Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 11 Ιουνίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

  • Βαρθολομαίος
  • Βαρνάβας
  • Ζαφειρία, Ζαφείρης
  • Λουκάς, Λουκία

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Λουκάς αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας ο ιατρός, Απόστολοι Βαρθολομαίος και Βαρνάβας και Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου του «Άξιόν Εστιν»

Λουκάς αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας ο ιατρός

Κατά κόσμον Βαλεντίν Φελίξοβιτς ΒόϊνοΓιασενέτσκι, είναι μια συγκλονιστική περίπτωση επιστήμονα που συνδύασε την ιδιότητα του κορυφαίου χειρουργού με εκείνη του ιεράρχη στην περίοδο του σοβιετικού καθεστώτος. Γεννήθηκε στις 27 Απριλίου του 1877 στο Κέρτς της Κριμαίας. Ο πατέρας του ήταν ρωμαιοκαθολικός στο θρήσκευμα και η μητέρα του ορθόδοξη, αλλά χωρίς ιδιαίτερη προσήλωση στα θρησκευτικά καθήκοντά της. Σε πολύ νεαρή ηλικία η οικογένειά του μετακομίζει στο Κίεβο και όταν ολοκληρώνει τις εγκύκλιες σπουδές του εισάγεται στην Ιατρική Σχολή, αποφοιτά το 1903 και εξειδικεύεται στην οφθαλμολογία. Ως επιστήμονας υπήρξε πρωτοπόρος και παγκόσμια αυθεντία στην τοπική αναισθησία και τη σηπτική χειρουργική. Το βιβλίο του «Δοκίμια για τη χειρουργική των πυογόνων λοιμώξεων» θεωρείται κλασικό ιατρικό σύγγραμμα και γι’ αυτό του απονεμήθηκε του Βραβείο Στάλιν, η πλέον σημαντική διάκριση της ΕΣΣΔ, παρά το γεγονός ότι ήταν επίσκοπος. Πριν από κάθε επέμβαση, μάλιστα, έκανε το σημείο του σταυρού στον ασθενή και στον εαυτό του, ενώ είχε πάντα μια εικόνα της Παναγίας στο χειρουργείο, αγνοώντας τις απειλές των αρχών.

Ο Άγιος Λουκάς, Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας
Ο Άγιος Λουκάς, Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, γνωστός ως «ο ιατρός», υπήρξε μία από τις πιο εμβληματικές προσωπικότητες του 20ού αιώνα, συνδυάζοντας την ιδιότητα του κορυφαίου επιστήμονα χειρουργού με εκείνη του ομολογητή ιεράρχη.

Το 1904, με την έκρηξη του ρωσοϊαπωνικού πολέμου, στάλθηκε στο μέτωπο προσφέροντας τις ιατρικές υπηρεσίες του ως χειρουργός, δουλεύοντας ακατάπαυστα ατέλειωτες ώρες. Εκεί γνώρισε και τη σύζυγό του, την Άννα Βασιλίεβνα Λάνσκαγια, με την οποία απέκτησε τέσσερα παιδιά. Μετά τη λήξη του πολέμου εργάζεται σε περιφερειακά νοσοκομεία, δημιουργώντας μια φήμη που διαχύθηκε σε όλη τη χώρα, με ασθενείς να έρχονται από παντού για να χειρουργηθούν ή να νοσηλευθούν από τον ίδιο. Ταυτόχρονα συνεχίζει τις μελέτες και συντάσσει άρθρα σχετικά με την επιστήμη του και ειδικά με τη θεραπεία των πυογόνων λοιμώξεων.

Το 1917 είναι χρονιά σταθμός για τον νεαρό γιατρό. Εκλέγεται καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Τασκένδης, αλλά λίγο μετά ξεσπά η Οκτωβριανή Επανάσταση με τον Βαλεντίν να γίνεται στόχος των Μπολσεβίκων. Για πρώτη φορά συλλαμβάνεται, αλλά αποκαλύπτεται η συκοφαντία σε βάρος του και σύντομα αποφυλακίζεται. Η σύλληψή του όμως αναστατώνει την πάσχουσα από φυματίωση σύζυγό του, η υγεία της οποίας επιδεινώνεται και λίγες ημέρες μετά την αποφυλάκισή του πεθαίνει, και τότε ο Βαλεντίν αναγκάζεται να εμπιστευθεί τα τέσσερα παιδιά του σε μια πιστή σε αυτόν νοσοκόμα, η οποία στάθηκε στα παιδιά σαν δεύτερη μητέρα.
Η περίοδος αυτή υπήρξε μεγάλη δοκιμασία για τη ρωσική Εκκλησία και ειδικά και για τον Άγιο, ο οποίος δεν έκρυβε την πίστη και την αγάπη του στον Χριστό. Μεγάλο πρόβλημα επίσης προέκυπτε από τη διχαστική τακτική της λεγόμενης «Ζώσας Εκκλησίας» που υπέσκαπτε την κανονική Εκκλησία, στην οποία ανήκε και ο γιατρός.

Για όλη αυτή τη στάση του προτάθηκε να γίνει ιερέας, κι έτσι τον Ιανουάριο του 1921 χειροτονείται διάκονος και λίγες ημέρες αργότερα πρεσβύτερος. Στη συνέχεια εκάρη κρυφά στην κατοικία του μοναχός, λαμβάνοντας το όνομα του Αποστόλου και Ευαγγελιστή Λουκά, και ακολουθεί η εκλογή και η χειροτονία του σε επίσκοπο Τασκένδης, διαδεχόμενος τον επίσκοπο Ιννοκέντιο. Έρχεται η επόμενη σύλληψη και φυλάκισή του, ενέργεια που κορυφώνεται με τη φυλάκισή του στη Μόσχα, όπου ενημερώνεται για την καρδιακή του ανεπάρκεια, και μετά από λίγο υφίσταται και την πρώτη του εξορία στη Σιβηρία, παρόλη την επισφαλή κατάσταση της υγείας του. Η αταλάντευτη στάση του κατά της εξουσίας και η σταθερή του θέση στην ορθόδοξη πίστη είχαν ως αποτέλεσμα να υποστεί τα πάνδεινα από τις αρχές, με συνεχείς φυλακίσεις και εξορίες για 11 συνεχή χρόνια κάτω από απάνθρωπες συνθήκες. Όλα αυτά μέχρι την εμπλοκή της ΕΣΣΔ στον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο, που βρίσκει τον Άγιο, όχι μόνον επιστρατευμένο για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, αλλά και συντονιστή και υπεύθυνο όλων των νοσοκομείων της χώρας, λόγω της επιστημονικής του κατάρτισης αλλά και του φιλάνθρωπου χαρακτήρα του.

Η περίοδος που ακολούθησε τον πόλεμο ήταν μια δύσκολη πορεία με πολλές εναλλαγές. Παρά τις δυσκολίες και τα προσκόμματα που του έθεταν οι κομματικές αρχές, συνέχισε όσο του επέτρεπε η υγεία του τόσο το ιατρικό του καθήκον όσο και το εκκλησιαστικό. Το 1946 τοποθετήθηκε Αρχιεπίσκοπος Συμφερουπόλεως και Κριμαίας, όπου συνέχισε το ποιμαντικό και ιατρικό του έργο μέχρι την κοίμησή του, αλλά σύντομα απέκτησε προβλήματα υγείας στην όραση, ώσπου τελικά τυφλώθηκε το 1956. Όλα αυτά τα χρόνια συνέχισε κανονικά την ιατρική φροντίδα του ποιμνίου του, τη δε κατοικία του την είχε μετατρέψει σε εστιατόριο, προσφέροντας σίτιση σε αναξιοπαθούντες. Αξιοσημείωτο είναι το έργο της κατήχησης στους πιστούς που προσέρχονται σε αυτόν, ενώ τα κηρύγματά του καταμετρήθηκαν σε 750 και εκδόθηκαν σε 12 τόμους με 4.500 σελίδες. Κοιμήθηκε ειρηνικά στις 11 Ιουνίου του 1961 σε ηλικία 84 ετών και η πάνδημη κηδεία του πήρε τη μορφή λαϊκής κινητοποίησης. Το σοβιετικό καθεστώς, θέλοντας να υποβαθμίσει το γεγονός, απαγόρευσε την περιφορά του λειψάνου στους κεντρικούς δρόμους, επιτρέποντας μόνο μια σύντομη διαδρομή μέσα από στενά δρομάκια, αλλά χιλιάδες πιστοί σχημάτισαν μια ανθρώπινη αλυσίδα γύρω από το φέρετρο, με τις γυναίκες να ξαπλώνουν μπροστά στις ρόδες των αυτοκινήτων της αστυνομίας, αναγκάζοντας την πομπή να περάσει από τον κεντρικό δρόμο της πόλης. Η διαδρομή που κανονικά θα διαρκούσε λίγα λεπτά κράτησε ώρες, με το πλήθος να ψάλλει ασταμάτητα το «Άγιος ο Θεός», παρά τις απειλές των αρχών. Η αγιοκατάταξή του έγινε από την Ορθόδοξη Εκκλησία το 1995 και μαρτυρούνται πάμπολλα θαύματα και θεραπευτικές μετά θάνατον επεμβάσεις του.

Απόστολοι Βαρθολομαίος και Βαρνάβας

Οι περισσότεροι βιβλικοί μελετητές ταυτίζουν τον Βαρθολομαίο με τον μαθητή του Χριστού Ναθαναήλ, το δε όνομά του είναι πατρωνυμικό και σημαίνει «γιος του Θολμαί» (Bar-Tolmai). Μετά την Πεντηκοστή, ανέλαβε να κηρύξει το Ευαγγέλιο στην Ινδία, την Αιθιοπία και τη Μεγάλη Αρμενία, όπου, πέρα από το κήρυγμα, παρέδωσε στους νεόφυτους πιστούς το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, ώστε να διαθέτουν ένα έγκυρο γραπτό κείμενο για τον Ιησού Χριστό. Ωστόσο, συνεχίζοντας την περιοδεία του στην Ανατολή, έφθασε στην Ουρβανούπολη, τη σημερινή πόλη Μπακού του Αζερμπαϊτζάν, και εκεί μετέστρεψε στον Χριστιανισμό πολλούς ειδωλολάτρες, μεταξύ των οποίων και τα μέλη της οικογένειας του βασιλιά Πολύμιου. Όχι όμως και του Αστυάγη, αδελφού του βασιλιά, ο οποίος διέταξε τη σύλληψή του, την εκδορά του και, τέλος, τη σταύρωσή του. Η χριστιανική παράδοση αναφέρει ότι το λείψανό του τοποθετήθηκε σε μολυβένια σαρκοφάγο για να βυθιστεί στη θάλασσα όπου ρίφθηκε, αλλά με θαυμαστό τρόπο η σαρκοφάγος επέπλευσε, παρασύρθηκε από τα ρεύματα και κατέληξε πολύ μακριά, στις ακτές της νήσου Λίπαρι των Αιολίδων Νήσων, πολύ κοντά στη Σικελία της Ιταλίας, όπου το λείψανό του ενταφιάστηκε.

Από την πλευρά του ο Βαρνάβας (=υιός παρακλήσεως), που απεκαλείτο επίσης Ιωσήφ, ήταν Ιουδαίος Λευίτης με καταγωγή από την Κύπρο, αλλά στα χρόνια των Αποστόλων κατοικούσε στην Ιερουσαλήμ. Υπήρξε ο κορυφαίος εκ των εβδομήκοντα Αποστόλων, από τους βασικούς συνεργάτες του απ. Παύλου και ένας από τους ιδρυτές της Εκκλησίας της Αντιόχειας. Μετά τη διαφωνία του με τον Παύλο, ανέλαβε να κηρύξει το Ευαγγέλιο του Χριστού στην Ιερουσαλήμ, στη Ρώμη, στην Αλεξάνδρεια και στη γενέτειρά του Κύπρο, όπου λιθοβολήθηκε το 61 από τους Ιουδαίους και τους ειδωλολάτρες στην πόλη Σαλαμίνα. Ο τάφος του παρέμενε άγνωστος για αιώνες, αλλά σύμφωνα με την παράδοση, το 478 ο Βαρνάβας εμφανίστηκε στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου Ανθέμιο, του υπέδειξε το σημείο όπου ήταν θαμμένος και μάλιστα κρατώντας στο στήθος του το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Η εύρεση αυτή οδήγησε τον αυτοκράτορα Ζήνωνα (476 – 491) να επικυρώσει εκ νέου το αυτοκέφαλον της Εκκλησίας της Κύπρου και παραχώρησε τρία αυτοκρατορικά προνόμια στον (εκάστοτε) Αρχιεπίσκοπο Κύπρου: 1. Να υπογράφει με κιννάβαρι (κόκκινο μελάνι), 2. Να φέρει πορφυρό μανδύα κατά τις ιεροτελεστίες και 3. Να κρατεί αντί επισκοπικής πατερίτσας το αυτοκρατορικό σκήπτρο. Την αυτοκεφαλία επικύρωσε αργότερα και τοπική Σύνοδος το 488 στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο Πατριάρχης Αντιοχείας εξακολουθούσε να αμφισβητεί τη σχετική απόφαση της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου, και αργότερα ξανά η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος το 692, παραχωρώντας μάλιστα στον Αρχιεπίσκοπο Κύπρου το δικαίωμα να συγκαλεί Μείζονα Σύνοδο.

Σύναξις της Υπεραγίας Θεοτόκου του «Άξιόν Εστιν»

Πολύ κοντά στις Καρυές, σε ένα από τα μονοπάτια που οδηγούν στη Μονή Παντοκράτορος, μόναζε σε ένα κελλί ένας θεοσεβούμενος ηλικιωμένος μοναχός με τον υποτακτικό του. Κάποιο Σάββατο βράδυ, ο γέροντας ξεκίνησε να πάει στις Καρυές και να παραβρεθεί στην αγρυπνία του Πρωτάτου, αφήνοντας μόνο τον υποτακτικό του. Είχε πια νυχτώσει, όταν την πόρτα του κελλίου χτύπησε ένας άγνωστος μοναχός που παρακάλεσε να διαμείνει το βράδυ εκεί. Αξημέρωτα ακόμη σηκώθηκαν να ψάλλουν τον όρθρο στο εκκλησάκι. Φθάνοντας όμως στην ένατη ωδή, τη στιγμή που ο υποτακτικός ετοιμαζόταν να πει «Την Τιμιωτέραν των Χερουβίμ» μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, ο άγνωστος μοναχός πρόσθεσε πριν από αυτό το εξής: «Άξιόν εστιν ως αληθώς μακαρίζειν σε την Θεοτόκον, την αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών». Μη έχοντας ακούσει ποτέ τα λόγια αυτά ο νεαρός μοναχός του κελλίου θέλησε να τα γράψει αλλά δεν εύρισκε χαρτί, και τότε ο άγνωστος μοναχός χάραξε καθαρά και χωρίς κόπο τον ύμνο σε μια πέτρινη πλάκα και είπε ότι στο εξής όλοι οι χριστιανοί έτσι θα ψάλλουν τον ύμνο της Θεοτόκου. Το είπε και εξαφανίστηκε. Όταν ο γέροντας επέστρεψε από την αγρυπνία, πληροφορήθηκε τα συμβάντα, είδε την πλάκα, κατάλαβε ότι ο άγνωστος μοναχός ήταν ο αρχάγγελος Γαβριήλ και αμέσως μετά την πήρε και την παρουσίασε στον Πρώτο (ανώτατο προϊστάμενο) και τους Γέροντες των Καρυών. Αυτοί με τη σειρά τους την έστειλαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης, έτσι ώστε να γίνει κτήμα όλων, τη δε εικόνα της Παναγίας του κελλίου τη μετέφεραν και την τοποθέτησαν ενθρονισμένη πίσω από το θυσιαστήριο ως Παντάνασσα, Ηγουμένη και Προστάτιδα του Αγίου Όρους. Εξέρχεται σπάνια εκτός της Αγιωνύμου Πολιτείας και τη Δευτέρα του Πάσχα γίνεται η λιτάνευσή της στις Καρυές, περνώντας ως ευλογία μπροστά από τα κτίσματα της μικρής πολιτείας, αποτελώντας σταθερό προσκύνημα όλων όσοι προσέρχονται στο Άγιο Όρος.

Τιμάται επίσης η μνήμη: μάρτυρος Θεοπέμπτου, οσίου Βλιθαρίου της Σεζάννης, οσίου Ερεβαλδίου του εκ Βρετανίας του ερημίτου, οσίου Βαρνάβα του εν Βάση Κοιλανίου της Κύπρου, οσίου Βαρνάβα της Βετλούγκα, ιερομάρτυρος Μητροφάνους ΤσιΣούνγκ και των συν αυτώ μαρτυρησάντων, Τατιανής πρεσβυτέρας, Ησαΐου και Ιωάννου, Μαρίας και ετέρων διακοσίων είκοσι μαρτύρων.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις