ΕΛΛΑΔΑ. Σαν σήμερα, έξι χρόνια πριν, στις 26 Φεβρουαρίου 2020 ανακοινώνεται στην Ελλάδα το πρώτο κρούσμα κορωνοϊού. Η 38χρονη τότε κυρία Δήμητρα Βουλγαρίδου, επιχειρηματίας και σχεδιάστρια μόδας από τη Θεσσαλονίκη, έχει μόλις επιστρέψει από το Μιλάνο – δηλώνεται ως η «ασθενής 0».

Η μετάδοση του ιού στην Κίνα έχει γίνει γνωστή 2 μήνες πριν, τον Δεκέμβριο του 2019 – μέχρι εκείνη την ημέρα, όμως, μοιάζει με κάτι μακρινό, που δεν μας αφορά. Η ίδια η κυρία Βουλγαρίδου θα περιγράψει αργότερα το σοκ της διάγνωσης ως μια αίσθηση απόλυτης αβεβαιότητας: «Σαν να περπατούσα σε μια έρημο χωρίς κατεύθυνση». Οι πληροφορίες ελάχιστες, ο φόβος τεράστιος και η κοινωνία δεν γνωρίζει ακόμη με τι έχει έρθει αντιμέτωπη.

Το σοκ της νέας πραγματικότητας

Το τι θα ακολουθήσει είναι πλέον γνωστό: Οι άνθρωποι εισέρχονται σε μια νέα πραγματικότητα που θα διαρκέσει μήνες. Καλούνται να ζήσουν ολόκληρη την καθημερινότητά τους μέσα στο σπίτι. Τα καταστήματα παύουν τη λειτουργία τους, εκτός απ’ όσα διαθέτουν τα βασικά αγαθά. Τα σχολεία κλείνουν, τα γραφεία κλείνουν. Όλοι, γονείς και παιδιά, συνεχίζουν το πρόγραμμά τους έγκλειστοι στον προσωπικό τους χώρο. Οι μετακινήσεις περιορίζονται στις απολύτως απαραίτητες και ελέγχονται. Οι καθημερινές συζητήσεις «πλημμυρίζουν» με όρους όπως «ιχνηλάτηση», «κρούσματα», «καραντίνα», «ΜΕΘ», «αρνητικό/θετικό τεστ».

Το SMS στο 13033, οι άδειες μετακίνησης, οι μάσκες και τα αντισηπτικά γίνονται ρουτίνα. Μαζί τους, αλλάζει και η αίσθηση του χρόνου: Εβδομάδες που μοιάζουν μήνες, σχέδια που αναβάλλονται επ’ αόριστον, κοινωνική ζωή που υπάρχει μόνο μέσα από οθόνες, γιορτές και αργίες που περνούν αδιάφορα μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού. Τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Η πανδημία έχει φέρει μαζί της φόβο, απώλειες, κοινωνικές εντάσεις – αλλά και μια πρωτόγνωρη κινητοποίηση της επιστήμης.

Η επιστροφή της ελπίδας

Στο τέλος του ίδιου έτους, θα έρθει η πρώτη μεγάλη «ανάσα», τα εμβόλια. Η εμβολιαστική εκστρατεία θα αποτελέσει σημείο καμπής, όχι μόνο υγειονομικά, αλλά και ψυχολογικά. Για πρώτη φορά μετά από μήνες, υπάρχει συλλογικά η αίσθηση της διεξόδου από τον εφιάλτη. Παρά τις δυσκολίες, τις αντιπαραθέσεις και την κόπωση, η επιστήμη λειτουργεί ως το πιο σταθερό αντίβαρο στον φόβο.

Έξι χρόνια μετά: Πώς η πανδημία άλλαξε τη ζωή μας

Σήμερα, έξι χρόνια μετά, η COVID-19 δεν είναι πια το «άγνωστο τέρας». Είναι ένας ιός που προλαμβάνεται, παρακολουθείται και αντιμετωπίζεται – αλλά δεν έχει φύγει. Από καθημερινή, έκτακτη ανάγκη, έχει γίνει εποχική απειλή, κυρίως για ηλικιωμένους και ευάλωτους πληθυσμούς. Η πανδημία άφησε πίσω της μια νέα σχέση με την υγεία και το δημόσιο σύστημα περίθαλψης, μεγαλύτερη εξοικείωση με την έννοια του συλλογικού κινδύνου, αλλά και μια κοινωνία πιο ευαίσθητη απέναντι στις κρίσεις.

Η ιδέα ότι «μένω σπίτι όταν έχω συμπτώματα» έχει γίνει πιο αποδεκτή. Η μάσκα δεν είναι πια ταμπού σε χώρους υγείας. Οι εργαζόμενοι ζητούν τηλεργασία όταν είναι άρρωστοι. Η έννοια της ιχνηλάτησης, των τεστ και της ατομικής ευθύνης έχει ενσωματωθεί στην καθημερινότητα.

Για το σύστημα υγείας, η πανδημία λειτούργησε σαν «stress test». Στην Ελλάδα, ενισχύθηκαν οι ΜΕΘ, αναβαθμίστηκαν τα νοσοκομειακά πληροφοριακά συστήματα και επιταχύνθηκε η ψηφιοποίηση της υγείας. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καθιερώθηκαν μηχανισμοί κοινής προμήθειας εμβολίων και ενισχύθηκε ο ρόλος των οργανισμών επιτήρησης. Η εμπειρία του 2020 έδειξε ότι καμία χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μόνη της μια παγκόσμια υγειονομική κρίση.

Τα εμβόλια παραμένουν το σημαντικότερο «όπλο» απέναντι στον ιό. Σήμερα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση κυκλοφορούν επικαιροποιημένες εκδοχές εμβολίων, προσαρμοσμένες στις κυρίαρχες παραλλαγές που εμφανίζονται κάθε σεζόν. Η στρατηγική πρόληψης θυμίζει πλέον εκείνη της γρίπης: Εποχικός εμβολιασμός για τις ευάλωτες ομάδες – ηλικιωμένους, χρονίως πάσχοντες και εργαζόμενους σε υγειονομικές μονάδες.

Ωστόσο, η πρόκληση δεν είναι η διαθεσιμότητα, αλλά η συμμετοχή.

Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ότι η εμβολιαστική κάλυψη έχει μειωθεί σημαντικά. Σύμφωνα με την έκθεση επιτήρησης του ECDC για τη σεζόν 2024–25, η Ελλάδα κατέγραψε πολύ χαμηλή κάλυψη στις ηλικιακές ομάδες – στόχους:

  • 60–69 ετών: 0,5%
  • 70–79 ετών: 1,7%
  • 80+ ετών: 1,4%

Η εικόνα αυτή αποτυπώνει την πανδημική κόπωση. Μετά από χρόνια περιορισμών, αντιπαραθέσεων και υπερπληροφόρησης, ένα μέρος της κοινωνίας έχει χαλαρώσει τη στάση του απέναντι στον ιό. Η λοίμωξη COVID-19 δεν προκαλεί πια τον ίδιο συλλογικό πανικό – αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι έχει πάψει να απειλεί τους ευάλωτους.

Τι έμεινε τελικά;

Έξι χρόνια μετά, η ζωή έχει επιστρέψει σε μεγάλο βαθμό στους ρυθμούς της. Όμως η αίσθηση της ευαλωτότητας παραμένει. Η πανδημία μας δίδαξε ότι η «κανονικότητα» δεν είναι δεδομένη. Η COVID-19 δεν είναι πια ο «εφιάλτης» του 2020. Αυτή η παράδοξη «επέτειος», όμως, μπορεί και πρέπει να λειτουργήσει σαν μια σημαντική υπενθύμιση: Η υγεία είναι συλλογική υπόθεση. Η επόμενη κρίση -όποτε κι αν έρθει- θα πρέπει να μας βρει πιο καλά προετοιμασμένους.

Πηγή: ygeiamou.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις