ΤΡΙΠΟΛΗ. Όταν πέρασα στην Παιδαγωγική Ακαδημία της Τρίπολης, στα 1974, μας έδωσαν κουπόνια σίτισης, τα οποία εκείνη τη χρονιά ήταν 30 δρχ για κάθε μέρα (την επομένη έγιναν 20δρχ). Με τα κουπόνια αυτά, πηγαίναμε σε εστιατόρια της Τρίπολης που ήταν συμβεβλημένα με την Ακαδημία και τρώγαμε δωρεάν, μέχρι 30 δρχ ημερησίως. Αφού τρώγαμε, πληρώναμε με το κουπόνι και το εστιατόριο μας έδινε ρέστα, μετρητά, από 30 δρχ. Ήταν μια ωραία κατάσταση, αφού, μαθημένοι στο πνεύμα οικονομίας από τα σπίτια μας, φεύγαμε κάθε μεσημέρι από τα εστιατόρια με καλό χαρτζιλίκι στην τσέπη, αρκετό για να φάμε κάτι φθηνό ΚΑΙ το βράδυ και να μας μείνουν και χρήματα για κανένα σινεμαδάκι ή για να παίξουμε μπιλιάρδο και ποδοσφαιράκια στα σφαιριστήρια της ΙΒ΄. Το κουπόνι των 30 δρχ για εκείνη την περίοδο ήταν πολύ πλούσιο και κάτι πρωτόγνωρο για τους σπουδαστές, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν φτωχόπαιδα, τα περισσότερα Μοραΐτες, στα οποία η Ακαδημία έδινε διέξοδο να σπουδάσουν κοντά στα σπίτια τους, με τα λιγότερα δυνατά έξοδα.

Σαν νέοι στην Ακαδημία ρωτήσαμε τους παλαιότερους: «Πού θα φάμε, βρε παιδιά;» και η απάντηση που πήραμε, ομοθυμαδόν, ήταν: «Στον «Γέρο του Μοριά».

Ο «Γέρος του Μοριά» ήταν ένα υπόγειο λαϊκό μαγέρικο, στην πλατεία Αγίου Βασιλείου, στο οποίο έτρωγε η πλειοψηφία των σπουδαστών της Ακαδημίας.

Με το που πρωτοκατεβήκαμε στο υπόγειο του «Γέρου του Μοριά» (δυο αίθουσες ήταν και στο βάθος η κουζίνα) ενθουσιαστήκαμε από τις γαργαλιστικές μυρωδιές, από το πλήθος των σπουδαστών που ερχόταν για φαγητό μετά από το μάθημα και από την γρήγορη και άψογη εξυπηρέτηση των σερβιτόρων, πάντα κάτω από το άγρυπνο βλέμμα και τις οδηγίες του ιδιοκτήτη, του Απόστολου Λυρώνη, από τις Καλτεζές Αρκαδίας.

Η φράση που ακουγόταν συνεχώς από τους σερβιτόρους, όταν έδιναν φωναχτά τις παραγγελίες των σπουδαστών στην κουζίνα ήταν: «Μια γιουβέτσι…για Ακαδημία», «Δυο πλατάρια…για Ακαδημία», « Μια πατάτες ραγού …για Ακαδημία» κλπ.

Αυτές οι «πατάτες ραγού» μας μπέρδεψαν τις πρώτες μέρες αφού, άμαθοι από εστιατόρια και γαστρονομικές ορολογίες, ακούγαμε «πατάτες ραγού» και στ’ αυτιά μας ερχότανε «πατάτες…λαγού». ‘Ετσι, όταν κάποια στιγμή παραγγείλαμε «πατάτες …λαγού» ήρθανε οι «πατάτες… ραγού» (δηλ. πατάτες γιαχνί), εμείς ψάχναμε να δούμε πού είναι ο λαγός, κι όταν μας εξήγησαν τι σημαίνει «πατάτες ραγού», τότε καταλάβαμε γιατί χαμογέλασαν πλατιά τα γκαρσόνια όταν παραγγείλαμε «πατάτες …λαγού».

Τέλος πάντων, όπως είπα, από εστιατόρια δεν ξέραμε, κι εγώ προσωπικά, σαν παιδί, τα εστιατόρια της Σπάρτης (ΑΒΕΡΩΦ, ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ, ΜΗΝΑΚΑΚΗ, ΔΙΕΘΝΕΣ κ.α) τα ήξερα μόνο από τη μυρωδιά, αφού όταν πέρναγες κοντά, σε έπαιρναν οι μεθυστικές μυρωδιές από τις κατσαρόλες και τα ταψιά. Ιδιαίτερα μου άρεσε να περνάω πάνω από την κουζίνα του θρυλικού υπόγειου εστιατορίου ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ. Το ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ είχε κύρια είσοδο από την Παλαιολόγου, αλλά η κουζίνα του ήταν στην πίσω μεριά, προς το Μουσείο. Εκεί κοντοστεκόμουν λιγάκι, κοίταζα τον μάγειρα, τον Γιάννη Κυριακούλια, που μαγείρευε και σερβίριζε στα πιάτα, απολάμβανα για λίγο τις εξαίσιες μυρωδιές και τα φαγητά που φαίνονταν στις κατσραόλες και στα ταψιά («φάτε μάτια ψάρια και κοιλιά περίδρομο») και μετά έφευγα για το σπίτι, όπου, ό,τι και να είχε μαγειρέψει η μάνα μου, η Παναγιώτα, (άριστη μαγείρισσα ήταν), μου φαινόταν άνοστο και άχαρο, ύστερα από την οσφρητική και οπτική μαγεία που είχα εισπράξει από το ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ.

Την ίδια μαγεία του νόστιμου, μαγειρευτού φαγητού, ζήσαμε για μήνες, ως σπουδαστές, στο μαγέρικο «Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ» του κυρ-Αποστόλη. Και λέω για μήνες αφού μετά, έτσι για αλλαγή, πήγαμε και σ’ άλλα εστιατόρια και μαγέρικα της Τρίπολης: ( «ΑΣΤΕΡΙΑ» -πλατεία Α. Βασιλείου, «ΕΘΝΙΚΟΝ» - πλατεία Α. Βασιλείου, «ΦΟΙΝΙΚΑΣ» - Δαρειώτου 8 και «ΣΕΜΙΡΑΜΙΣ» - πλατεία Κολοκοτρώνη, κάτω από το ομώνυμο Ξενοδοχείο. Καμιά φορά, τα βράδια κατεβαίναμε και στο υπόγειο μαγέρικο «ΓΑΛΙΩΤΟΥ» στη συμβολή της ΙΒ΄ με την πλατεία Πετρινού, όπου τρώγαμε ομελέτες και άλλα φθηνά πιάτα.

Παντού, όπου κι αν φάγαμε σαν σπουδαστές, μείναμε απόλυτα ικανοποιημένοι από την περιποίηση και την αντιμετώπιση εκ μέρους των καταστηματαρχών της Τρίπολης, οι οποίοι, επειδή εκτιμούσαν τα φτωχόπαιδα που αύριο θα γίνονταν δάσκαλοι για τα παιδιά και τα εγγόνια τους, μας περιποιούνταν με το παραπάνω ΚΑΙ σε ποιότητα ΚΑΙ σε ποσότητα φαγητού. Μετά, δε, από χρόνια πολλά, έμαθα και τι νόημα είχε η παραγγελία που έδιναν οι σερβιτόροι στον «ΓΕΡΟ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ» «μια σκέτη από γιουβέτσι (ας πούμε) για Ακαδημία»: Επειδή στους θαμώνες του μαγέρικου βρίσκονταν εκτός από τους σπουδαστές ΚΑΙ άλλοι πελάτες, ο κυρ-Αποστόλης ο Λυρώνης είχε δώσει εντολή να συνοδεύεται η παραγγελία με την επωδό «… για Ακαδημία» ώστε να βάζει περιποιημένες μερίδες στους σπουδαστές.

Ο Απόστολος Λυρώνης του Γεωργίου και της Γεωργούλας, γεννήθηκε στις Καλτεζές Αρκαδίας, στις 8 Ιουνίου 1917. Φτωχο-οικόγενεια με 6 παιδιά (4 αγόρια και 2 κορίτσια) δώσανε τον αγώνα τους για να ζήσουνε σ’ εκείνες τις δύσκολες εποχές. Ο μικρός Αποστόλης έκανε το τσοπανόπουλο, βόσκοντας γιδοπρόβατα στο χωριό του, και όταν μεγάλωσε ήρθε στην Τρίπολη, όπου, σε ηλικία 18 χρόνων, μπήκε στον χώρο της εστίασης, δουλεύοντας ως σερβιτόρος σε ταβέρνες και εστιατόρια. Μετά το στρατιωτικό του δούλεψε, πάλι ως σερβιτόρος, σε διάφορα κέντρα διασκέδασης της Αθήνας. Κατόπιν, αφού απέκτησε μεγάλη εμπειρία στο χώρο της εστίασης, επέστρεψε στην Τρίπολη, ανοίγοντας δικά του μαγαζιά. Το πρώτο δικό του εστιατόριο ήταν το «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ» κοντά στον Α. Βασίλειο:

«ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ: Μεταπολεμικό εστιατόριο των Κ. Νιάκαρου κι έπειτα Πάνου Μητσανά στην οδό Γεωργίου Α΄. Ο Μητσανάς το μετέφερε στην οδό Ανακτόρων και γωνία Μαλλιαροπούλου, στο υπόγειο κάτω από το «ΒΙΕΝΝΕΖΙΚΟΝ». Έπειτα το πήρε, την εποχή της κατοχής, ο Γεώργιος Καραμήτος και στη συνέχεια ο Παντελής Γκατζόλης και ο Αθανάσιος Λαμπρόπουλος. Τέλος το κράτησαν οι Απόστολος Λυρώνης και Δημήτρης Γαλιώτος στην Κων/νου ΙΒ΄ κάτω από τα υποδήματα του Γκλίνου (έπειτα το κράτησε μόνος του ο Δημήτριος Γαλιώτος.»

ΕΣΤΙΑΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΕΞΟΧΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΣΤΗΝ ΠΑΛΙΑ ΤΡΙΠΟΛΗ ,

1900-2000, 2020

ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΜΗΤΣΙΑΣ-https://www.arcadiaportal.gr/

Στα 1968, ο Απόστολος Λυρώνης, φεύγοντας από το «ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΝ», πήρε την υπόγεια ταβέρνα «Γιαννίτσα», στην πλατεία Α. Βασιλείου, αρ. 5, κάτω από το τότε πρακτορείο εφημερίδων Λιάβαρη-Σταματόπουλου (κτήριο Βλάχου) και την μετεξέλιξε σε εστιατόριο με την ονομασία «Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ». Ήταν μια άριστη και έξυπνη επιλογή, αφού η πλατεία Α. Βασιλείου ήταν η καρδιά της ζωής και της εμπορικής κίνησης της Τρίπολης.

Ο «ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ» έκανε, κυριολεκτικά, χρυσές δουλειές, χάρη στη εμπειρία του κυρ-Αποστόλη, την τέλεια παραδοσιακή του κουζίνα, τις λαϊκές τιμές και την άψογη εξυπηρέτηση. Το ότι έγινε η κορυφαία επιλογή των σπουδαστών της Ακαδημίας , δεν ήταν καθόλου τυχαίο.

Μάγειρας του ΓΕΡΟΥ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ ήταν περίφημος ΘΕΟΔ. ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ ή ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ και τα φαγητά που ξεχώριζαν ήταν: Μοσχάρι ψητό φέτες με ρύζι (σπεσιαλιτέ) – σπανακόρυζο - πλατάρια με σάλτσα - αγκινάρες αλα πολίτα – γίγαντες – γιουβέτσι – μακαρονάδα με σάλτσα – λαδερά κλπ, κλπ.

Η μερίδα το κοτόπουλο με πατάτες φούρνου είχε 17 δρχ, τα πλατάρια με σάλτσα και γαρνιτούρα τηγανιτές πατάτες 10 δρχ, οι σούπες 6-7 δρχ, τα λαδερά 7-8 δρχ, οι πατάτες λεμονάτες (σκέτες) 4 δρχ. κλπ.

Μετά από μια έντονη και συναρπαστική παρουσία, από πλευράς δουλειάς, ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ έκλεισε το 1974 μετά τον θάνατο της γυναίκας τού κυρ- Αποστόλη, της Μαριγώς Κατσαφάνα, 52 χρόνων, από Βλαχοκερασιά.

Ο κυρ-Αποστόλης ο Λυρώνης, ένας θαυμάσιος άνθρωπος κι εξαίρετος επαγγελματίας, έζησε τα τελευταία του χρόνια μέσα στην αγάπη της οικογένειάς του και στις μνήμες μιας όμορφης και τίμιας ζωής, που ήταν γεμάτη με διαρκή αγώνα, ελπίδες, στόχους και προσδοκίες, γνώρισε δυο εγγονές που πολύ αγάπησε (τη Μαρία και την Ειρήνη) και πέθανε στην Τρίπολη, στις 2 Μαΐου 2010, πλήρης ημερών, σε ηλικία 93 ετών.

Ο κυρ - Αποστόλης και η κυρα - Μαριγώ είχαν μια μοναχοκόρη , τη Γεωργία, η οποία παντρεύτηκε τον Ιωάννη Γιάννε, υπάλληλο της Εθνικής Τράπεζας, από το Γεράκι Λακωνίας, ο οποίος, όταν είχε χρόνο από τη δουλειά του, «έβαζε πλάτη» στο μαγαζί, βοηθώντας στο σερβίρισμα.

Το υπόγειο μαγέρικο «Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ» του Αποστόλη Λυρώνη, από τις Καλτεζές ήταν μια απλή έπαλξη ζωής για την οικογένεια του κυρ-Αποστόλη, αλλά, όπως συμβαίνει με πολλές «επάλξεις ζωής» των ανθρώπων, συμπύκνωσε μέσα της και ένα μέρος της ιστορίας και της διαδρομής της πόλης, όπου στήθηκε αυτή η έπαλξη.

Με τον τρόπο αυτό και το εστιατόριο «Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ» έγινε μέρος της ιστορίας της Τρίπολης, αφήνοντας μνήμες άσβηστες στη μνήμη της πόλης. Κι αυτό είναι το καλύτερο μνημόσυνο για τους ανθρώπους που «πολέμησαν» στις επάλξεις αυτές και άφησαν καλό παράδειγμα ζωής.

Κι εμείς, οι σπουδαστές της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Τριπόλεως της περιόδου 1968-1974, μέσα στο όμορφο κεφάλαιο της φοιτητικής μας ζωής, έχουμε σε θέση ξεχωριστή το εστιατόριο «Ο ΓΕΡΟΣ ΤΟΥ ΜΟΡΙΑ» και τον κυρ-Απόστολο τον Λυρώνη, όχι μόνο για τα καλά φαγητά που μας πρόσφερε καθημερινά με την ίδια φροντίδα και έγνοια όπως η μάνα μας, αλλά και γιατί μέσα σ’ αυτό και κοντά στον κυρ-Απόστολο βρίσκαμε θαλπωρή, επικοινωνία και οικειότητα και χόρταινε ΚΑΙ η ψυχή μας.

ΥΓ: Ευχαριστώ τον συμπολίτη και καλό φίλο Γιάννη Γιάννε, γαμπρό του Απόστολου Λυρώνη, ο οποίος πλάι στις δικές μου μνήμες, έβαλε και τις πληροφορίες για τη ζωή του κυρ-Αποστόλη μαζί και τις φωτογραφίες του.

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις