Εορτολόγιο 28 Μαΐου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Εορτολόγιο: Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Εορτολόγιο: Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Α΄ Οικουμενική Σύνοδος
Λίγες μόνο δεκαετίες μετά το γεγονός της Ανάστασης του Χριστού, εμφανίστηκαν οι πρώτες αλλοιώσεις της χριστιανικής πίστης και, αργότερα, οι μεγάλες χριστολογικές αιρέσεις μέσα στην Εκκλησία. Οι διαφωνίες αυτές σχετίζονταν κυρίως με το πρόσωπο του Χριστού, με το μυστήριο δηλαδή της υποστατικής ένωσης των δύο φύσεων Του. Ποιος είναι πραγματικά ο Χριστός; Ποια είναι η σχέση Του με τον Θεό; Με ποιον τρόπο συνδέονται και ενώνονται στο πρόσωπό Του η θεία και η ανθρώπινη φύση, δηλαδή το άκτιστο με το κτιστό; Αν είναι Θεός, πώς μπορεί να είναι ταυτόχρονα και «Υιός του ανθρώπου»; Με ποιον τρόπο γεννήθηκε από γυναίκα; Και πώς είναι δυνατόν η μητέρα Του, η Παρθένος Μαρία, να ονομάζεται «Θεοτόκος»; Τα ερωτήματα αυτά δεν αφορούσαν μόνο τη θεότητα του Θεού Λόγου, αλλά και το μυστήριο της Ενανθρώπησής Του.

Οι προβληματισμοί αυτοί προκάλεσαν μακροχρόνιες θεολογικές συζητήσεις και έντονες δογματικές αντιπαραθέσεις. Η Εκκλησία, επιδιώκοντας να προστατεύσει τους πιστούς και να απαντήσει στις αποκλίνουσες απόψεις, διατύπωσε με αυθεντικό τρόπο την πίστη της μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους. Οι Σύνοδοι αυτές, βασισμένες στην εμπειρία των Αγίων που μετείχαν, εξέφρασαν επίσημα τη διδασκαλία της Εκκλησίας και καθόρισαν τα δόγματά της. Οι δογματικές αποφάσεις τους, γνωστές ως «Όροι», δηλαδή ως όρια και σαφείς οριοθετήσεις της πίστης, περιέχουν αλήθειες που σχετίζονται άμεσα με τη σωτηρία του ανθρώπου. Για τον λόγο αυτό τα δόγματα της Εκκλησίας δεν αποτελούν απλώς θεωρητικές διατυπώσεις, αλλά σωτηριολογικές προτάσεις ζωής, αφού αποτυπώνουν την κοινή πίστη, τη συλλογική συνείδηση και τη διαχρονική εμπειρία ολόκληρου του εκκλησιαστικού σώματος.
Οι αμφισβητήσεις γύρω από το πρόσωπο του Χριστού εμφανίστηκαν πολύ νωρίς στην ιστορία της Εκκλησίας, αρχικά με τις αιρέσεις του Δοκητισμού και του Μοναρχιανισμού, ενώ, αργότερα, κατά την περίοδο των μεγάλων τριαδολογικών ερίδων, το χριστολογικό ζήτημα επανήλθε με νέα ένταση. Τόσο οι Αρειανοί όσο και οι Ευνομιανοί ανέπτυξαν τη δική τους θεολογία για τον Χριστό, στην οποία αντέδρασαν δυναμικά οι Πατέρες της Εκκλησίας. Εκείνη την εποχή το ενδιαφέρον στρεφόταν κυρίως στο Τριαδολογικό δόγμα, δηλαδή στη θεότητα του Χριστού και στη σχέση Του με τον Θεό Πατέρα. Με τα χριστολογικά αυτά ζητήματα της πίστης, που συνδέονται άμεσα με το μυστήριο της Ενανθρώπησης του Θεού Λόγου, ασχολήθηκε και η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία συγκλήθηκε το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας.
Το επίκεντρο της κρίσης ήταν ο λόγιος, ευφυής, χαρισματικός και εξαιρετικά δημοφιλής αλεξανδρινός πρεσβύτερος Άρειος (256 – 336). Η διδασκαλία του συνοψιζόταν σε μια φράση που έγινε σύνθημα: «Ην ποτε ότε ουκ ην», δηλαδή, «Υπήρξε κάποτε που ο Υιός δεν υπήρχε». Για τον Άρειο, ο Υιός και Λόγος του Θεού ήταν μεν ανώτερος από κάθε κτίσμα, αλλά παρ’ όλα αυτά κτίσμα. Δεν ήταν ομοούσιος με τον Πατέρα, δεν ήταν αιώνιος, δεν ήταν αληθινός Θεός. Ήταν το πρώτο και ανώτατο δημιούργημα του Θεού, μέσω του οποίου δημιουργήθηκαν τα πάντα. Η διδασκαλία αυτή εξαπλώθηκε με εκπληκτική ταχύτητα σε ολόκληρη την Ανατολή, προκαλώντας βαθιές διαιρέσεις στις κοινότητες, μεταξύ κληρικών και ακόμα και μεταξύ επισκόπων.
Ο αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας Αλέξανδρος αντέδρασε αμέσως. Κάλεσε τον Άρειο να ανακαλέσει, αλλά εκείνος αρνήθηκε, γι’ αυτό καθαιρέθηκε και αναθεματίστηκε από τοπική Σύνοδο, αλλά βρήκε υποστηρικτές σε άλλες περιοχές, ιδίως στη Συρία και την Παλαιστίνη. Η κατάσταση οξύνθηκε τόσο που θορύβησε τον Μ. Κωνσταντίνο, ο οποίος, θέλοντας να διασφαλίσει την ενότητα του κράτους με μια ενωμένη Εκκλησία, κατάλαβε ότι η θεολογική διαμάχη απειλούσε την ίδια τη συνοχή της αυτοκρατορίας. Αρχικά απέστειλε τον επίσκοπο Όσιο Κορδούης (Κόρδοβας) ως διαμεσολαβητή, χωρίς, ωστόσο, αποτέλεσμα και τότε αποφάσισε να συγκαλέσει το 325 στη Νίκαια της Βιθυνίας Οικουμενική Σύνοδο, δηλαδή Σύνοδο που θα μετέχουν Επίσκοποι από ολόκληρη την αυτοκρατορία.
Έλαβαν μέρος 318 επίσκοποι, μεταξύ των οποίων ξεχώριζαν ο Αλέξανδρος Αλεξανδρείας με τον νεαρό διάκονό του Αθανάσιο, που θα γινόταν ο μεγαλύτερος υπερασπιστής της Ορθοδοξίας τα επόμενα χρόνια, ο Όσιος Κορδούης ως συμβουλάτορας του Κωνσταντίνου, ο Αχίλλιος Λαρίσης, ο Ευσέβιος Καισαρείας και ο Ευσέβιος Αντιοχείας και, κατά την παράδοση, οι άγιοι Νικόλαος Μύρων και Σπυρίδων Τριμυθούντος, πολλοί ήσαν δε οι επίσκοποι που έφεραν στα σώματά τους τα σημάδια των διωγμών, κομμένα χέρια, τυφλωμένα μάτια και ουλές από βασανιστήρια.
Το κεντρικό ερώτημα της Συνόδου ήταν απλό στη διατύπωσή του: «Ποιος είναι πραγματικά ο Ιησούς Χριστός;». Ο Άρειος βασιζόταν σε συγκεκριμένα βιβλικά χωρία για να υποστηρίξει τη διδασκαλία του, όπως το «Ο Πατήρ μείζων μου εστιν» (Ιωάν. 14, 28) και ότι ο Υιός είναι «Πρωτότοκος πάσης κτίσεως» (Κολ. 1, 15). Για τον Άρειο, ένας απόλυτα υπερβατικός Θεός δεν μπορούσε να έρθει σε άμεση επαφή με τον κτιστό κόσμο, αλλά χρειαζόταν έναν ενδιάμεσο, τον Υιό, ο οποίος ήταν μεν ανώτερος από τον κόσμο, αλλά κατώτερος από τον Πατέρα. Η θεολογία αυτή είχε επιρροές από την ελληνική φιλοσοφία, ιδίως τον πλατωνισμό και τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα, στη σημερινή δε εποχή την ενστερνίζονται και τη διδάσκουν οι ονομαζόμενοι Μάρτυρες του Ιεχωβά, στηριζόμενοι στα ίδια ακριβώς χωρία.
Ο Μ. Αθανάσιος, που τότε ήταν ακόμα νεαρός διάκονος, αντέτεινε με θεολογική οξύτητα το σωτηριολογικό επιχείρημα πως, αν ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός, τότε δεν μπορεί να μας σώσει. Μόνο ο Θεός μπορεί να λυτρώσει τον άνθρωπο από την αμαρτία και τον θάνατο. Ένα κτίσμα, έστω και το ανώτατο, δεν έχει τη δύναμη να χαρίσει θέωση στον άνθρωπο. Ο Αθανάσιος το διατύπωσε με την περίφημη φράση: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός».
Η Σύνοδος, ωστόσο, έπρεπε να βρει μια λέξη που να εκφράζει με ακρίβεια τη σχέση Πατρός και Υιού. Η λέξη που επιλέχθηκε, και που δεν βρίσκεται αυτούσια στην Καινή Διαθήκη, ήταν η λέξη «ομοούσιος». Ο Πατέρας, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι μεν τρία πρόσωπα ενυπόστατα, αλλά για το συμφυές, το συναΐδιο, το ομόθρονο, το ομοούσιο και το απαράλλακτο της ουσίας Τους αποτελούν μία θεότητα, μονάδα τρίφωτη και μοναρχία τριαδική, και όχι τρεις θεοί. Η μία και ενιαία θεότητα διακρίνεται σε τρία πρόσωπα (υποστάσεις ή χαρακτήρες) ως προς τον αριθμό, εκείνο όμως που εξασφαλίζει την ενότητα της θεότητας είναι το ομοούσιον, το απαράλλακτον της μορφής, η ταυτότητα της ουσίας των τριών θείων υποστάσεων, ενώ εκείνο που διακρίνει τα πρόσωπα είναι οι ασύγχυτες ιδιότητες, τα υποστατικά ιδιώματα αυτών. Κατόπιν τούτων, η Σύνοδος συνέταξε το Σύμβολο της Νικαίας, τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου που γνωρίζουμε σήμερα ως Πιστεύω, το οποίο διακηρύσσει τον Υιό ως: «Φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι’ ου τα πάντα εγένετο».
Πέραν του δογματικού ζητήματος, η Σύνοδος αποφάσισε και για άλλα σημαντικά θέματα, όπως τον ενιαίο υπολογισμό και εορτασμό του Πάσχα για ολόκληρη την Εκκλησία, κανόνες για την εκκλησιαστική τάξη και την ιεραρχία, καθώς και το καθεστώς επιστροφής των lapsi, εκείνων δηλαδή που είχαν αρνηθεί την πίστη κατά τους διωγμούς.
Ανδρέας ο διά Χριστόν σαλός
Ο Άγιος αυτός αποτελεί μία από τις πιο εμβληματικές και «παράδοξες» μορφές της Ορθόδοξης αγιολογίας, καθώς επέλεξε τον δρόμο της προσποιητής τρέλας (σαλότητας) για να ταπεινώσει τον εαυτό του και να κρύψει την αρετή του από τους ανθρώπους.
Η διά Χριστόν σαλότητα θεωρείται ένας από τους πιο δύσκολους και ακραίους τρόπους άσκησης στην Ορθόδοξη Εκκλησία και γι’ αυτό δεν υπάρχουν πολλοί που την ακολούθησαν. Το θεολογικό της υπόβαθρο κινείται, μεταξύ των άλλων, σε τρεις βασικούς άξονες: 1) Στη νίκη επί της υπερηφάνειας. Ο σαλός επιλέγει να εξευτελίζεται δημόσια για να ξεριζώσει την «ρίζα όλων των κακών», την υπερηφάνεια. Προκαλώντας την περιφρόνηση και τον εμπαιγμό των άλλων, θωρακίζει τον εαυτό του από τον πειρασμό της ανθρωπαρέσκειας και της δόξας. Έτσι, η αρετή του παραμένει κρυφή και «θησαυρισμένη» μόνο για τον Θεό. 2) Στον έλεγχο της λογικής των κοσμικών ανθρώπων. Η συμπεριφορά του σαλού λειτουργεί ως καθρέφτης που αποκαλύπτει την υποκρισία της κοινωνίας, ενώ με τις παράδοξες πράξεις του συγκλονίζει τους ανθρώπους και τους αποσπά από την πνευματική τους απάθεια. Συχνά, μάλιστα, χρησιμοποιεί την «τρέλα» του για να ελέγξει αμαρτίες ισχυρών προσώπων ή να προφητεύσει γεγονότα, χωρίς να κινδυνεύει από την κοσμική τιμωρία, αφού θεωρείται ανεύθυνος λόγω της κατάστασής του. 3) Στη βιβλική θεμελίωση. Η σαλότητα βασίζεται στα λόγια του απ. Παύλου: «Ημείς μωροί διά Χριστόν» και «Η σοφία του κόσμου τούτου μωρία παρά τω Θεώ εστιν» (1 Κορ. 3, 18 – 19). Ο σαλός ενσαρκώνει τη «λογική του Θεού», η οποία συχνά φαίνεται παράλογη στα μάτια ενός κόσμου που κυνηγά μόνο την άνεση, τον πλούτο, τη δύναμη και την εξουσία. Τέλος, η σαλότητα θεωρείται ειδικό χάρισμα του Αγίου Πνεύματος, που δίνεται μόνο σε όσους έχουν φτάσει σε υψηλά επίπεδα απαθείας.
Ο Ανδρέας γεννήθηκε στη Σκυθία το 880 και πιθανολογείται ότι ήταν σλαβικής καταγωγής. Ήρθε στην Κωνσταντινούπολη ως δούλος του πρωτοσπαθάριου Θεόγνωστου, επί βασιλείας Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού, και, λόγω της ευφυΐας του, έμαθε γράμματα και υπηρέτησε ως νοτάριος (γραμματικός). Μετά από θείο όραμα, αποφάσισε να εγκαταλείψει την κοσμική ζωή και άρχισε να περιφέρεται στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης προσποιούμενος τον τρελό, υπομένοντας εξευτελισμούς, ξυλοδαρμούς, την πείνα και την παγωνιά, ενώ τις νύχτες προσευχόταν κρυφά. Κοιμήθηκε ειρηνικά σε ηλικία περίπου 66 ετών, ο δε βίος του καταγράφηκε από τον πρεσβύτερο Νικηφόρο της Αγίας Σοφίας τον 10ο αι.
Ο Άγιος είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τη γιορτή της Αγίας Σκέπης, γιατί, σύμφωνα με την παράδοση, κατά τη διάρκεια αγρυπνίας στον ναό των Βλαχερνών, είδε την Παναγία να απλώνει το φωτεινό της πέπλο (μαφόριο) πάνω από τους πιστούς, προστατεύοντας την Πόλη. Στον βίο του περιγράφονται συγκλονιστικές εμπειρίες «αρπαγής» του στον Παράδεισο, οι οποίες θεωρούνται από τις πιο λεπτομερείς στη χριστιανική γραμματεία.
Ακολουθούν μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα παράδοξης συμπεριφοράς: Η «απώλεια» των ρούχων: Όταν αποφάσισε να ακολουθήσει τον δρόμο της σαλότητας, έβγαλε τα ρούχα του και τα έκοψε σε κομμάτια προσποιούμενος τον τρελό. Ο αφέντης του, νομίζοντας ότι αρρώστησε ψυχικά, τον έδεσε με αλυσίδες και τον πήγε στον ναό της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολύτριας για θεραπεία. Ο Ανδρέας υπέμεινε τον εγκλεισμό και τις αλυσίδες ως μέρος της άσκησής του. Η ζωή με τους σκύλους: Συχνά κοιμόταν στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης μαζί με τα αδέσποτα σκυλιά για να ζεσταθεί. Όταν οι περαστικοί τον έβλεπαν και τον περιφρονούσαν, εκείνος χαιρόταν, ενώ την ίδια στιγμή προσευχόταν μυστικά για τη σωτηρία εκείνων που τον χλεύαζαν. Ο τρόπος που έδινε ελεημοσύνη: Όταν κάποιοι του έδιναν χρήματα ή ψωμί από οίκτο, εκείνος τα μοίραζε αμέσως σε άλλους φτωχούς. Για να μη δεχτεί όμως ευχαριστίες και πέσει στην παγίδα της υπερηφάνειας, τους έβριζε ή τους χλεύαζε καθώς τους έδινε τα χρήματα, ώστε να νομίζουν ότι η πράξη του ήταν τυχαία ή προϊόν τρέλας. Το όραμα της κηδείας του πλούσιου αμαρτωλού: Κάποτε είδε την πολυτελή κηδεία ενός πλούσιου άρχοντα που όλοι τιμούσαν. Ο Ανδρέας όμως είδε με πνευματικά μάτια ότι πίσω από το φέρετρο δεν ακολουθούσαν άγγελοι, αλλά δαίμονες που πανηγύριζαν, γιατί ο άνθρωπος αυτός ήταν σκληρόκαρδος και αμετανόητος. Με αυτόν τον τρόπο, ο Άγιος δίδασκε ότι η κοσμική δόξα δεν έχει καμία αξία μπροστά στην κρίση του Θεού. Η πρόκληση στους ναούς: Υπήρχαν φορές που έμπαινε σε ναούς και διέκοπτε τη λειτουργία ή έκανε «απρέπειες», προκαλώντας την οργή των πιστών. Αυτό το έκανε για να ελέγξει την τυπική και υποκριτική ευσέβεια ορισμένων, θυμίζοντάς τους ότι ο Θεός ζητά την καθαρή καρδιά και όχι μόνο την εξωτερική ευταξία.
Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Ελικωνίδος εκ Θεσσαλονίκης και εν Κορίνθω αθλησάσης, μαρτύρων Κρήσκεντος, Παύλου και Διοσκορίδου των εν Ρώμη αθλησάντων, Αλεξάνδρου αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, Σενατόρου επισκόπου Παβίας, ιερομάρτυρος Χέρωνος, Ιούστου επισκόπου Ουργέλλης, Γερμανού επισκόπου Παρισίων, ιερομάρτυρος Ευτυχίου επισκόπου Μελιτηνής, Νικήτα αρχιεπισκόπου Χαλκηδόνος του ομολογητού, παρθενομάρτυρος Φιλοθέας της εκ Ρουμανίας, Ιγνατίου επισκόπου Ροστώβ, Γεροντίου της Μόσχας, οσίου Σωφρονίου του εκ Βουλγαρίας.
Πηγή: kathimerini.gr