Εορτολόγιο 14 Ιουνίου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Οσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Προφήτης Ελισαίος και Μεθόδιος ο Ομολογητής πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 14 Ιουνίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ελισσαίος, Ελισσώ
Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Οσιος Ιουστίνος Πόποβιτς, Προφήτης Ελισαίος και Μεθόδιος ο Ομολογητής πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Οσιος Ιουστίνος Πόποβιτς
Μια από τις πιο πολυδιάστατες μορφές της Ορθόδοξης Εκκλησίας του 20ού αι. που ως θεολόγος συνέβαλε στην ανανέωση της ορθόδοξης θεολογίας με επιστροφή στις πατερικές πηγές, σε εποχή που η δυτική θεολογική επιρροή ήταν ισχυρή. Ως μοναχός απέδειξε ότι η βαθύτερη θεολογία γεννιέται από την προσευχή και την άσκηση και όχι από τα γραφεία των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ως ομολογητής υπέμεινε δεκαετίες περιορισμού και εξορίας χωρίς να συμβιβαστεί και ως πνευματικός πατέρας άφησε πίσω του μια ζωντανή παράδοση μαθητών που συνεχίζουν το έργο του.
Ο κατά κόσμον Μπλάγκοε Πόποβιτς γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1894 στο Βράνιε της νότιας Σερβίας από βαθιά ευσεβή ιερατική οικογένεια και από παιδί έδειξε εξαιρετική πνευματική ευαισθησία και βαθιά έλξη προς τους αγίους και την ασκητική ζωή. Ο Ιουστίνος ακολούθησε μια ασυνήθιστα πλούσια ακαδημαϊκή πορεία, που τον οδήγησε από τη Σερβία σε ορισμένα από τα μεγαλύτερα θεολογικά κέντρα του κόσμου. Ξεκίνησε από τη Θεολογική Σχολή Βελιγραδίου, όπου έλαβε τις βασικές θεολογικές του γνώσεις, συνέχισε στη Θεολογική Ακαδημία της Αγίας Πετρούπολης, όπου ήρθε σε επαφή με την πλούσια ρωσική πνευματική παράδοση, ακολούθως στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, όπου ήρθε σε επαφή με τη δυτική θεολογική παράδοση ασκώντας της μετέπειτα κριτική και, τέλος, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εκπόνησε τη διδακτορική του διατριβή με θέμα την εκκλησιολογία του Αγ. Ιωάννη Χρυσοστόμου. Το εντυπωσιακό είναι ότι, παρά τη βαθιά ακαδημαϊκή μόρφωσή του, ο Ιουστίνος ποτέ δεν έγινε ακαδημαϊκός με την κοσμική έννοια, αλλά παρέμεινε πάντοτε πρωτίστως μοναχός και ασκητής.

Το 1916, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, εκάρη μοναχός στη Μονή Ράιτσα και έλαβε το όνομά του προς τιμήν του Αγ. Ιουστίνου του Φιλοσόφου και Μάρτυρος, όνομα που αποδείχθηκε προφητικό, καθώς ο ίδιος έγινε ο μεγαλύτερος φιλόσοφος και θεολόγος της σύγχρονης Σερβικής Εκκλησίας, ενώ αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος, συνδυάζοντας τον ιερατικό βίο με τον μοναχικό και τον ακαδημαϊκό. Δίδαξε σε διάφορα θεολογικά ιδρύματα της Σερβίας, με τη διδασκαλία του να αποκτά μεγάλη φήμη, καθώς φοιτητές συνέρρεαν από παντού για να τον ακούσουν, αλλά οι σχέσεις του με την εκκλησιαστική και την κρατική εξουσία ήταν συχνά τεταμένες, διότι ήταν αδύνατον να συμβιβαστεί ή να μετριάσει τη διδασκαλία του για χάρη της πολιτικής, και αυτό είχε συνέπειες.
Το 1948, μετά την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος στη Γιουγκοσλαβία του Τίτο, ο Ιουστίνος αντιμετώπισε νέες διώξεις. Το καθεστώς τον θεωρούσε επικίνδυνο, και δεν έκανε λάθος. Ενας ορθόδοξος μοναχός με τέτοιο πνευματικό κύρος ήταν ζωντανή αντίσταση στην αθεϊστική ιδεολογία. Ο Ιουστίνος αποσύρθηκε στη Μονή Τσέλιε κοντά στο Βάλιεβο, μια μικρή, σχεδόν ξεχασμένη μονή, όπου έζησε τριάντα χρόνια ως ηγούμενος, σε κατ’ ουσίαν εξορία από τον δημόσιο βίο. Οι κομμουνιστικές αρχές τού απαγόρευσαν να διδάσκει δημόσια, να ταξιδεύει ελεύθερα και να εκδίδει έργα του στη Γιουγκοσλαβία, αλλά η Μονή Τσέλιε κατέστη τότε κέντρο πνευματικής ζωής, καθώς χιλιάδες επισκέπτες, φοιτητές, κληρικοί και λαϊκοί έρχονταν να τον δουν, να εξομολογηθούν και να ζητήσουν πνευματική καθοδήγηση. Ετσι, η εξορία δεν τον απομόνωσε, αντίθετα, τον μετέτρεψε σε μαγνήτη πνευματικής έλξης για ολόκληρη τη Σερβία και πέρα από αυτή.
Ο Ιουστίνος υπήρξε ένας από τους πιο πολυγραφότερους ορθόδοξους θεολόγους του 20ού αι., με το έργο του να καλύπτει δογματική θεολογία, φιλοσοφία, αγιολογία, πνευματική ζωή και εκκλησιολογία. Τα γνωστότερα έργα του είναι το τρίτομο «Ορθόδοξος Φιλοσοφία της Αλήθειας, Δογματική της Ορθόδοξης Καθολικής Εκκλησίας» και το φιλοσοφικοθεολογικό έργο «Ανθρωπος και Θεάνθρωπος», που ήταν η απάντησή του στον δυτικό ανθρωπισμό, με βασική θέση ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να βρει την πληρότητά του χωρίς τον Θεάνθρωπο Χριστό και κάθε ουμανισμός που αποκλείει τον Θεό οδηγεί τελικά στην αυτοκαταστροφή του ανθρώπου. Αντιμετώπιζε δηλαδή τον δυτικό ουμανισμό, από την Αναγέννηση μέχρι τον Διαφωτισμό και τον Μαρξισμό, ως μια σταδιακή αντικατάσταση του Θεανθρώπου από τον άνθρωπο, η οποία οδηγεί αναπόφευκτα στην υποβάθμιση και τελικά στην αλλοτρίωση του ανθρώπου. Ελεγε, μάλιστα, χαρακτηριστικά ότι «Κάθε άνθρωπος είναι ένα άπειρο μυστήριο, γιατί είναι εικόνα του άπειρου Θεού».
Η Εκκλησία για τον Ιουστίνο δεν είναι ανθρώπινος οργανισμός, είναι το Σώμα του Θεανθρώπου, ο χώρος όπου ο άνθρωπος θεώνεται, οπότε, κάθε εκκλησιαστικός συμβιβασμός με τον κόσμο θεωρείται ως προδοσία της ίδιας της ταυτότητας της Εκκλησίας. Πίστευε, επίσης, ότι οι άγιοι είναι η «ζώσα αλήθεια» της Εκκλησίας, απόδειξη ότι η θέωση είναι δυνατή και πραγματική, και όχι μια κάποια αφηρημένη θεωρία. Εξαιτίας των παραπάνω, ήταν από τους πιο έντονους επικριτές του Οικουμενισμού, ιδίως του τρόπου με τον οποίο εκφραζόταν μέσα από το Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών. Η κριτική του δεν ήταν άρνηση της αγάπης για τους ετεροδόξους αλλά ήταν θεολογική. Ο Οικουμενισμός, όπως τον αντιλαμβανόταν, υπέτασσε την αλήθεια στην ενότητα, και αυτό ήταν για τον Ιουστίνο αίρεση με την πλατιά έννοια του όρου. Η θέση του αυτή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αλλά, ταυτόχρονα, και βαθύ σεβασμό από εκείνους που μοιράζονταν την ανησυχία του.
Πέρα από τις θεολογικές του τοποθετήσεις, ο Πόποβιτς υπήρξε πνευματικός πατέρας χιλιάδων ανθρώπων. Η Μονή Τσέλιε δεχόταν συνεχείς επισκέπτες, με εκείνον να εξομολογεί, να συμβουλεύει και να καθοδηγεί με απέραντη υπομονή και αγάπη. Μαθητές του έγιναν αργότερα σημαντικοί επίσκοποι και θεολόγοι, μεταξύ των οποίων ο επίσκοπος πρώην Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης Αθανάσιος Γιέφτιτς, ένας από τους σημαντικότερους ορθόδοξους θεολόγους της εποχής μας, ο μητροπολίτης Μαυροβουνίου Αμφιλόχιος Ράντοβιτς και ο επίσκοπος Μπάτσκας Ειρηναίος Μπούλοβιτς.
Ο Ιουστίνος κοιμήθηκε στη Μονή Τσέλιε στις 7 Απριλίου 1979, ημέρα της εορτής του Ευαγγελισμού κατά το παλαιό ημερολόγιο. Ηταν γεννημένος την ημέρα του Ευαγγελισμού και κοιμήθηκε την ίδια ημέρα, μια σύμπτωση που οι πιστοί αντιμετώπισαν ως θεϊκό σημείο για την αγιότητά του. Η κηδεία του συγκέντρωσε πλήθος πιστών παρά τις δυσκολίες της κομμουνιστικής εποχής, ετάφη στη Μονή του και ο τάφος του έγινε αμέσως τόπος προσκυνήματος, ενώ η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία τον αγιοκατέταξε το 2010.
Προφήτης Ελισαίος
Γεννήθηκε στην Αβέλ Μεχολά, μικρή πόλη στην κοιλάδα του Ιορδάνη, από εύπορη αγροτική οικογένεια και το όνομά του σημαίνει «ο Θεός είναι σωτηρία». Η κλήση του στο προφητικό αξίωμα καταγράφεται στο Βασιλειών Γ΄ (19, 19-21), όταν ο προφήτης Ηλίας τον βρήκε να οργώνει τα χωράφια του με δώδεκα ζεύγη βοδιών και έριξε τη μηλωτή του (προβιά) πάνω του. Ο Ελισαίος κατάλαβε αμέσως, ζήτησε μόνο να αποχαιρετήσει τους γονείς του και στη συνέχεια έσφαξε τα βόδια, έκαψε τα εργαλεία του, μοίρασε το φαγητό στον λαό και ακολούθησε τον Ηλία ως υπηρέτης και μαθητής του. Μαθήτευσε κοντά του για περίπου δέκα χρόνια και η σχέση τους υπήρξε βαθιά πνευματική. Το τελευταίο τους περιστατικό είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές σκηνές της Παλαιάς Διαθήκης (Δ΄ Βασιλειών 2, 1-15): Ο Ηλίας γνώριζε ότι επρόκειτο να αναληφθεί, γι’ αυτό και τρεις φορές είπε στον Ελισαίο να μείνει πίσω, στη Βαιθήλ, στη Ιεριχώ και στον Ιορδάνη, αλλά και τις τρεις φορές ο Ελισαίος αρνήθηκε με την ίδια φράση: «Ζη Κύριος και ζη η ψυχή σου, ει καταλείψω σε», σε ελεύθερη μετάφραση: «Μα τον Θεό και μα τη ζωή σου, δεν θα σε αφήσω».

Οταν έφτασαν, λοιπόν, στον Ιορδάνη, ο Ηλίας χτύπησε τα νερά με τη μηλωτή του και τα νερά χωρίστηκαν, όπως έκανε κάποτε ο Ιησούς του Ναυή, ο μαθητής και διάδοχος του Μωυσή. Τότε ο Ηλίας ρώτησε τον Ελισαίο: «Ζήτησέ μου κάτι πριν με πάρουν από σένα», κι εκείνος του απάντησε μ’ ένα τολμηρό αίτημα: «Να γίνει διπλάσιο το πνεύμα σου (η δύναμή σου) πάνω μου». Ο Ηλίας απάντησε ότι αυτό είναι μεγάλο αίτημα και ότι θα εκπληρωθεί μόνο αν ο Ελισαίος τον δει τη στιγμή της ανάληψής του. Τότε άρμα και ίπποι πυρός τον άρπαξαν και ο Ηλίας ανελήφθη στον ουρανό, πρόλαβε ωστόσο και πέταξε τη μηλωτή στον μαθητή του, με αποτέλεσμα ο Ελισαίος να τον διαδεχθεί στο προφητικό χάρισμα και αξίωμα. Επιστρέφοντας μάλιστα από την ίδια διαδρομή, χτύπησε τα νερά του Ιορδάνη λέγοντας «Πού εστιν ο Θεός Ηλιού;» και τα νερά χωρίστηκαν ως απόδειξη ότι παραμένει κοντά του.
Ο Ελισαίος υπηρέτησε ως προφήτης για περίπου εξήντα χρόνια, επί τεσσάρων βασιλέων του Ισραήλ στο βόρειο βασίλειο, από τη βασιλεία του Αχαάβ (874-853 π.Χ.) μέχρι τη βασιλεία του Ιωάς (836-796 π.Χ.), με τη διακονία του να είναι η πλουσιότερη σε θαύματα όλης της Παλαιάς Διαθήκης. 1. Η μεταβολή των νερών της Ιεριχούς (Δ΄ Βασ. 2, 19-22): Οταν οι κάτοικοί της του παραπονέθηκαν ότι τα νερά της πόλης ήταν μη πόσιμα (πονηρά) και η γη άγονη (ατεκνούμενη), ο Ελισαίος έριξε αλάτι στην πηγή και τα νερά μεταβλήθηκαν (ιάθησαν). 2. Το λάδι της χήρας (Δ΄ Βασ. 4, 1-7): Μια χήρα ήταν έτοιμη να παραδώσει τα παιδιά της ως δούλους για χρέη και τον παρακάλεσε να τη βοηθήσει. Τότε, ο προφήτης τής είπε να μαζέψει όλα τα αγγεία από τους γείτονες και να αδειάσει σε αυτά το λιγοστό λάδι που είχε. Θαυματουργικά, το λάδι άρχισε να ρέει και να γεμίζει κάθε αγγείο, μέχρι που δεν υπήρχαν άλλα, και με το λάδι αυτό η χήρα αποπλήρωσε τα χρέη της. 3. Η ανάσταση του υιού της Σωμανίτιδος (Δ΄ Βασ. 4, 8-37): Μια εύπορη γυναίκα από τη Σωμάν φιλοξένησε τον Ελισαίο, κι εκείνος για να την ευεργετήσει της προφήτευσε ότι θα αποκτήσει γιο παρά τη στειρότητά της, πράγμα που συνέβη. Οταν, όμως, το παιδί πέθανε μικρό, η μητέρα του έτρεξε στον Ελισαίο για παρηγοριά. Εκείνος ήρθε, προσευχήθηκε, ξάπλωσε πάνω στο νεκρό παιδί και το παιδί αναστήθηκε. 4. Η θεραπεία του Ναιμάν (Δ΄ Βασ. 5, 1-19): Ο Ναιμάν ήταν αρχηγός του στρατού της Συρίας, ισχυρός αλλά λεπρός. Οταν έμαθε για τις θαυματουργικές δυνάμεις του προφήτη, πήγε σ’ εκείνον με άρματα και χρήματα πολλά για να τον θεραπεύσει. Ο Ελισαίος δεν βγήκε καν να τον συναντήσει, αλλά του έστειλε το μήνυμα: «Πήγαινε να λουστείς επτά φορές στον Ιορδάνη και θα καθαριστεί το σώμα σου από την αρρώστια». Οταν τελικά ο Ναιμάν πείσθηκε και ακολούθησε την εντολή του Ελισαίου, βγήκε από τον Ιορδάνη με δέρμα «ως παιδαρίου μικρού». 5. Το σιδερένιο εργαλείο που επέπλευσε (Δ΄ Βασ. 6, 1-7): Ενας ξυλουργός έχασε στον Ιορδάνη το εργαλείο του για την κατασκευή δοκού, αλλά ο Ελισαίος έριξε ένα ξύλο στο νερό και το σίδερο ανέβηκε στην επιφάνεια. 6. Η τύφλωση του συριακού στρατού (Δ΄ Βασ. 6, 8-23): Ο βασιλέας της Συρίας έστειλε στρατεύματα να συλλάβουν τον Ελισαίο, αλλά εκείνος με την προσευχή του τύφλωσε τους Σύρους στρατιώτες και τους οδήγησε στη Σαμάρεια, όπου αντί να τους σκοτώσει τους έθρεψε και τους απέλυσε. 7. Η προφητεία για τον λιμό και την αφθονία (Δ΄ Βασ. 7:1-20): Κατά τη διάρκεια λιμού εξαιτίας της σκληρής πολιορκίας της Σαμάρειας από τους Σύρους, ο Ελισαίος προφήτευσε ότι την επόμενη ημέρα θα υπήρχε αφθονία τροφίμων, αλλά ο βασιλικός αξιωματούχος αμφέβαλε, με αποτέλεσμα ο Ελισαίος να προφητεύσει ότι θα το δει αλλά δεν θα το γευτεί. Τη ακόλουθη νύχτα, ο Θεός έκανε τους Σύρους να ακούσουν θόρυβο μεγάλου στρατού και εκείνοι πανικόβλητοι άφησαν πίσω τα τρόφιμά τους, αλλά ο αξιωματούχος δεν τα γεύθηκε, γιατί καταπατήθηκε από τον λαό που έτρεχε να πάρει τρόφιμα.
Ο Ελισαίος προτυπώνει τον Χριστό σε πολλά θαύματά του, όπως στην ανάσταση του υιού της Σωμανίτιδος και στη θεραπεία του λεπρού Ναιμάν, ενώ ο ίδιος ο Κύριος αναφερόμενος στον Ελισαίο (Λουκ. 4, 27) λέει: «Πολλοί λεπροί ήταν στο Ισραήλ κατά τις ημέρες του Ελισαίου και κανένας δεν καθαρίστηκε παρά μόνο ο Ναιμάν ο Σύρος». Τα λείψανά του, σύμφωνα με την παράδοση, καταστράφηκαν επί Ιουλιανού του Παραβάτου, ο οποίος διέταξε να καούν για να σταματήσουν τα θαύματα που γίνονταν στον τάφο του προφήτη.
Μεθόδιος ο Ομολογητής Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Από τις πιο κομβικές μορφές στην ιστορία της Ορθόδοξης Εκκλησίας, για τον απλό λόγο της καθιέρωσης επί των ημερών του της Κυριακής της Ορθοδοξίας το 843, που εορτάζεται αδιάκοπα μέχρι σήμερα σε κάθε ορθόδοξη εκκλησία του κόσμου. Γεννήθηκε περί το 788 στις Συρακούσες της Σικελίας, πόλη με έντονη ελληνική παρουσία και βυζαντινή επιρροή, από νεαρή δε ηλικία έδειξε βαθιά πνευματική κλίση και εξαιρετικές διανοητικές ικανότητες. Νέος ακόμη ήρθε στην Κωνσταντινούπολη για να σπουδάσει, γνωρίζει από κοντά την πνευματική ζωή της βυζαντινής πρωτεύουσας και τις βαθιές θεολογικές εικονομαχικές διαμάχες που την ταλάνιζαν, κείρεται μοναχός και διακρίνεται για την ευσέβεια, τη μόρφωση και τον ζήλο του.
Ο Μεθόδιος ήταν από τους πιο φλογερούς υπερασπιστές της ορθόδοξης διδασκαλίας για τις εικόνες. Η θέση του ήταν σαφής και αμετακίνητη, η λατρεία των εικόνων δεν είναι ειδωλολατρία αλλά τιμή που αναφέρεται στο πρωτότυπο, στον ίδιο τον Χριστό και τους αγίους που εικονίζονται. Αυτή η στάση τον οδήγησε σε ανοιχτή σύγκρουση με τις αυτοκρατορικές αρχές, επισκέφθηκε μάλιστα τη Ρώμη για να ενημερώσει τον Πάπα και να ζητήσει υποστήριξη για την κατάσταση της Εκκλησίας στην Ανατολή, αλλά επιστρέφοντας στην Κωνσταντινούπολη επί Λέοντος Ε΄ συνελήφθη και φυλακίστηκε για τη στάση του υπέρ των εικόνων. Η φυλάκισή του ήταν σκληρή, κρατήθηκε για επτά χρόνια σε άθλιες συνθήκες, υποφέροντας σωματικά αλλά παραμένοντας ακλόνητος πνευματικά. Η παράδοση αναφέρει ότι κλείστηκε σε σκοτεινό κελί μαζί με δύο ληστές, από τους οποίους ο ένας πέθανε εκεί χωρίς να τον απομακρύνουν, με τη δοκιμασία αυτή να αποτελεί μια από τις πιο ακραίες μορφές διωγμού.
Μετά τον θάνατο του εικονομάχου αυτοκράτορα Θεοφίλου, τον Μάρτιο του 843 ο Μεθόδιος εξελέγη Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και αποκαθιστά επισήμως και οριστικά τη λατρεία των ιερών εικόνων. Πατριάρχευσε μόλις τέσσερα, αλλά εξαιρετικά πλούσια σε καρπούς, χρόνια. Μετά δεκαετίες εικονομαχίας, η Εκκλησία ήταν βαθιά τραυματισμένη, κληρικοί είχαν καθαιρεθεί, μοναστήρια είχαν κλείσει, κοινότητες είχαν διαιρεθεί. Ο Μεθόδιος εργάστηκε άοκνα για την επούλωση των πληγών, αποκαθιστώντας τους ορθοδόξους κληρικούς και οργανώνοντας εκ νέου την εκκλησιαστική ζωή, με μεγαλύτερο πρόβλημα της πατριαρχίας του να είναι η σύγκρουση με τους Στουδίτες μοναχούς, οι οποίοι, αν και εικονόφιλοι, αντιτάσσονταν στον Μεθόδιο για λόγους εκκλησιαστικής τάξης και πειθαρχίας. Η σύγκρουση αυτή υπήρξε επώδυνη, διότι αφορούσε ανθρώπους που είχαν αγωνιστεί μαζί στους διωγμούς. Εξαντλημένος από τις δεκαετίες των διωγμών και τους κόπους της πατριαρχίας του, κοιμήθηκε στις 14 Ιουνίου 847, η δε Εκκλησία τον κατέταξε σχεδόν αμέσως στους αγίους, αναγνωρίζοντας τη ζωή του ως διαρκή ομολογία πίστεως.
Τιμάται επίσης η μνήμη: ιερομάρτυρος Κυρίλλου επισκόπου Γορτύνης, μαρτύρων Ουαλερίου και Ρουφίνου, οσίας Ιουλίττης, Μστισλάβου–Γεωργίου πρίγκιπος του Νόβγκοροντ, οσίου Νήφωνος του εν τω Αθω ασκήσαντος του καυσοκαλυβίτου, οσίου Ελισσαίου του εν Σούμυ της Ρωσσίας ασκήσαντος.