Αλαζονεία, διαφθορά, τιμωρία: Φοβούνται ωρέ τα παλικάρια;
Γράφει ο Γιώργος Καρελιάς/news247.gr
Στις 8 Ιουλίου 2019, όταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης σχημάτιζε την πρώτη κυβέρνησή του, είχε κλείσει τα 51 του χρόνια.
Δεν ήταν, ηλικιακά, μεγάλος για τη θέση αυτή, κάθε άλλο. Αλλά ούτε και μικρός. Για παράδειγμα, ο Αλέξης Τσίπρας το Γενάρη του 2015 δεν είχε κλείσει τα 41 του. Επιπλέον, ο Μητσοτάκης είχε άλλα δύο στοιχεία στα «υπέρ» του. Είχε υπουργική πείρα(τον έκανε υπουργό την περίοδο 2012-2014 ο Αντώνης Σαμαράς, άλλοτε μαύρο πρόβατο της οικογένειας Μητσοτάκη), ενώ ο Τσίπρας δεν είχε κουμαντάρει «ούτε περίπτερο», κατά το κοινώς λεγόμενον. Επιπλέον, ο Μητσοτάκης είχε μεγάλη οικογενειακή ώσμωση και πείρα με την κυβερνητική εξουσία.
Ποια σημασία έχουν τα ανωτέρω στη σημερινή συγκυρία; Την εξής: ο σημερινός πρωθυπουργός πορεύτηκε από το 2019 έως σήμερα με το δίπτυχο αλαζονεία της εξουσίας και διαφθορά. Και αυτό φέρνει τώρα, στο τέλος της δεύτερης θητείας, την τιμωρία, αφού η απαιτούμενη «κάθαρση» δεν μπορεί να έλθει, είναι αργά.
Η αλαζονεία ήλθε από τις δύο απανωτές εκλογικές νίκες του 41%(2019 και 2023). Και την ενίσχυσε η απουσία υπολογίσιμου αντιπάλου, γεγονός που αποθράσυνε αρκετά κυβερνητικά και κομματικά στελέχη, με τη νοοτροπία «έχουμε πλειοψηφία κάνουμε ό,τι θέλουμε». Αυτό δεν ανακόπηκε ούτε από την προειδοποίηση του εκλογικού σώματος στις ευρωεκλογές του 2024 με το 28%
Η νοοτροπία αυτή έφερε τη διαφθορά. Με δύο παραλλαγές.
Η μία είναι με τη χρησιμοποίηση αθέμιτων μεθόδων που θυμίζουν παρακράτος, όπως είναι το σκάνδαλο των παρακολουθήσεων, το οποίο έχει μια πρωτοφανή διάσταση: το παράνομο λογισμικό PERDATOR και η κρατική ΕΥΠ δεν παρακολουθούσαν μόνο πολιτικούς αντιπάλους, αλλά και πλήθος υπουργών και ανώτατους κρατικούς λειτουργούς(πχ των αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων). Το γεγονός ότι ουδείς από τους παρακολουθηθέντες τόλμησε να ζητήσει δικαστική εξιχνίαση δεν προδίδει μόνο αναξιοπρέπεια, αλλά αποδεικνύει την απόλυτη υποταγή τους στην κορυφή της εξουσίας(αυτό που αποκαλείται «σύστημα Μαξίμου»), από το οποίο εξαρτάται η επιβίωσή τους.
Η δεύτερη παραλλαγή της διαφθοράς αποτυπώνεται στο σκάνδαλο των κοινοτικών επιδοτήσεων(ΟΠΕΚΕΠΕ), που έχει οικονομικό υπόβαθρο. Το οποίο δεν έχει πλήρως αποκαλυφθεί και δεν γνωρίζουμε αν αφορά μόνο παράνομες δοσοληψίες των(«γαλάζιων», πάντως) «Φραπέδων», «Χασάπηδων» ή «Φεραρίστας».
Το χειρότερο για την κυβέρνηση και προσωπικά για τον πρωθυπουργό είναι ότι η απόλυτη εξουσία που(φαινόταν πως) είχαν δεν μπορεί πια να τους προστατεύσει απόλυτα.
Διότι, στην υπόθεση των υποκλοπών, μπορεί ο Άρειος Πάγος να τους «διευκόλυνε» με το κουκούλωμα (αρχειοθέτηση, λέγεται) των ευθυνών της ΕΥΠ, αλλά ένα κατώτερο δικαστήριο έβαλε νέο μπουρλότο. Και ήδη ο καταδικασθείς ιδιοκτήτης της εταιρείας που πούλησε το παράνομο λογισμικό, φοβούμενος τη φυλακή και την οικονομική καταστροφή, απειλεί τον κ. Μητσοτάκη ότι θα έχει την τύχη του Νίξον( «PREDATORgate»).
Και διότι στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ κάνει κουμάντο η, μη ελεγχόμενη, Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Γι’ αυτό φωνάζει ο Άδωνις ότι, με τις δικογραφίες που στέλνει με δόσεις, «κρατάει όμηρο ολόκληρο το πολιτικό σύστημα». Τρίχες κατσαρές. Κανένα πολιτικό σύστημα δεν είναι όμηρος, αν δεν έχει τη φωλιά του λερωμένη.
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι, όπως επιχειρούν να το παρουσιάσουν οι κυβερνητικοί προπαγανδιστές και οι ιμάντες τους στα μέσα ενημέρωσης(«έλα μωρέ, θα στήσουμε Ειδικά Δικαστήρια για τα ρουσφέτια;»). Το ερώτημα είναι αν αυτά τα «ρουσφέτια» είχαν οικονομικό υπόβαθρο, το οποίο ξεπερνάει την όποια τυπική «παράβαση καθήκοντος» και κάνει το αδίκημα κακούργημα. Και αυτό θα το αποφασίσουν οι ευρωπαίοι (Έλληνες είναι, αλλά μη ελεγχόμενοι…)εισαγγελείς. Και εντέλει τα δικαστήρια, αν η κυβερνητική πλειοψηφία στη Βουλή δεν αποφασίσει να προστατεύσει τους υπό κατηγορίαν, όπως προστάτευσε τους Αυγενάκη και Βορίδη(αθώοι χωρίς έρευνα).
Η κατάληξη όλων αυτών είναι ένα είδος πολιτικής τιμωρίας που, κατά τα φαινόμενα, επέρχεται. Ο κ. Μητσοτάκης βρίσκεται σε μια κατάσταση ιδιότυπης ομηρίας. Δεν μπορεί να κουκουλώσει πια τις υποθέσεις. Και δεν μπορεί να τις ξεπεράσει ανώδυνα με μια, ας πούμε, ταχεία προσφυγή σε εκλογές, όπως τον πιέζουν ασφυκτικά να κάνει ορισμένοι δικοί του. Και δεν μπορεί διότι, αν ενδώσει, θα επιβεβαιώσει ότι διακατέχεται από πανικό, πέραν των όποιων κινδύνων ενέχει η πρόωρη προσφυγή στις κάλπες λόγω του πολέμου.
Επιπλέον, ο κ. Μητσοτάκης δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στο «δεν υπάρχει αντίπαλος». Και το 2024 δεν υπήρχε, αλλά το ποσοστό της ΝΔ έπεσε στο 28%. Σήμερα ο φόβος είναι να πάρει ένα ποσοστό κάτω και από το 28%, που θα φέρει σεισμό εντός της ΝΔ και, το πιθανότερο, την αποστρατεία του νυν πρωθυπουργού.
Αντίπαλος του κ. Μητσοτάκη και των συν αυτώ μπορεί να μην είναι το ΠΑΣΟΚ ή το κόμμα Τσίπρα, αλλά κάτι πολύ χειρότερο: το εκλογικό σώμα που(μπορεί να) έχει αποφασίσει να τους τιμωρήσει περισσότερο και από το 28% των ευρωεκλογών.
Επομένως, η απάντηση στο παιγνιώδες ερώτημα του τίτλου «φοβούνται ωρέ τα παλικάρια;», η απάντηση, για πρώτη φορά εδώ και οκτώ χρόνια, είναι «ναι, φοβούνται».
Διότι η αλαζονεία της εξουσίας τους έφερε, ανεξέλεγκτη πια, διαφθορά και η τιμωρία μοιάζει αναπότρεπτη. Διότι ο κ. Μητσοτάκης και οι συν αυτώ, παρά τη γνώση από το παρελθόν, πίστεψαν ότι η οικοδόμηση της απόλυτης εξουσίας και η απουσία αντιπάλου τούς διασφαλίζει τη διαιώνιση αυτής της εξουσίας.
Κι έτσι παρέβησαν αυτό για το οποίο προειδοποιεί ο αρχαίος τραγικός Αγάθων: «Τον άρχοντα τριών δει μεμνήσθαι: Πρώτον ότι ανθρώπων άρχει. Δεύτερον ότι κατά νόμους άρχει. Τρίτον ότι ουκ αεί άρχει».
Εν προκειμένω η αξία βρίσκεται στο τρίτο: ο άρχοντας δεν άρχει για πάντα. Και η απώλεια της εξουσίας θα είναι η πιο βαριά τιμωρία…