Ο Τσίπρας, η Καρυστιανού και οι σοφοί
Γράφει ο Κώστας Βαξεβάνης / documentonews.gr
Είχε δίκιο ο Οτο φον Μπίσµαρκ όταν έλεγε ότι «η πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού»; Από πρακτική άποψη ναι. Η εφαρµοσµένη πολιτική είναι µια στάθµιση µεταξύ της απαίτησης, του ιδεατού και των αναγκών που απαιτεί η πραγµατικότητα. Από αυτή την άποψη, η διάσταση µεταξύ λόγων και έργων σε αυτό που ονοµάζουµε πολιτική δεν είναι απαραίτητα µια εξαπάτηση, αλλά κοινωνική προσαρµογή. Η προσγείωση της θεωρίας στον κακοτράχαλο δρόµο της απαίτησης.
Από την άλλη, κάθε απατεώνας της πολιτικής αθωώνεται επικαλούµενος ακριβώς το εφικτό που αντικατέστησε µέσα κι έξω του το ανέφικτο. ∆ίνεται δηλαδή το απαραίτητο άλλοθι για να αποµακρυνθεί η πολιτική από το πλαίσιο της ηθικής και των αξιών που επικαλείται. «Αµάν, βαριά φιλοσοφία, ας πούµε κάτι πιο απλό» που θα έλεγαν ο Μανώλης Ρασούλης και ο Ανδρέας Μικρούτσικος. Και το απλό (ερώτηµα που ζητάει απάντηση) είναι αν η πολιτική διά των πολιτικών αποτελεί την τέχνη του ψέµατος και της εξαπάτησης. Αν τα κόµµατα λειτουργούν µε τρόπο που οδηγούν στον κατευνασµό και στη χειραγώγηση των πολιτών.
Εάν κάποιος συµφωνεί µε τον Τσόρτσιλ ότι η δηµοκρατία είναι ατελές σύστηµα αλλά δεν υπάρχει καλύτερο, τότε οι κανόνες είναι ξεκάθαροι. Στην αντιπροσωπευτική δηµοκρατία τα κόµµατα είναι οι φορείς της και οι εγγυητές της. Αντιπροσωπεύουν και διαφυλάττουν τη λαϊκή βούληση και προστατεύουν τους θεσµούς.
∆εν υπάρχει δηµοκρατία χωρίς τη λειτουργία των κοµµάτων ούτε είναι εφικτές η θρυλούµενη «αµεσοδηµοκρατία» και η ουτοπική αυτοργάνωση. Αντιθέτως, η αντίληψη ότι η κοινωνία αποφασίζει απευθείας χωρίς διαµεσολάβηση µπορεί να αποδειχτεί µέθοδος εξαπάτησης. Η πολιτική δεν πρέπει να γίνει η τέχνη του ευφηµισµού και να παράγει γοητευτικές, ωραιοποιηµένες έννοιες για να καλύψει τις πιο συντηρητικές επιλογές. Την περίοδο της ελληνικής κρίσης ζήσαµε τη µεταγλώττιση της επιβολής: τα µέτρα φτωχοποίησης ονοµάστηκαν µεταρρυθµίσεις, η τραπεζοκλεπτοκρατία ονοµάστηκε σταθερότητα και οι αυτοκτονίες παράπλευρες απώλειες. Αν κάποιος θέλει να προσφέρει στην πολιτική, τότε τα κριτήρια δεν µπορεί να κατασκευάζονται έξω από τους όρους λειτουργίας της δηµοκρατίας. Οταν σε περίοδο δηµοκρατίας εµφανίζονται και γοητεύουν οι σωτήρες και οι µεσσίες, τότε η δηµοκρατία ζει την παρακµή της.
Ας επανέλθουµε όµως στο ερώτηµα: Τα κόµµατα εξυπηρετούν σήµερα την κοινωνία; Η πλειονότητα των πολιτών απαντάει «όχι». Το επόµενο ερώτηµα είναι αν πρέπει να αντικατασταθούν αφού έχουν ευτελιστεί. Η απάντηση πρέπει να είναι όχι, γιατί διαφορετικά δεν υπάρχει δηµοκρατία. Σήµερα, σε αυτό που κατανοούµε ως πολιτική, υπάρχουν δύο σοβαρά και επικίνδυνα προβλήµατα. Το ένα είναι η «θετικοποίηση». Τα κόµµατα αποτελούν τους φορείς διαφορετικών συµφερόντων και ιδεών που λειτουργούν σεβόµενα τη δηµοκρατία µε ζητούµενο το κοινωνικό συµφέρον όπως αυτά τo κατανοούν. Αρα τα κόµµατα συγκρούονται για να εξασφαλίσουν το καλό της κοινωνίας. Αυτή η απαίτηση υποχωρεί προς όφελος της ψευδοσυναίνεσης και της µετριοπάθειας. Σύµφωνα µε αυτές, τα κόµµατα δεν διαφωνούν στις ουσιαστικές πολιτικές τους και καταλήγουν στην ευγενή συναίνεση χωρίς γωνίες. Οποιος διατυπώνει άλλη άποψη εµφανίζεται ως «τοξικός», «εµµονικός» ή αναχρονιστής. Τα περισσότερα από τα αντιλαϊκά νοµοσχέδια δεν γίνονται ποτέ γνωστά γιατί καλύπτονται από τη συµφεροντολογική συναίνεση (φυσικά δεν µιλάµε για το συµφέρον της κοινωνίας). Το τσάι και συµπάθεια στην πολιτική αποτελεί στρέβλωση της δηµοκρατίας και ικανοποιεί µόνο αυτούς που θέλουν να µοιράσουν την εξουσία και τις καρέκλες. Το χειρότερο παράδειγµα «θετικοποίησης» είναι η συµπεριφορά της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία αντιµετωπίζει µε χαρµόσυνη αδηµονία τις προσπάθειες διάλυσης του κόµµατος από ένα άλλο υπό ίδρυση κόµµα. Την απόφαση µάλιστα αυτή την παρακολουθεί η προσωρινή ηγεσία από το θεωρείο.
Το δεύτερο επικίνδυνο πρόβληµα στην πολιτική είναι η επένδυση στην απαξίωση του κοινοβουλευτισµού και των κοµµάτων. Τα κακά κόµµατα καλούνται να υποκαταστήσουν στη λειτουργία τους πεφωτισµένοι (επιτροπές σοφών) και τεχνοκράτες. Η αµφισβήτηση των κοµµάτων είναι απολύτως δικαιολογηµένη από την κοινωνία (πάνω από το 50% δεν πάει να ψηφίσει) αφού δεν δείχνουν να αφουγκράζονται τα συµφέροντά της. Αυτή όµως η αµφισβήτηση δεν µπορεί να γίνεται επίσηµη πολιτική. Βρισκόµαστε εν αναµονή της δηµιουργίας δύο κοµµάτων που προκαλούν συζητήσεις πολύ προτού υπάρξουν. Πρόκειται για το λεγόµενο κόµµα της Μαρίας Καρυστιανού και το κόµµα του Αλέξη Τσίπρα. Τα δύο κόµµατα –µε βάση όσα έχουν ανακοινώσει οι πιθανοί επικεφαλής τους– έχουν δύο κοινά στοιχεία: αποποιούνται το παλιό κοµµατικό προσωπικό και την κοµµατική γραφειοκρατία και στηρίζονται όχι σε οργανωµένες κοµµατικές λειτουργίες αλλά σε αυτό που αποκαλείται «επιτροπή σοφών».
Οι αφετηρίες των δύο φερόµενων ηγετών είναι διαφορετικές. Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι πρόσωπο µε κοµµατική δράση. Προσέρχεται (αν συµβεί τελικώς) στην πολιτική µε αφετηρία ένα προσωπικό δράµα που συναντά την κοινωνική ανησυχία. Αντιλαµβάνεται την πολιτική ως το εργαλείο για να επέλθουν η κάθαρση, η τιµωρία και η πάταξη της διαφθοράς. Το προσωπικό παράδειγµα και αδιέξοδο την οδηγεί εµπειρικά αν και οραµατικά στον δρόµο της πολιτικής. Βλέποντας τον ρόλο των κοµµάτων σε αυτό που λέγεται συγκάλυψη του εγκλήµατος των Τεµπών, θεωρεί τα κόµµατα και τις προσωπικότητες που προέρχονται από αυτά ως επιζήµια. Θεωρεί ότι µια οµάδα σοφών και τίµιων µπορεί να κινητοποιήσει τον κόσµο και να φέρει τη λύση. Η ροµαντική αυτή αντίληψη µπορεί να οδηγήσει σε αδιέξοδα. Αν η οµαδοποίηση των σοφών ή των τεχνοκρατών θα µπορούσε να φέρει αυτοµάτως λύση, πιθανόν να µην είχαµε ούτε το έγκληµα των Τεµπών. Στην πολιτική δεν υπάρχει παρθενογένεση. Αντιθέτως, η εµπειρία µπορεί να είναι χρήσιµη. Η απαξίωση των κοµµάτων και της κοµµατικής λειτουργίας ως αντίληψη κι όχι ως βάσιµη κριτική µπορεί να οδηγήσει σε προβληµατικές καταστάσεις. Μπορεί στα κόµµατα να είναι και κακοί, αλλά αυτοί που δεν είναι στα κόµµατα δεν αποτελούν απαραίτητα τους καλούς. Από την άλλη, το να συµπορευτούν µε τη Μαρία Καρυστιανού πρόσωπα από όλους τους πολιτικούς χώρους αποτελεί λαϊκή συναίνεση, πλην όµως θα είναι θνησιγενής αν δεν θέλει να πραγµατώσει κάτι ουσιαστικά πολιτικό πάνω σε ξακάθαρη πολιτική βάση. ∆ιαφορετικά θα είναι µια ιστορική µεν, αλλά θνησιγενής αντίδραση.
Στην περίπτωση του Αλέξη Τσίπρα δεν υπάρχει η απειρία ή ο ροµαντισµός της Καρυστιανού. Ο πρώην πρωθυπουργός, σε ρόλο Σταύρου Θεοδωράκη του Β΄, ψάχνει το χρυσό άθροισµα ψηφοφόρων που θα τον κάνει Πρωταγωνιστή. Εχει πετάξει τους κακούς της δικής του ιστορίας από το θεωρείο και απλώς προσθέτει στο γραφείο του µετά τη φωτογραφία του Νίκου Μπίστη κι αυτή του Νίκου Μαραντζίδη (ο οποίος επιµένει ότι καλώς τον έβριζε όταν τον έβριζε). Θα ήταν απλώς µια κακή πολιτική τακτική γεµάτη από αυταπάτες αν ο Τσίπρας, για να πρωταγωνιστήσει, δεν πετούσε το παιδί από τη σκάφη µαζί µε τα απόνερα. Αν δηλαδή δεν επέλεγε να εµφανίσει το πολιτικό σύστηµα, τα κόµµατα και την αντιπολίτευση ως το κακό το ριζικό µας. Οπως ακριβώς θα το έκανε και ένας συνδικαλιστής 15µελούς, χωρίς πολιτική ωριµότητα και ιστορία. Η Μαρία Καρυστιανού έχει έλλειψη πολιτικής εµπειρίας. Ο Αλέξης Τσίπρας πάλι όχι. Είναι έµπειρος σε αυτό που κάνει. Αφού απαξίωσε επί δύο χρόνια τον κοινοβουλευτισµό διά της σιωπής του, τώρα συνεχίζει να το κάνει διά της ρητορικής του. Ο Αλέξης Τσίπρας µεγιστοποιεί για τους δικούς του λόγους και φιλοδοξίες την καταστροφική πορεία του 2019-2023. ∆εν ξέρω αν το αποτέλεσµα µπορεί να είναι διαφορετικό από αυτό που έχει ήδη εισπράξει.