμιζε με τσίκνα που σε ξελίγωνε όχι μόνο το μαγαζί αλλά και όλο το τετράγωνο ολόγυρα.

Ο κυρ-Παναγιώτης ο Κεχαγιάς, πάντα χαμογελαστός, πρόσχαρος και φιλοσοφημένος, έκρυβε πίσω από το χαμόγελό του την πίκρα του Μονοδεντριού που σφράγισε τη ζωή του.

-Πηγαίνανε οι βαρελόφρονες προσκυνητές της Τσικνοπέμπτης και στην ταβέρνα του ΜΑΡΙΝΟΥ, στην οδό Γκορτσολόγου, κοντά στην πλατεία. Ο κυρ-Λυκούργος τους υποδεχότανε γκαρδιακά με ένα γαρύφαλλο στο πέτο. Μεγάλη ταβέρνα, αρκετά τραπέζια, πάτωμα, ψάθινες καρέκλες και τραπεζομάντηλα-μουσαμάδες χρωματιστά, ξυλόσομπα στη μέση και στο βάθος η κουζινούλα, εκεί που η κυρα- Γιωργία έφτιαχνε τα ντολμαδάκια, τις πατάτες γιαχνί με το σέλινο που άφησαν εποχή, τους γίγαντες , τον μπακαλιάρο πλακί και άλλες νοστιμιές του φούρνου, της κατσαρόλας και του τηγανιού .

Το μυστικό του Λυκούργου Μαρίνου για τη νοστιμιά που είχαν οι πατάτες γιαχνί με σέλινο ήταν πως πήγαινε δίπλα στο χασάπικο του ΚΑΚΑΛΕΤΡΗ, έπαιρνε λίγο λίπος χοιρινό και το μαγείρευε μαζί με τις πατάτες. Έτσι γίνονταν πεντανόστιμες.

Για να μαγειρέψεις στην ταβέρνα πρέπει να αγαπήσεις πρώτα τον πελάτη και η αγάπη περίσσευε στην ταβέρνα του ΜΑΡΙΝΟΥ, όπως άλλωστε σ’ όλες της παλιές ταβέρνες της Σπάρτης . Υπήρχε εκεί μια ζεστασιά που δεν τη χάριζε μόνο το κρασί και ο καλός μεζές αλλά κυρίως οι άνθρωποι.

Πηγαίνανε και πού δεν πηγαίνανε, την Τσικνοπέμπτη, οι πότες του παλιού καιρού. Εκτός απ’ τις ταβέρνες που έγραψα, σίγουρα πήγαιναν και σε άλλες πολλές που ή δεν τις γνώρισα ή τις έχω ξεχάσει. Σημασία δεν έχει πού πήγαιναν αλλά το ότι πήγαιναν. Κι όταν λέμε πήγαιναν, εννοούμε ότι πήγαιναν οι άντρες, κυρίως,αφού η ταβέρνα του καιρού εκείνου … ΔΕΝ ήταν για τις γυναίκες.

Όσο κι αν δεν αρέσει σε κάποιους, έτσι ήτανε τότε και δεν πρέπει να κρίνουμε και να κατακρίνουμε εκείνη την εποχή με βάση τις αντιλήψεις του «σήμερα». Οι άνθρωποι του ΤΟΤΕ (άντρες και γυναίκες) είχαν βρει τους ρόλους τους, τους είχαν αποδεχθεί και ζούσαν αρμονικά επιδιώκοντας από κοινού, ο καθένας από το μετερίζι του, ό,τι καλύτερο μπορούσαν για τη ζωή και την οικογένειά τους.

Κάποια στιγμή, λοιπόν, αργά τα μεσάνυχτα, η Τσικνοπέμπτη στην παλιά ταβέρνα λάμβανε τέλος. Ο ταβερνιάρης συμμάζευε τα τραπέζια και οι θαμώνες έπαιρναν το δρόμο για τα σπίτια τους. Το κλειδί ήτανε στην πόρτα κι η γυναίκα τους είχε ξαπλώσει, πάντα με το πρόσωπο στον τοίχο σαν … σιωπηλή διαμαρτυρία. Ξέρανε πως εκείνη δεν είχε αποκοιμηθεί γιατί τους είχε έγνοια. Ξάπλωναν ήσυχα πλάι της, χωρίς ν’ ανάψουνε το φως, την αγκάλιαζαν τρυφερά απ’ τις πλάτες σαν «συγγνώμη», έριχναν την ανάσα τους στα μαλλιά της κι έτσι τέλειωνε κι αυτή η Τσικνοπέμπτη.

Κάπου μακριά, μες στη νύχτα, «έκλαιγε», ακόμα, ένα τραγούδι του Τσιτσάνη:

Μες στης καρδιάς μου το σκοτάδι
Το πιο γλυκό σου δώσ' μου χάδι
Σαν ξημερώσει αν θέλεις με ξεχνάς
Όμως απόψε αγκάλιασέ με
Και την καρδιά μου στους καημούς μην την πετάς.

Καλές Αποκριές

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις