Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Ζηνόβιος επίσκοπος Φλωρεντίας και Ιννοκέντιος αρχιεπίσκοπος Χερσώνος και Ταυρίδας

Ζηνόβιος επίσκοπος Φλωρεντίας

Εζησε κατά τον 4ο και 5ο αι., θεωρείται ο πρώτος επίσκοπος και προστάτης της Φλωρεντίας και το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τη χριστιανική αναγέννηση της πόλης. Γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 337 από αριστοκρατική παγανιστική οικογένεια, ενώ κάποιες πηγές αναφέρουν ότι ήταν ελληνικής καταγωγής ή ότι ο ίδιος είχε λάβει ελληνική παιδεία σπουδάζοντας ρητορική σε σοφιστές διδασκάλους. Αργότερα, ωστόσο, κατηχήθηκε από τον επίσκοπο Θεόδωρο και βαπτίστηκε κρυφά, προκαλώντας την αντίδραση των γονέων του, τους οποίους, όμως, με την πραότητα και τη διδασκαλία του, κατάφερε να οδηγήσει στην πίστη της Εκκλησίας.

Ο Άγιος Ζηνόβιος ήταν επίσκοπος της Φλωρεντίας και τιμάται ως προστάτης της πόλης.
Ο Άγιος Ζηνόβιος ήταν επίσκοπος της Φλωρεντίας και τιμάται ως προστάτης της πόλης.

Υπήρξε στενός φίλος του Αμβροσίου Μεδιολάνων, ενώ ο Πάπας Δάμασος, εκτιμώντας τα προσόντα και την πίστη του, τον αξιοποίησε σε διάφορες σημαντικές αποστολές, μεταξύ των οποίων και μία στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της πρεσβείας του. Μετά τον θάνατο του Δαμάσου και του Θεοδώρου, εξελέγη παμψηφεί επίσκοπος Φλωρεντίας, θέση από την οποία εργάστηκε ακούραστα για τον εκχριστιανισμό της περιοχής και την καταπολέμηση των αιρέσεων. Του αποδίδονται πολλές αναστάσεις νεκρών, με πιο διάσημη αυτή ενός παιδιού που είχε πατηθεί από άμαξα, γι’ αυτό και θεωρείται προστάτης των τραυματισμένων παιδιών. Αλλά το πιο γνωστό μεταθανάτιο θαύμα του συνέβη κατά τη μετακομιδή των λειψάνων του από τη βασιλική του Αγίου Λαυρεντίου στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας της Αγίας Μαρίας του Ανθους (Cattedrale di Santa Maria del Fiore). Καθώς η πομπή περνούσε από την πλατεία, το φέρετρο άγγιξε μια ξερή φτελιά μέσα στην καρδιά του χειμώνα και το δέντρο αμέσως βλάστησε και άνθισε, γεγονός που θεωρήθηκε σημάδι θείας ευλογίας. Στο σημείο εκείνο υψώνεται σήμερα η Στήλη του Αγίου Ζηνοβίου (Colonna di San Zanobi) δίπλα στο πανέμορφο Βαπτιστήριο. Εκοιμήθη ειρηνικά το 390 (σύμφωνα με την Ανατολική παράδοση) ή το 417/424 (σύμφωνα με τη Δυτική), τα δε λείψανά του φυλάσσονται σε μια περίτεχνη χάλκινη λάρνακα, έργο του Ghiberti, κάτω από την Αγία Τράπεζα στον καθεδρικό ναό της Φλωρεντίας.

Η γιορτή La Fiorita di San Zanobi (η ανθοφορία του αγ. Ζηνοβίου) είναι παραδοσιακό έθιμο της Φλωρεντίας που αναβιώνει κάθε χρόνο το θαύμα του ανθισμένου δέντρου. Λαμβάνει χώρα στις 26 Ιανουαρίου, ημερομηνία που τιμάται η μετακομιδή των λειψάνων του Αγίου το έτος 429, με επίκεντρο την πλατεία San Giovanni, δίπλα στο Βαπτιστήριο και τον Καθεδρικό Ναό, στο σημείο όπου υψώνεται η Στήλη του Αγίου. Κάθε χρόνο, διοργανώνεται μια μικρή πομπή με κοστούμια εποχής, η οποία ξεκινά από το Palagio di Parte Guelfa και καταλήγει στην πλατεία για την κατάθεση των στεφάνων και λουλουδιών, που συμβολίζουν την ελπίδα για πνευματική αναγέννηση.

Ιννοκέντιος αρχιεπίσκοπος Χερσώνος και Ταυρίδας

Μια από τις επιφανέστερες εκκλησιαστικές προσωπικότητες της Ρωσίας του 19ου αι., διακεκριμένος ιεράρχης, θεολόγος και λόγιος, γνωστός ως ο «Ρώσος Χρυσόστομος» για τη μοναδική ρητορική του δεινότητα. Κατά κόσμον Ιωάννης Αλεξέγιεβιτς Μπορίσωφ, γεννήθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 1800 στο χωριό Ελετς της επαρχίας Ορέλ (Oryol) και καταγόταν από ιερατική οικογένεια. Το 1819 τελείωσε με επιτυχία τις σπουδές του στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο του Ορέλ και εισήχθη στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου, από την οποία αποφοίτησε με άριστα το 1823, καθότι είχε αφοσιωθεί με πάθος στη μελέτη της Ομιλητικής και των Πατέρων της Εκκλησίας.

Τα επόμενα χρόνια υπηρέτησε ως επιθεωρητής στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, ως καθηγητής της Εκκλησιαστικής Ιστορίας και αργότερα ως πρύτανης της Θρησκευτικής Σχολής Αγίου Αλεξάνδρου Νέφσκι στην Αγία Πετρούπολη (1830 – 1840), ενώ, συγχρόνως, εκάρη μοναχός με το όνομα Ιννοκέντιος και χειροτονήθηκε ιερομόναχος. Τον Δεκέμβριο του 1824, διορίστηκε βοηθός καθηγητής Θεολογίας στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης και αρκετούς μήνες αργότερα διορίστηκε επιθεωρητής και έκτακτος καθηγητής της. Τον Μάρτιο του 1826, προήχθη στον βαθμό του αρχιμανδρίτη. Η πορεία αυτή, σχεδόν νομοτελειακά, οδήγησε στη χειροτονία του ως επίσκοπου Τσιγκιρίν (Chyhyryn, 1836) και στη συνέχεια υπηρέτησε στις επισκοπές Βολογκντά και Χαρκόβου, πριν γίνει αρχιεπίσκοπος Χερσώνος και Ταυρίδας το 1848. Εκεί έθεσε ως πρωταρχικό στόχο της θητείας του την αποκατάσταση των αρχαίων χριστιανικών μνημείων της Κριμαίας που είχαν καταστραφεί από τους Τατάρους, καθώς και τη δημιουργία του «Ρωσικού Αθωνα» με την ίδρυση μονών. Θέλοντας δε να διατηρήσει τα ερείπια της αρχαίας Χερσώνας, που ήταν γνωστή ως η τοποθεσία όπου βαπτίστηκε ο Βλαδίμηρος, ο Μέγας Πρίγκιπας των Ρως, ζήτησε από τον κυβερνήτη του Καυκάσου να του παραχωρήσει αυτά τα ερείπια και εκεί, κοντά στα ερείπια του πρώην καθεδρικού ναού, ανήγειρε μια μικρή εκκλησία αφιερωμένη στη μνήμη της πριγκίπισσας Ολγας.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1853 – 1856), ο άγιος επέδειξε ηρωική δράση. Επισκεπτόταν τους τραυματίες στρατιώτες στα νοσοκομεία, παρά τους κινδύνους από την επιδημία τύφου, και εμψύχωνε τα στρατεύματα στις γραμμές του μετώπου κατά τη διάρκεια των μαχών, επέδειξε δε μεγάλη ψυχική δύναμη και αυταπάρνηση, γι’ αυτό θεωρήθηκε ο «άγγελος παρηγορητής» των πασχόντων.

Αφησε πίσω του πλούσιο έργο, συμπεριλαμβανομένων ομιλιών, μελετών για τις Οικουμενικές Συνόδους και βίων αγίων και απέκτησε ιδιαίτερη φήμη για το εξαιρετικό του ταλέντο ως ιεροκήρυκας, αφού ίδρυσε μια νέα ρωσική σχολή ομιλητικής, απαλλαγμένη από εξωτερική επιδεικτικότητα και πολυμάθεια, και απεγκλώβισε το εκκλησιαστικό κήρυγμα από τον σχολαστικισμό και τη στεγνή ακαδημαϊκή γλώσσα. Είχε το σπάνιο χάρισμα να μετατρέπει δύσκολες θεολογικές έννοιες σε ζωντανές εικόνες, κάτι που τον έκανε αγαπητό τόσο στους διανοούμενους όσο και στον απλό λαό, τα δε έργα του διακρίνονται για τη λυρικότητα και τη διεισδυτικότητά τους.

Η επιρροή του στη σύγχρονη ρωσική θεολογία εντοπίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: 1) Η «Ανθρωπολογική Στροφή». Πριν από τον Ιννοκέντιο, η ρωσική θεολογία ήταν έντονα επηρεασμένη από δυτικά πρότυπα. Εκείνος εισήγαγε μια πιο βιωματική και ανθρωποκεντρική προσέγγιση και, αντί για αφηρημένα δόγματα, μίλησε για την ψυχολογία του πιστού, τις αμφιβολίες και τις εσωτερικές του συγκρούσεις, προαναγγέλλοντας τη θρησκευτική φιλοσοφία του Ντοστογιέφσκι και του Σολόβιεφ. 2) Η ιστορικοκριτική μέθοδος. Υπήρξε πρωτοπόρος στη χρήση της ιστορικής ανάλυσης στη θεολογία, αναλύοντας το ιστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο της εποχής και εμπνέοντας τις επόμενες γενιές των Ρώσων θεολόγων να μελετήσουν τις πηγές της πίστης με επιστημονική ακρίβεια. 3) Η Αναγέννηση της Ομιλητικής (ρητορικής). Με την επιβολή της ζωντανής και γλαφυρής γλώσσας αντί των αρχαϊζόντων τύπων, απέδειξε ότι το κήρυγμα, δίνοντας έμφαση στη συγκίνηση και τη λογική πειθώ, μπορεί να είναι ταυτόχρονα υψηλή λογοτεχνία και βαθιά θεολογία. 4) Η Σύνδεση πίστης και πατριωτισμού. Η δράση του στον Κριμαϊκό Πόλεμο και οι λόγοι του προς τους στρατιώτες διαμόρφωσαν νέο μοντέλο εθνικής πνευματικότητας. Δίδαξε ότι ο χριστιανός δεν είναι αποκομμένος από την ιστορική μοίρα του έθνους του, αλλά οφείλει να την αγιάζει μέσα από τη θυσία και τη διακονία. Συνοψίζοντας, ο Άγιος Ιννοκέντιος μετέτρεψε τη θεολογία από μια «επιστήμη των βιβλίων» σε μια «επιστήμη της ζωής», γι’ αυτό και το έργο του παραμένει επίκαιρο παγκοσμίως.

Ακολουθούν χαρακτηριστικά δείγματα από το έργο του: 1) Για τη μετάνοια (από τις ομιλίες του για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή): «Μη λες: “Είναι πολύ αργά για μένα, οι αμαρτίες μου είναι πολλές“. Για τον Θεό δεν υπάρχει “πολύ αργά“. Η μετάνοια δεν είναι απλώς μια λύπη για το παρελθόν, αλλά μια αναγέννηση της καρδιάς για το μέλλον. Οπως η φύση ξυπνά την άνοιξη μετά τον χειμώνα, έτσι και η ψυχή, με το δάκρυ της μετάνοιας, αποβάλλει τον παγετό της κακίας και ανθίζει ξανά κάτω από τον Ηλιο της Δικαιοσύνης». 2) Για τον πόνο και τη δοκιμασία (κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο): «Ο σταυρός που σηκώνει ο καθένας μας δεν είναι τυχαίος. Είναι σμιλεμένος στα μέτρα της υπομονής μας από το χέρι του Θεού. Στις στιγμές της μεγάλης θλίψης, μη ζητάτε να φύγει ο πόνος, αλλά ζητήστε τη δύναμη να τον αγιάσετε. Ο πόνος που υπομένεται με ευχαριστία μεταβάλλεται σε φως που φωτίζει το μονοπάτι προς την αιωνιότητα». 3) Για την πνευματική ζωή: «Η προσευχή είναι η αναπνοή της ψυχής. Χωρίς αυτήν, η εσωτερική μας ζωή ασφυκτιά μέσα στις μέριμνες του κόσμου. Μην περιμένετε τις “κατάλληλες συνθήκες” για να προσευχηθείτε. Ο Θεός ακούει τον ψίθυρο της καρδιάς σας ακόμη και μέσα στον θόρυβο της αγοράς ή τη βοή της μάχης».

Εκοιμήθη ειρηνικά στις 25 Μαΐου 1857, την ημέρα της εορτής της Αγίας Τριάδος, και αναγνωρίστηκε επίσημα ως άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας το 1997.

Τιμάται επίσης η μνήμη: της τρίτης ευρέσεως της τιμίας κεφαλής του αγίου ενδόξου προφήτου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, μάρτυρος Κελεστίνου, οσίου Ολβιανού, Διονυσίου επισκόπου Μιλάνου, ιερομαρτύρων Μαξίμου και Βικτωρίνου, Αλδέλμου επισκόπου Σέρμπορν της Αγγλίας, Σκιότα του εκ Γεωργίας, Δημητρίου πρίγκηπος του Ούγκλιχ της Ρωσίας, οσίας Θέκλας του Περεγιασλάβλ.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις