Γράφει ο Χρήστος Γιανναράς

Ο χρόνος τρέχει, η επέτειος (διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821) θα λήξει με κάποιες ακόμα «εκδηλώσεις» – η λέξη σε εισαγωγικά για να δηλώσει το ανόητο κυνηγητό εντυπωσιασμού. Οι εορτασμοί συνήθως ευκολύνουν την αποφυγή ερωτημάτων, το έμφοβο γάντζωμα στα «συμφωνημένα αυτονόητα». Κανένας δεν γιορτάζει στους θεσμοποιημένους «εορτασμούς», παθητικά μόνο εισπράττουμε εντυπώσεις. Οργανωτικούς υπεύθυνους των «εορτασμών» ορίζει το κράτος, κατά κανόνα, κάποιους επιδέξιους τεχνολόγους του εντυπωσιασμού. Μην περιμένουμε κάτι καλύτερο.

«Γιορτάζουμε» τα διακόσια χρόνια από την «εθνεγερσία», όπως τη λέμε: την απελευθέρωσή μας από τυραννική σκλαβιά που κράτησε τριακόσια εξήντα οχτώ (368) χρόνια. Ο εορτασμός δεν προβλέπει ερωτήματα, προβληματισμούς – κανένας δεν ρωτάει (δεν ενδιαφέρεται να μάθει) τι ακριβώς γιορτάζουμε και ποιο το συλλογικό μας υποκείμενο που γιορτάζει. Ποιο «εμείς» παρέμεινε το ίδιο τόσους αιώνες – ποιοι ήταν εκείνοι που σκλαβώθηκαν το 1453, ποιοι αυτοί που επαναστάτησαν το 1821 και ποιοι εμείς, σήμερα, που πανηγυρίζουμε, με επίσημους καλεσμένους μας, την επέτειο; Ποια κοινά γνωρίσματα μας επιτρέπουν να λέμε «εμείς» και για τις τρεις αυτές διαφορετικές στιγμές και περιπτώσεις;

Σίγουρα το κοινό δεδομένο δεν είναι η φυλή. Χιλιόχρονη η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης – Κωνσταντινούπολης, που αλώθηκε το 1453 από τους Οθωμανούς Τούρκους, είχε κοινή γλώσσα την ελληνική, άξονα κοινωνικής συνοχής την Ορθόδοξη Χριστιανική Εκκλησία, και ήταν σαφέστατα πολυεθνική και πολυφυλετική. Οι πληθυσμοί που εξεγέρθηκαν το 1821, από τη Μολδοβλαχία ώς την Κρήτη, επίσης δεν είχαν φυλετική – εθνική ομοιογένεια, είχαν όμως την ίδια «πίστη» (ίδιο εμπειρικό «νόημα» της ύπαρξης και των σχέσεων κοινωνίας της ύπαρξης), όπως και την ίδια γλώσσα.

Με το βιωματικό – εμπειρικό φορτίο που κομίζουν οι λέξεις, θα ήταν ακριβέστερο να πούμε ότι, σε όλους αυτούς τους αιώνες, από το 1453 ώς το 1821, οι λέξεις Ελληνισμός – Έλληνας – ελληνικότητα δήλωναν έναν «πολιτισμό», πολυεθνικό, πολυφυλεκτικό – δύσκολα θα λέγαμε και πολύγλωσσο, επειδή το βιωματικό αντίκρισμα των λέξεων που παραπέμπουν στον τρόπο ή πολιτισμό των Ελλήνων, δεν μεταβιβάζεται με μόνη την κατανόηση των σημαινόντων, απαιτείται και η εμπειρική σχέση, η κοινωνούμενη μετοχή στα σημαινόμενα. Π.χ., τα σημαινόμενα των λέξεων λόγος, αλήθεια, σχέση, κοινωνία, πόλις δεν συμπίπτουν ούτε κατελάχιστο με τις λέξεις ratio, veritas, relatio, societas, urbs. Ο παράγων, που μέσα στην Ιστορία διαφοροποιεί τους πολιτισμούς (νοοτροπίες και πρακτικές βίου), είναι η βιωματικά (από τους πολλούς) αφομοιωμένη αιτιολόγηση και σκοποθεσία της ύπαρξης και των υπαρκτών.

Ποια είναι η αιτία και ποιος ο σκοπός της ύπαρξης και των υπαρκτών δεν το πληροφορούμαστε από κάποια επιστήμη, θρησκεία ή ιδεολογία. Το ίδιο όπως και τη μητρική αγάπη, την πατρική ευθύνη, τον έρωτα, την «αίσθηση» της πατρίδας, δεν τα γνωρίζουμε επειδή κάποιος μας τα δίδαξε, η γνώση, όση και όποια έχουμε γι’ αυτά, «γεννήθηκε» μέσα μας από την εμπειρία, «ανεπαισθήτως». Προέκυψε η γνώση από τις σχέσεις μας με τα πραγματικά δεδομένα της ζωής μας, σχέσεις πετυχημένες ή ανεπαρκείς, ελλειμματικές, πάντως από σχέσεις, όχι από διδασκαλία, ή από το «κύρος» κάποιας αυθεντίας.

Η αφετηριακή και θεμελιώδης διαφορά του πολιτισμού των Ελλήνων από τον πολιτισμό που «γέννησαν» οι βαρβαρικοί πληθυσμοί των εισβολέων (από τον 4ο έως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα) στην ευρωπαϊκή Δύση, θα μπορούσε να συνοψιστεί σε μία, ίσως, πιστοποίηση: Τα βαρβαρικά φύλα ταύτισαν τη γνώση με την ατομική κατανόηση (cogito ergo sum), οι Έλληνες (από την εποχή του Ηράκλειτου) ταύτιζαν τη γνώση με την ενεργό μετοχή στην εμπειρία της σχέσης. Ας υπήρχε ένας, έστω και μόνο ένας από τους επαγγελματίες της εξουσίας στην Ελλάδα σήμερα, που να καταλαβαίνει (όχι να νομίζει ότι καταλαβαίνει) τη διαφορά του πολιτισμού των Ελλήνων (προϊόντος του αθλήματος της «πόλεως») από τον εφιάλτη του ατομοκεντρισμού των «δικαιωμάτων» στις μέρες μας.

Οι μήνες περνούν ταχύτατα, η χρονιά της επετείου (διακόσια χρόνια από την επανάσταση του 1821) θα λήξει με κάποιες ακόμα καλοπληρωμένες «εκδηλώσεις» της κωμικοτραγικής άγνοιας που ενέπνευσε τον όλο «εορτασμό». Αν μεταξύ των αναγνωστών αυτής εδώ της επιφυλλίδας υπάρχουν κάποιοι «συλλέκτες» ιστορικών τεκμηρίων, εν προκειμένω της ακάθεκτης αυτοκαταστροφικής μανίας του σημερινού Ελληνισμού, ας αποκτήσουν το βιβλίο Ιστορίας της Πέμπτης Τάξης του Δημοτικού Σχολείου. Τίτλος: «Ιστορία στα βυζαντινά χρόνια». Το βιβλίο δεν τολμάει την παραμικρή σύνδεση του «Βυζαντίου» και των «Βυζαντινών» με τους Έλληνες και τον πολιτισμό των Ελλήνων. Αγνοεί ότι η πολιτειακή πραγματικότητα της ελληνορωμαϊκής «Οικουμένης» ονομάζεται για πρώτη φορά «Βυζάντιο» το 1557, από τον Ιερώνυμο Wolf, απόγειο της οργανωμένης προπαγάνδας που είχε μετονομάσει και τους Έλληνες σε «Γραικούς» (περιφρονητικά «εξωμότες»). Οι βαρβαρικοί έποικοι στη Δυτική Ευρώπη ονόμαζαν «Έλληνες» μόνο τον π.Χ. Ελληνισμό!

Εξαγοραστήκαμε φτηνιάρικα, με εθελοδουλεία έσχατης αδιαντροπιάς, χωρίς το ελάχιστο κατάλοιπο αξιοπρέπειας, χωρίς ίχνος τόσων αιώνων αρχοντιάς. Τουλάχιστον ας μας έδινε την παρηγοριά ο πρωθυπουργός να θυσιάσει ελάχιστο χρόνο ενδιαφέροντος για την ιστορική συνείδηση των παιδιών της Πέμπτης Δημοτικού.

Πηγή: Καθημερινή

* Τα άρθρα αναγνωστών δεν απηχούν απαραίτητα τη γνώμη του notospress.gr