Γιατί τα μικρά παιδιά αρρωσταίνουν συνέχεια; Δύο ειδικοί εξηγούν τι είναι φυσιολογικό και τι όχι
Τα μικρά παιδιά αρρωσταίνουν συχνά και αυτό είναι φυσιολογικό. Δύο ερευνήτριες εξηγούν, αναλύοντας τα αποτελέσματα της μελέτης τους σχετικά με τις παιδικές αρρώστιες και το ανοσοποιητικό σύστημα των παιδιών
Δεν είναι ιδέα σας ότι το… βλαστάρι σας έβγαλε σχεδόν όλο το χειμώνα άρρωστο. Mια ερευνητική μελέτη που εξέτασε παιδιά για διαφορετικούς αναπνευστικούς ιούς κάθε εβδομάδα για ένα χρόνο διαπίστωσε ότι τα παιδιά κάτω των 5 ετών φέρουν έναν ή περισσότερους ιούς στο 50% των περιπτώσεων. Ένα παιδί ηλικίας 15 μηνών θα έχει 12-15 κρυολογήματα ετησίως και 8 ή 9 από αυτά θα εμφανίσουν συμπτώματα, όπως καταρροή.
Η έρευνα της Lucy van Dorp, ερευνήτρια στη Μικροβιακή Γονιδιωματική στο University College London και της Charlotte Houldcroft, Λέκτορας στο Τμήμα Γενετικής στο Πανεπιστήμιο του Cambridge, που παρουσιάζουν με άρθρο τους στο The Conversation, εμβάθυνε στο πώς διαφέρει το ανοσοποιητικό σύστημα των μικρών παιδιών από αυτό των ενηλίκων, στο γιατί τα παιδιά μεταδίδουν μικρόβια τόσο αποτελεσματικά και τι μπορούν να κάνουν οι γονείς για να βοηθήσουν την κατάσταση.
Όπως εξηγούν, τα βρέφη και τα νήπια έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με πολλούς διαφορετικούς μικροοργανισμούς. Το ανοσοποιητικό τους σύστημα «εκπαιδεύεται» μέσα από αυτή την έκθεση, κάτι που σημαίνει ότι εμφανίζουν πιο συχνά συμπτώματα και μεταδίδουν ευκολότερα μικρόβια σε άλλους.
«Αξίζει να σημειωθεί ότι τα περισσότερα στοιχεία που εξετάσαμε προέρχονται από μελέτες που έγιναν πριν εμφανιστεί η COVID-19. Δεν γνωρίζουμε ακόμη αν προσθέτει έναν ακόμη ιό σε αυτό το “μείγμα”» τονίζουν σχετικά με τα δεδομένα που αξιοποίησαν.
Τι ταλαιπωρεί τα μικρά παιδιά;
Σύμφωνα με τις ερευνήτριες, τα παιδιά εμφανίζουν περίπου διπλάσια επεισόδια διάρροιας και εμέτου ανά έτος σε σχέση με τους ενήλικες. Εάν το παιδί σας είναι κάτω των 5 ετών, αυτό αυξάνει τον κίνδυνο για έναν ενήλικα να εμφανίσει διάρροια και εμετό κατά 3 έως 5 φορές.
Επιπλέον, τα παιδιά εμφανίζουν περίπου 1–2 λοιμώξεις με εξάνθημα. «Μέχρι την ηλικία των 12 μηνών, το 70% των παιδιών έχει αντισώματα στους δύο ιούς (HHV6A και 6B) που προκαλούν τις περισσότερες περιπτώσεις ροδόχρου νόσου (μια συχνή λοίμωξη που συνήθως προκαλεί υψηλό πυρετό και εξάνθημα). Μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, το 65% των παιδιών στο Ηνωμένο Βασίλειο έχει αντισώματα στον ιό της ανεμοβλογιάς. Με λίγα λόγια, δώδεκα κρυολογήματα, δύο επεισόδια διάρροιας και εμέτου και μία ή δύο ασθένειες με εξάνθημα είναι τυπικά μεταξύ 12 και 24 μηνών, με ή χωρίς παιδικό σταθμό» εξηγούν.

Ο παράγοντας «παιδικός σταθμός»
Η έναρξη σε παιδικό σταθμό αποτελεί ένα σημαντικό ορόσημο και συχνά συνοδεύεται από αύξηση των λοιμώξεων. Οι δύο ειδικοί επισημαίνουν ότι η έκθεση σε ιούς και μικρόβια επιταχύνεται σημαντικά. Αυτή η φάση διαρκεί συνήθως 1–2 χρόνια.
Ωστόσο, υπάρχει και ένα σημαντικό πλεονέκτημα: παιδιά που έχουν φοιτήσει σε παιδικό σταθμό εμφανίζουν λιγότερες λοιμώξεις όταν ξεκινούν το δημοτικό σχολείο. Με άλλα λόγια, το ανοσοποιητικό τους «ωριμάζει» νωρίτερα. «Η ιδέα ότι ο παιδικός σταθμός “ξεμπερδεύει” με τα μικρόβια πριν από το σχολείο έχει επιστημονική βάση. Το αν αυτό είναι καλό ή όχι μπορεί να εξαρτάται από την άποψη των γονέων» σχολιάζουν.
Δεν είναι, όμως, πάντα καλύτερο να νοσεί ένα παιδί νωρίς. Όπως προειδοποιούν οι ερευνήτριες, σε ορισμένες λοιμώξεις, όπως ο RSV, η καθυστέρηση της πρώτης μόλυνσης μπορεί να είναι πιο ασφαλής. Σε άλλες, όπως η ανεμοβλογιά, ο εμβολιασμός ή η νόσηση σε μικρότερη ηλικία συνδέεται συχνά με ηπιότερα συμπτώματα.
Τι πρέπει να γνωρίζουν οι γονείς

Η κατανόηση από πλευράς του εργοδότη θεωρείται καθοριστική για την αποτροπή της διασποράς κάποιου νοσήματος: «Θεωρούμε σημαντικό οι εργοδότες των γονέων να γνωρίζουν ότι όλα τα μικρά παιδιά αρρωσταίνουν συχνά και ότι αυτό είναι απολύτως φυσιολογικό. Το ανοσοποιητικό τους σύστημα δέχεται συνεχώς νέες λοιμώξεις και πρέπει να αναπτύξει ανοσία σε εκείνες που δεν μπορούν να προληφθούν με εμβολιασμό. Δεν αποτελεί ένδειξη κακής υγιεινής σε έναν παιδικό σταθμό ή υπερβολικής ανησυχίας των γονέων. Τα παιδιά μπορούν να μεταδίδουν ασθένειες πριν και μετά την εμφάνιση συμπτωμάτων, επομένως το να μένουν στο σπίτι μόνο όταν είναι άρρωστα δεν αρκεί για να σταματήσει η μετάδοση» διευκρινίζουν.
Ο εμβολιασμός αποτελεί το πιο αποτελεσματικό μέσο πρόληψης σοβαρών λοιμώξεων και μείωσης των συμπτωμάτων, όπως συμπέραναν κι από τη μελέτη τους. Ιδιαίτερα σήμερα, με τις μεγάλες εξάρσεις νοσημάτων όπως η ιλαρά στις ΗΠΑ και στο Ηνωμένο Βασίλειο, η τήρηση του εμβολιαστικού προγράμματος είναι κρίσιμη. Τα σύγχρονα εμβόλια προστατεύουν από πολλαπλές ασθένειες και συμβάλλουν σημαντικά στη μείωση των ημερών ασθένειας.
Η συχνή ασθένεια στα μικρά παιδιά είναι ένα φυσιολογικό και αναγκαίο στάδιο ανάπτυξης. Αν και κουραστική για την οικογένεια, αποτελεί ένδειξη ότι το ανοσοποιητικό σύστημα «χτίζεται». Με σωστή ενημέρωση, υπομονή και τήρηση του εμβολιαστικού προγράμματος, οι γονείς μπορούν να διαχειριστούν αυτή τη φάση με μεγαλύτερη σιγουριά.
«Τέλος, θέλουμε να καθησυχάσουμε τους γονείς ότι η ηλικία, η καλύτερη υγιεινή των χεριών και ένα πιο “εκπαιδευμένο” ανοσοποιητικό σύστημα σημαίνουν ότι τα ποσοστά ασθενειών στα παιδιά που πηγαίνουν σε παιδικό σταθμό μειώνονται κατά 50% κάθε χρόνο φοίτησης. Τα πράγματα μόνο να βελτιωθούν μπορούν» καταλήγουν.