Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

«Ξέρεις πώς πρωτόρθε στην Αθήνα αυτός;

- Πώς;

-Με μισό παπούτσι ήρθε κι μ` ένα ζευγάρι τσουράπια . M` αυτά κοιμόταν το βράδυ , μ` αυτά περπάταγε την ημέρα.»

Αυτή ήταν μια από τις αμέτρητες ξεκαρδιστικές ατάκες του Ζήκου , του «Μπακαλόγατου» , (Κ. Χατζηχρήστος ) στην ταινία «Της κακομοίρας» του 1963 , που διάλεξε τα «τσουράπια» για να χρωματίσει τη φτώχεια ενός χωριάτη που κατέβηκε στην Αθήνα για να βρει καλύτερη ζωή .

Διότι τα τσουράπια ήταν , κάποτε , το σήμα κατατεθέν του φτωχού χωριάτη , που δεν είχε άλλο να βάλει στα πόδια του παρά μόνο τα τσουράπια .

Και τι ήτανε τα τσουράπια ; Τα τσουράπια ήτανε οι χοντρές μάλλινες κάλτσες των χωρικών της παλιότερης εποχής .

Σήμερα , αν ανοίξουμε τα συρτάρια και τις ντουλάπες των σπιτιών μας θα δούμε να ξεχειλίζουν από κάλτσες πολλών ειδών , ποιοτήτων και χρωμάτων . Η βιομηχανοποίηση της κάλτσας δημιούργησε ένα είδος σε μεγάλη αφθονία και σε πολύ χαμηλή τιμή . Στα χρόνια όμως τα παλιά το να έχεις ένα ζευγάρι κάλτσες να βάλεις στα πόδια σου , ιδιαίτερα το χειμώνα , για να μην κρυώνουν μέσα στα τσαρούχια και στα γουρνοτσάρουχα , ήταν μια δύσκολη και απαιτητική δουλειά που έπρεπε να βγάλει πέρα η νοικοκυρά του κάθε σπιτιού , για όλα τα μέλη της οικογένειας , σερνικά και θηλυκά . Άλλωστε , τα τσουράπια , έτσι χοντρά και ανθεκτικά που ήτανε , εκτός που προστατεύανε τα πόδια από το κρύο , βοηθάγανε και τα τσαρούχια , τα γουρνοτσάρουχα και τα άλλα αδύνατα ποδήματα των χωριάτηδων να αντέχουνε και να βαστάνε στα αδιάκοπα τρεχαλήματα που κάνανε όλη μέρα εδώ κι εκεί για να μπιτίσουν τις δουλειές τους .

Αυτές οι προκομμένες νοικοκυρές του καιρού εκείνου , που όλη τους τη ζωή την είχαν αφιερώσει να υπηρετούνε με αυταπάρνηση , χωρίς ποτέ να βαρυγκομάνε , την οικογένεια και τις ανάγκες της , μέσα σ’ όλα τ’ άλλα , έπρεπε να φτιάχνουνε κάθε χρόνο , πριν μπει ο χειμώνας , τα τσουράπια της οικογένειας . Παίρνανε λοιπόν τα κουβάρια με το μάλλινο νήμα που είχανε γνέσει από το μαλλί των προβάτων με τη ρόκα και το αδράχτι και χρησιμοποιώντας τέσσερις βελόνες πλεξίματος , έτσι όπως τις είχανε μάθει οι μανάδες και οι γιαγιάδες τους , πλέκανε χοντρές μάλλινες κάλτσες, τα τσουράπια . Στο πάνω μέρος το πλέξιμο ήταν σαν λάστιχο και κάτω από το λάστιχο φτιάχνανε μπορντούρα με μπλε και βυσσινί (συνήθως) χρώμα . Το ίδιο χρώμα , μπλε ή βυσσινί είχανε η φτέρνα και τα δάχτυλα . Τα τσουράπια μπορούσανε να είναι και σκέτα άσπρα ή να κεντηθούνε με τις βελόνες σε διάφορα πολύχρωμα παραδοσιακά σχέδια όταν προορίζονταν για τις κοπέλες της οικογένειας , αφού και το τσουράπι , ακόμα , ήταν μέρος του στολισμού τους . Γενικά , κάθε μέλος της οικογένειας , ανάλογα με το φύλο και την ηλικία του , φόραγε και διαφορετικά τσουράπια : Οι ηλικιωμένες , ας πούμε , ντύνονταν με μακριά μάλλινα μονόχρωμα , σκούρα τσουράπια , ενώ οι πιο νέες με άσπρα , στολισμένα στους αστραγάλους , στην κορυφή και στις φτέρνες με κόκκινες, πράσινες, κίτρινες και μπλε ραφές σαν πλεγμένα κλαδιά. Ακόμα , τα τσουράπια , ιδίως τα γυναικεία , ήτανε και διάφορων τύπων . Ήτανε τσουράπια μακριά μέχρι το γόνατο , τσουράπια κοντά , αλλά και τσουράπια που δεν είχανε «πατούνα» και πιάνανε το πόδι από το γόνατο μέχρι τον αστράγαλο , σαν περικνημίδες .

Όπως κι αν ήτανε , όμως , τα τσουράπια , οι κοπέλες του παλιού καιρού το ’χανε καμάρι να φοράνε καλοπλεγμένα και στολισμένα , πολύχρωμα τσουράπια . Μόνο που η σεμνότητα της εποχής επέβαλε στα γυναικεία φορέματα να είναι μέχρι κάτω μακριά, με αποτέλεσμα να μη φαίνονται τα τσουράπια . Έτσι οι κοπελιές γύρευαν να βρουν αιτίες να σηκώνουνε λίγο τη φούστα τους για να φανούν τα τσουράπια . Όταν όμως το χωριό είχε πανηγύρι τότε του δίνανε να καταλάβει , οι κοπελιές , αφού με τις φούρλες , τα πηδήματα και τα γυρίσματα του χορού τα τσουράπια δείχνανε όλη την ομορφάδα τους . Μάλιστα , στη Μακεδονία έχουνε ένα χορό αφιερωμένο αποκλειστικά στα τσουράπια που κατά τόπους έχει τα ονόματα : «παρδαλά τσουράπια» - «κόκκινα τσουράπια» - «σαριένι (χρωματιστά) τσουράπια» και τραγουδιέται και χορεύεται από άντρες και γυναίκες , μόνο που οι γυναίκες εδώ (ιδιαίτερα οι νέες και ανύπαντρες) βρίσκουνε την ευκαιρία να επιδείξουνε τα πολύχρωμα πλεχτά τσουράπια τους . Μάλιστα οι κάτοικοι του χωριού Αγριανή (περιοχή Ν. Ζίχνης Σερρών) όταν χορεύανε το χορό αυτό , βγάζανε τα παπούτσια τους και γλεντούσανε με τις κάλτσες , με τα τσουράπια . Ο χορός έχει δώδεκα βήματα είναι ελαφρά πηδηχτός και σχετικά ζωηρός Αναφέρεται μάλιστα το περιστατικό κατά το οποίο μια κοπέλα χόρεψε αρκετά ζωηρά και πηδηχτά και ανασηκώθηκε το φουστάνι της σε "άπρεπο" ύψος . Οι χορευτές σχηματίζουν ημικύκλιο με λαβή από τις παλάμες και τα χέρια κάτω και ο χορός αναπτύσσεται και προς τα δεξιά και προς τα αριστερά.

Τα λόγια του τραγουδιού (κατά τόπους υπάρχουν παραλλαγές) είναι τα εξής :

Τράκα , τράκα παρδαλά τσουράπια

Μάνα μ’ μ’ έχει πλέξει παρδαλά τσουράπια

Μάνα μ’ μ’ έχει πλέξει και δε μου τα δίνει

Και δε μου τα δίνει για να τα φορέσω

Τράκα τρίκι τράκα για να τα φορέσω

Μάνα μ’ δος μου τα ’μορφα τσουράπια

Για να τα φορώ , ξυπόλυτη να μην γυρνώ,

Τράκα τρίκι τράκα για να τα φορώ

Για να τα φορώ , ξυπόλυτη να μην γυρνώ .

Μάνα μ’ δος μου τα ’μορφα τσουράπια

Να τα βάζω να τ’αλλάζω,

τις καρδούλες να δαμάζω

Τράκα τρίκι τράκα όμορφα τσουράπια

Βέβαια , όπως συμβαίνει με τα περισσότερα δημοτικά μας τραγούδια , έτσι και πίσω από τούτο το μακεδονίτικο παραδοσιακό τραγούδι , υπάρχει μια απλή και ανθρώπινη ιστορία του παλαιού καιρού :

«Στις πρόποδες του Πάικου , στην επαρχία Παιονίας , στην Μακεδονία μας , υπάρχει το ιστορικό κεφαλοχώρι της Γρίβας . Εκεί , όπως λένε οι ντόπιοι , γεννήθηκε στα 1904 ένα κοριτσάκι , η Μαρία , που ήτανε το 4ο παιδί του Γιώργη
και της Ελισσάβετ Βελιάνη . Τα μεγαλύτερα αδέρφια της Μαρίας ήταν ο Θάνος , η Ιφιγένεια και ο Χρήστος. Η οικογένεια Βελιάνη , όμως , ήτανε πολύ φτωχή και πολλές φορές δεν μπορούσε να δώσει στα παιδιά της ούτε τα απολύτως απαραίτητα (ρούχα , παπούτσια , φαγητό κ.ά.).

Υπήρχε , όμως , γύρω τους μια κοινωνία συγχωριανών που είχανε μάθει , πάππου προς πάππου , να νοιάζονταιι και να βοηθάνε ο ένας τον άλλον .
Έτσι , βλέποντας , οι συγχωριανοί , την τραγική κατάσταση της οικογένειας της Μαρίας , κάνανε έρανο μεταξύ τους και έδωσαν τα χρήματα που μάζεψαν σε έναν τεχνίτη της Γρίβας για να φτιάξει έναν αργαλειό για την οικογένεια Βελιάνη . Μάλιστα μαζέψανε και αρκετό μαλλί από τα αιγοπρόβατα της Γρίβας, ώστε να μπορέσει η μαμά Ελισάβετ να φτιάξει ρούχα , τσουράπια , πανωφόρια , βελέντζες φλοκάτες και στρωσίδια για το σπιτικό της .

Η πρώτη φροντίδα βέβαια της φτωχιάς μάνας ήτανε να φροντίσει να βάλουνε τα ξυπόλητα παιδιά της ζεστά τσουράπια στα πόδια τους , γιατί ο χειμώνας στο όρος Πάικο είναι βαρύς . Έκατσε , λοιπόν , με το μαλλί που της δώσανε οι συγχωριανοί και έφτιαξε μ’ αυτό , όσο πιο γρήγορα μπόραγε , ζεστά τσουράπια για όλα της τα παιδιά .

Η μικρή Μαρία περίμενε με υπομονή να γίνουν και τα δικά της τσουράπια κι όταν τα πήρε στα χέρια της και τα είδε έτσι όμορφα και στολισμένα η χαρά της ήτανε τεράστια . Δεν το πίστευε το καημένο , το φτωχό κοριτσάκι ! Τα πήρε , λοιπόν , κα , παρά τα παρακάλια της μητέρας της να τα φορέσει αμέσως , εκείνη δεν ήθελε να τα λερώσει , ούτε και να τα χαλάσει . Έδεσε , έτσι , τα κορδόνια των τσουραπιών μεταξύ τους , τα κρέμασε γύρω απ’ το λαιμό της και βγήκε αυθόρμητα μέσα στο καταχείμωνο , στα σοκάκια της Γρίβας , τραγουδώντας μέσα από την καρδιά της το τραγούδι κι επιδεικνύοντας παντού τα «παρδαλά τσουράπια της :

«Η Μαμά μου έπλεξε , παρδαλά Τσουράπια,
Η Μαμά μου έπλεξε , παρδαλά Τσουράπια,
Για να τα φορώ , ξυπόλυτη να μη γυρνώ ,
Για να τα φορώ , ξυπόλυτη να μη γυρνώ» » .

Η Μαρία , σαν μεγάλωσε , παντρεύτηκε με τον Πέτρο Κουβάτση , απέκτησε κι αυτή 4 παιδιά , τον Χρήστο , την Τριανταφυλλιά , τον Γιάννη και την Αναστασία .
Δυστυχώς , πέθανε πολύ νέα , σε ηλικία 39 ετών , και ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο του Ι . Ν. Αγίου Αθανασίου Γρίβας .»

Χρήστος Αθ. Κόϊος , grivanews.wordpress.com

Αυτά τα ταπεινά χειροποίητα τσουράπια του παλιού καιρού εκτός από τα πόδια των ανθρώπων ζεσταίνανε και το σπόρο του καπνού πριν φυτευτεί στα καπνοχώραφα :

Βρέχανε το σπόρο του καπνού , ύστερα τον βάζανε μέσα σε τσουράπια και τον κρεμάγανε πλάι στο τζάκι , ώστε με την υγρασία που είχε ο σπόρος και με τη ζεστασιά του τζακιού να σκάσει και τον Φλεβάρη να τόνε ρίξουνε στο χωράφι :

« (…) Μετά τις είκοσι του μήνα έριχναν το σπόρο. Θυμάμαι κάτι μάλλινα νοτισμένα τσουράπια γεμάτα σπόρο – οι σπόροι ήταν μαύροι σαν τα ψιλά τα σκάγια – δίπλα στο παραγώνι, στη ζεστασιά , για να σκάσει το φύτρο και μετά να πέσει στη γη . Μετά τις είκοσι του Φλεβάρη και μόλις έσκαγε καλά το φύτρο μέσα στο τσουράπι , έριχναν προσεχτικά το σπόρο στη γη, ούτε πολύ δασύ , ούτε εντελώς αρύ , παν μέτρον άριστον.

(…)Η θεια η Κωσταντίνα το βιάστηκε μια χρονιά , ο σπόρος είχε πετάξει φύτρο μέσα στο τσουράπι , είχε τις φυντανιές έτοιμες , την ξεγέλασε κι ο καιρός και τα ’σπειρε τ’ Αγίου Χαραλάμπους . Ήταν ο καιρός που χάλασε μετά ; ποιος να ξέρει τί ήταν ; το φυτό δεν έλεγε να πάρει απάνω του , δεν σήκωνε μπόι . Τ’ άλλα στη γειτονιά , τα πιο όψιμα , μεγάλωναν μια χαρά , το δικό της έμεινε εκεί μέσα στη γη κι ας ήταν πρώιμο :

«Από τ’ Αγίου Χαραλάμπους είναι έτσι το ρ’μαδιακό» , έλεγε.

Ήρθε ο Απρίλης , αναβρασμός στη γειτονιά , οι άλλοι έβγαζαν φυντάνια , καλάθες ολόκληρες , και τα μεταφύτευαν στα χωράφια . Της θειας της Κωσταντίνας της υποσχέθηκαν ορισμένοι να της δώσουν :

«Να τελειώσουμε πρώτα εμείς κι ό,τι περισσέψει δικό σου» , της είπαν.

Η θεια η Κωσταντίνα έβλεπε τα ωραία φυντάνια των άλλων κι έκλαιγε με μαύρο δάκρυ . Πήγε να δει και το δικό της . Αυτό είχε μείνει μέσα στη γη , λες και δεν ήρθε Απρίλης για κείνο .

«Σήκω κι εσύ Μπάμπη μ’» , την άκουσαν να μονολογεί , καθώς το κοίταζε γεμάτη οργή.»

«Τα τσουράπια» , του Γιώργου Παπαθανασόπουλου , e-nafpaktia.gr

« (…) από του Αη - Χαραλάμπη , τον Φλεβάρη , αρχίζαμε . Βάζαμε το σπόροτου καπνού , 4-5 φλιτζάνια , στο νερό να μουσκέψει για 24 ωρεςπερίπου , έπειτα τον βάζαμε μέσα σ' ένα τσουράπι το δέναμε και το αφήναμε δίπλα στο τζάκι , στη φωτιά , να ζεσταθεί και να κλώσει ο σπόρος . Κάθετόσο τον γυρίζαμε να μην καεί και τον ραντίζαμε με λίγονερό να μην ξεραθεί και να παραμένει υγρός . Όταν άρχιζε τοκλώσιμο ο σπόρος έσκαγε κι ακούγονταν τσακ-τσακ το σκάσιμότου . Σε 7-8 μέρες ήταν έτοιμος να τον σπείρουμε .»

Χ. Ν. ΚΟΥΒΕΛΗΣ : «ΤΑ ΚΑΠΝΙΚΑ» , ΜΑΧΑΙΡΑ ΞΗΡΟΜΕΡΟΥ. http://artpoeticacouvelis.blogspot.com

Οι νεότεροι Έλληνες που μάθαμε , δυστυχώς , όλα τα παλιά να τα κοροϊδεύουμε και να τα περιφρονάμε , δημιουργήσαμε απ’ το τσουράπι τη νεοελληνική βρισιά «τσουράπω» , που σημαίνει «ζωηρή» κι «ελεύθερη» κοπέλα , χωριάτισσα κι επαρχιώτισσα , όχι τόσο ως προς την καταγωγή , όσο ως προς τη νοοτροπία και απευθύνεται σε γυναίκες που θέλουμε να τις απαξιώσουμε και να τις προσβάλλουμε :

«Είδες τι μας έκανε η παλιοτσουράπω;»

«Μωρή τσουράπωωω!»

«Μπορεί να τρέχει στα καλά μαγαζιά και στα θέατρα κάθε μέρα , αλλά είναι μια τσουράπω τέταρτης γενιάς η δικιά σου...»

Αν όμως για τους ξιπασμένους νεοέλληνες τα τσουράπια θεωρούνται φτηνά και άξια χλευασμού , για τους παλιούς τα τσουράπια ήτανε κάτι πολύ σπουδαίο . Τόσο σπουδαίο , που έπρεπε να είναι μέσα στην προίκα που ετοίμαζε για τη ζωή της η νέα κοπέλα και τόσο αξιοπρεπές , ώστε να κατέχει περίοπτη θέση μέσα στα προικοσύμφωνα του καιρού εκείνου :

Προικοσύμφωνο συμβόλαιο αριθ. 1349/1845, του Κων/νου Νικολάου και του Στρ. Νικ. Αθανασίου . Συμβολαιογράφος Ι. Πέτρου

«Ενώπιον των μαρτύρων κυρίων Μιχαήλ Ριζόπουλου και Γεωργίου Τριανταφύλλου άνευ επαγγέλματος και εμού εμφανισθέντες ο Κων/νος Νικολάου κάτοικος Γιαννιτζούς Καλύβια γεωργός και Νικόλαος Αθανασίου Στρατιώτης του πρώτου τάγματος του δευτέρου λόχου της οροφυλακής κάτοικος Γιαννιτσούς Εξέθεσαν ότι ο Κωνσταντίνος Νικολάου δίδω κατ’ ελευθερίαν και απαραβιάστως την θυγατέρα του Βασιλική ηλικίας ετών 17 ως νόμιμον σύζυγον εις πρώτον γάμον στο στρατιώτη Νικόλαο Αθανασίου και ως προίκα εν Χωράφι συγκείμενον εκ στρεμμάτων πέντε ως έγκιστα εις την θέσιν Κριτζινιά του χωρίου Γιαννιτσούς εκτιμώμενο δρχ 125. ένα υποκάμισο τρία συγκούνια, εν άλλο συγκούνι, μια φλωκάτι, τέσσερα ζευγάρια τσουράπια, δύο ζευγάρια παπούτσια, τέσσερα μαντήλια, δύο φέσια, εκτιμηθέντα δραχμάς 101, μιαν κόπιτζαν αργυρή και μιαν τζέργα δρχ 60, μια βελέντζα, δύο προσκέφαλα, εν ντορβά δραχ 15, εκτιμηθέντα το όλον δρχ, τριακοσίας. Ο Νικόλαος Αθανασίου συναινών να συνέλθει εις γάμον μετά της Βασιλικής θυγατρός του…….»

Όπως ήταν φυσικό , τα τσουράπια «χώρεσαν» και στο σεντούκι της Παράδοσης με συχνή παρουσία στα παραμύθια , τις παραδόσεις και τα ήθη και έθιμα των Ελλήνων :

Η γιαγιά Μαργούδα κι ο καλικάντζαρος

Παραμύθι της Θράκης (απόσπασμα)

(Η γιαγιά Μαργούδα ξυπνά κι ετοιμάζεται να πάει στην εκκλησία , για τα Χριστούγεννα . Μπερδεύτηκε όμως με την ώρα και κίνησε πολλή νύχτα . Συνάντησε στο δρόμο έναν καλικάντζαρο , που την παίδεψε μέχρι να λαλήσει ο κόκορας και να την αφήσει.)

«Παίρνει δρόμο , σιγά- σιγά , η γιαγιά η Μαργούδα για την ικκλησία . Όσο δώσ’ ικεί , μπροστά τ’ς εμφανίζετ΄ ένας καλικάντζαρος / μια σκιά , την καθίζ’ , την βάζει στην πλάτη τα , ’ την παίρνει .

Λέει : «κάνα παιδί μ’ θα είν’ φαίν’τι και με πήρε για να με πάει την ικκλησία να μην κ(ου)ραστώ . Λοιπόν , για την εκκλησία παίρν’ του δρόμο για τουν λάκκο . Άρχισαν , πέφτουν οι παντόφλις στουν δρόμου , τ’ς γιαγιάς της Μαργούδας , σκίζουντι τα τσουράπια τ’ς...

«Πού με πηγαίν’ς , βρε πιδάκι μ’ ;»

«Α δω να , μανάκα μ ’, α κει να μανάκα μ’ , α δω να μανάκα μ’ , α κει να μανάκα μ’... ντε ντε ντε , άρχισαν σκίστ’καν τα τσουράπια τ’ς , σκίσ’κε η γούνα τ’ς.
Όσο δω σα κει , φωνάζ’ ο πετ’νός . Ταμάμ φώναξ’ ο πετ’νός , την παρατάει τη γριά η σκιά αυτήνα , φεύγει .

Τώρα βλέπ’ τα ’λόγυρα τ’ς η καημένη ... πού ; Στου βουνό μέσα κι σκοτ’νά , τυφλά. Παίρ’, μι τα πουλλά , βρίσκ’ τ(η)ν πατέκα σιγά- σιγά , σιγά – σιγά , κατ’βαίν’ στου σπίτ’ . Χτυπά την πόρτα , ανοίγουν τα πιδιά ’που μέσα :

«Καλά , ρε μάνα , πού ήσαν τέτοινια να ώρα ; Ακόμα δεν χάραξι!»

«Ουμ , πιδιά , αυτό κι αυτό ...»

Την βλέπουν , νε παντόφλες , νε τσουράπια , νε γούνες , όλα ξεσκισμένα. (…)»

Ο Παλαβός κι ο Φρόνιμος – Λαϊκό Παραμύθι

(Ήτανε δυο αδέρφια . Ο ένας παλαβός κι ο άλλος φρόνιμος . Ο παλαβός , άθελά του , έπνιξε τη γριά μάνα του , ταΐζοντάς την καυτό κουρκούτι . Πήγανε να τη θάψουνε …)

« (…) – Πάω εγώ να σκάψω το λάκκο, λέει ο φρόνιμος. Φέρε τη μάνα εσύ.

Κόβει στην πλάτη ο παλαβός τη γριά και πήγαινε , αλλά πιο κάτω κουράστηκε.

Λέει:

– Ορέ , γιατί να σκοτώνομαι;

Κι αφήνει κάτω τη γριά και την τράβαγε απ’ το ποδάρι.

Αλλά καθώς πήγαινε, της βγήκε το τσουράπι της γριάς κι αυτός μήτε που το κατάλαβε. Φτάνει στο νεκροταφείο…

– Την έφερα, λέει του φρόνιμου.

Κάνει έτσι ο φρόνιμος, τι να ιδεί!… Ένα τσουράπι!

– Μωρέ! Τι την έκαμες τη μάνα; Την έχασες;

Παίρνει ο ένας από δω κι άλλος από κει να βρούνε τη γριά , σάμπως ήξερε από πού πέρασε ο παλαβός ; (…)

Στη γιορτή των Φώτων , από τα χρόνια του Βυζαντίου , είχανε έθιμο σε πολλά μέρη να μαζεύουνε τη στάχτη του τζακιού και να την πετάνε στα χωράφια μ’ ένα κόκκινο τσουράπι και ένα άσπρο , για να έχουν καλή σοδειά .

Το έθιμο αυτό το τηρούσε κι ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ ο Γ΄, ο λεγόμενος «Μέθυσος» , για να’χουν τ’ αμπελοχώραφα μεγάλη παραγωγή και να ’χει ο αυτοκράτορας πολύ κρασί να πίνει , γι’ αυτό –άλλωστε – τον είπανε και «Μέθυσο».

Στο Σέσκλο της Μαγνησίας , την Κυριακή της Τυροφάγου , το σόι του γαμπρού, αποκλειστικά γυναίκες , επισκέπτονταν την αρραβωνιασμένη νύφη στο σπίτι της και της πρόσφεραν χαλβά για την περίοδο της νηστείας . Της πρόσφεραν , ακόμα , κι ένα ζευγάρι καλτσοδέτες , μοσχοσάπουνο , άρωμα κι ένα μικρό μαντηλάκι , άσπρο κεντητό . Εκείνη με τη σειρά της , προς ανταπόδοση , προσέφερε ένα ζευγάρι τσουράπια και μαντήλες για κεφαλοδέσιμο .

Ακόμα , τα παιδιά του παλιού καιρού , που βρίσκανε νόημα , χαρά και παιχνίδι σε πράγματα ασήμαντα για τα σημερινά , κάνανε τόπια με τα τσουράπια για να παίξουνε ποδόσφαιρο στο χωματόδρομο και στην αλάνα της γειτονιάς τους :

«Γύρω από το παρτέρι , ξυπόλυτα παιδάκια , κλοτσάγαμε το πρωτότυπα κατασκευασμένο τόπι από «τσουράπι» , γεμισμένο με πούπουλα και κουρέλια που υποκαθιστούσε την μπάλα ποδοσφαίρου . Αν την έτρωγες στο κεφάλι σε άφηνε στον τόπο . Τα γυμνά μας ποδαράκια είχαν τόσο πολύ σκληραγωγηθεί , που δεν ένοιωθαν πόνο και κακουχία.»
Γιώργος Καρατάσος , ‎Παλαιές φωτογραφίες του Ναυπλίου . Η ΣΚΙΑ ΠΟΥ ΧΑΘΗΚΕ

Αλλά και οι νεότεροι Έλληνες Λογοτέχνες και Ποιητές που αντλούσαν καθαρό και αμόλευτο νερό από το πηγάδι της Ελληνικής Παράδοσης έβαλαν τα ταπεινά τσουράπια μέσα στα λογοτεχνικά τους δημιουργήματα :

«Δυο κουπιά καρφωμένα στον άμμο τα χαράματα με τη φουρτούνα . Πούναι η βάρκα;
Ένα αλέτρι μπηγμένο στο χώμα , κι ο αγέρας να φυσάει . Kαμένο το χώμα .

Πούναι ο ζευγολάτης ;

Στάχτη η ελιά , τ' αμπέλι και το σπίτι.

Bραδιά σπαγγοραμμένη με τ' αστέρια της μες στο τσουράπι .

Δάφνη ξερή και ρίγανη στο μεσοντούλαπο του τοίχου .

Δεν τ' άγγιξε η φωτιά .

Kαπνισμένο τσουκάλι στο τζάκι - και να κοχλάζει μόνο το νερό

στο κλειδωμένο σπίτι . Δεν πρόφτασαν να φάνε .»

Γ. Ρίτσου, Ρωμιοσύνη - Μέρος Τρίτο

«(…) Καὶ πάλι οἱ γυναῖκες, / σὰ νὰ μήν εἶδαν τὸ χαμηλωμένο κῦμα τους , θὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ πλαγιάσουν , / θ' ἀσχοληθοῦν μὲ τὶς δουλειές τοῦ σπιτιοῦ , ποὺ κρατᾶνε τὰ μάτια χαμηλωμένα , / θὰ γονατίσουν μπροστά στὴ σκάφη νὰ πιάσουν ἀποβραδίς τὸ προζύμι , / σὰ νὰ μὴν πρόσεξαν τὸ κράνος τῶν ἀντρῶν πούπεσε καταγῆς∙ θὰ τὸ μαζέψουν ἥσυχα κι αὐτό , / σὰ νἄταν μιὰ πήλινη γλάστρα , θὰ φυτέψουν ἀργότερα κεῖ μέσα λουλούδια , / μικρά λουλούδια σπιτικά , κάτι γαλάζια λουλούδια πεντάφυλλα, / θὰ τοὺς μαντάρουν , πλάι στὴ λάμπα , τὰ τσουράπια τους / μὲ κεῖνο τὸ ὑπομονετικό ξύλινο αὐγό θὰ τοὺς μαντάρουν / τὴ χιλιοτρυπημένη ἐμπιστοσύνη τους , γιατί οἱ ἄντρες / πολύ περπατᾶνε , πολύ κουράζονται , πολύ φοβοῦνται , πολύ πολεμᾶνε , /(…)

Γιάννη Ρίτσου : "Οταν έρχεται ο Ξένος" (1958)

«Κανείς δεν θυμόταν πια, πώς και πότε κατέβηκε η Σαββούλα από το χωριό , με τα τρία της αγόρια και τη γελάδα της . Κατέκτησε όλη τη γειτονιά με την καλοσύνη και το παροιμιώδες της φιλότιμο . Και φυσικά , με την ομορφούλα καφετιά αγελάδα , που την έβγαζε κάθε πρωί στη βοσκή . Στις αλάνες και τις απερίφραχτες αυλές• δεν έλειπαν δα σχεδόν από κανένα σπίτι . Με ένα τσουράπι στο χέρι , σεργιάνιζε πάνω κάτω , προσέχοντας το ζωντανό• μια καλή κουβέντα για όλους, μικρούς και μεγάλους και την αγελάδα χορτάτη φρέσκια τροφή , επέστρεφε στο φτωχικό της , γιατί έπρεπε να νοιαστεί και για "τα άλλα ζωντανά της", όπως της άρεσε να λέει για τα παιδιά της .(…)»

ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΤΡΩΝΟΥ - ΠΑΠΑΤΕΡΠΟΥ: Το Αναγνωστικό

Τα τσουράπια γίνανε πολλές φορές και αστείο του κοσμαγάπητου Καραγκιόζη :

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Τι θα φάτε σήμερα , Καραγκιόζη μου ;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Α ! Σήμερα έχουμε ωραίο φαΐ , Χατζατζάρη !

ΧΑΤΖΗΑΒΑΤΗΣ : Και τι φαΐ έχετε , Καραγκιόζη μου ;

ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗΣ : Τσουράπια παραγεμιστά , μυρωδάτα !!!

Κι ο Γεώργιος Σουρής (1853-1919) ο σπουδαιότερος σατιρικός ποιητής της νεότερης Ελλάδας , πολλάκις χρησιμοποίησε το «τσουράπι» , μέσα στα ποιήματα που δημοσίευε στη σατιρική του εφημερίδα « Ο Ρωμηός» . Γράφει , ας πούμε , σε ένα σατιρικό ποίημα για κάποιον πολιτικό ονόματι Θόδωρο , που «λύνει και δένει» :

«Μόνο του γερο- Θόδωρου δεν του πατούν την κάππα …

Μόνον αυτός ακούγεται , πολλαίς φοραίς σας τάπα …

Μόνο τον γερο-Θόδωρο , τον λεν αϊτό και ζλάπι

Φιλήστε το τσαρούχι του , μυρίστε το τσουράπι

Πολλές φορές , όταν οι χωρικοί μας είχανε κάποιον δικό τους στην Αθήνα ή σε άλλη μεγάλη πόλη παράγγελναν , ανάμεσα σ’ άλλα , να τους στείλουνε και τσουράπια , από τα μαγαζιά , ώστε οι γυναίκες να γλιτώσουνε τη φασαρία . Έτσι , σε ένα γράμμα του Αγίου των Ελληνικών Γραμμάτων Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη , στις 2-10-1874, από την Αθήνα , όπου είχε εγγραφεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών , προς τον πατέρα του στη Σκιάθο , διαβάζουμε τα παρακάτω:

« (…) Έστειλα και εν δεκάδραχμον δια του Καμβαΐλια και σύκα και κυδώνια δια του Ν. Κ. Μωραΐτου και 2 ζεύγη τζοραπίων».

Τέλος , στην παλιά Αθήνα , από την περίοδο του Όθωνα , υπήρχε ένα καφενείο με το όνομα: «Καφέ τσουράπι» . «Σ’ αυτό συγκεντρώνονταν αντιμοναρχικοί που σχεδίαζαν την ανατροπή του Όθωνα . Η σύζυγος του καφετζή είχε επωμισθεί το καθήκον να παρακολουθεί την κίνηση έξω από το κατάστημα , για να ειδοποιήσει τους θαμώνες σε περίπτωση εμφάνισης της αστυνομίας . Για να επιτελεί το έργο της με φυσικότητα , στεκόταν μόνιμα στην είσοδο του καφενείου και έπλεκε ένα τσουράπι . Για τούτο και το καφενείο πήρε το όνομα «Καφέ τσουράπι» . Το καφενείο αυτό , αργότερα , έδωσε το ίδιο παρωνύμιο («Καφέ Τσουράπι») και στη συνοικία Βατραχονήσι , που είχε συγκροτηθεί κοντά στις όχθες του Ιλισού , γύρω από το Ναό του Α. Σπυρίδωνα και το Στάδιο και που στα 1895 είχε 200 , περίπου , οικογένειες».

Πάνος Ν. Αβραμόπουλος , «Βατραχονήσι – Καφέ Τσουράπι , Λεωφόρος Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ιστορική αναδρομή στην Αθήνα μας»

http./www. panosavramopoulos.blogspot.gr.

Όμως , «Είπαμε πολλά και σώνει, ας λαλήσει κι άλλο αηδόνι…» , κατά πώς λέγανε οι παλιές γιαγιάδες όταν εδεκεί κοντά στ’ αναμμένο τζάκι κουραζούντανε κάποια στιγμή από τα πολλά παραμύθια και τις ιστορίες που λέγανε στ’ αγγόνια .

Όταν άρχισα , κι εγώ , να γράφω τούτη δω την ιστορία για τα τσουράπια , είπα μέσα μου :

«Ε , πόσο θα γράψω … μια … δυο , το πολύ , σελίδες. Τσουράπια είναι , στο κάτω της γραφής . Πόσα μπορεί να γράψει κανείς γι’ αυτά ;»

Κι όμως , γράφοντας και ψάχνοντας , έκανα τρεις ολόκληρες μέρες να την ολοκληρώσω την ιστορία κι αν έψαχνα ακόμα , ένας Θεός ξέρει πότε θα την τέλειωνα.

Είναι κι αυτό μια μικρή απόδειξη , μέσα στις πολλές και σπουδαίες , που δείχνει το πλάτος , το βάθος , τον πλούτο και την αξία της Ελληνικής Παράδοσης , του ζωντανού αυτού θησαυρού του Έθνους μας , που έκανε ακόμα και τα ασήμαντα και ταπεινά τσουράπια του παλιού καιρού , να γράψουνε μια τέτοια ιστορία , όπως τούτη δω .

Καλά Χριστούγεννα σε όλους , πάντα κοντά στις Ρίζες που έθρεψαν και μεγάλωσαν το Δέντρο του Ελληνισμού .