Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 20 Ιουνίου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.

Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:

  • Έκτορας
  • Μεθόδιος

Σήμερα τιμώνται από την Εκκλησία οι Μεθόδιος επίσκοπος Ολύμπου (Λυκίας), Νικόλαος Καβάσιλας και Κάλλιστος Α΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Μεθόδιος επίσκοπος Ολύμπου (Λυκίας)

Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους θεολόγους και αντιρρητικούς συγγραφείς του 3ου και 4ου αι. και θεωρείται ο συνδετικός κρίκος μεταξύ της πρώιμης χριστιανικής θεολογίας και της χρυσής εποχής των Πατέρων του 4ου αι., με τα έργα του να επηρεάζουν βαθιά μεταγενέστερους αγίους, όπως τον Επιφάνιο Κύπρου και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο. Κατείχε βαθύτατη ελληνική και φιλοσοφική μόρφωση, την οποία χρησιμοποίησε για να υπερασπιστεί τον Χριστιανισμό, και έγινε γνωστός ως ένας από τους πρώτους και ισχυρότερους επικριτές ορισμένων διδασκαλιών του Ωριγένη, όταν διαφώνησε έντονα με την ιδέα της προῢπαρξης των ψυχών και την αλληγορική ερμηνεία της Ανάστασης, υποστηρίζοντας την ανάσταση του υλικού σώματος. Υπηρέτησε ως επίσκοπος στον Ολυμπο της Λυκίας (σημερινή Τουρκία) και, σύμφωνα με τον Ιερώνυμο, αργότερα μετατέθηκε στην επισκοπή της Τύρου, στον σημερινό Λίβανο, αν και ορισμένοι σύγχρονοι ιστορικοί αμφισβητούν αυτή τη μετακίνηση λόγω των διωγμών. Ο Μεθόδιος σφράγισε τη διδασκαλία του με το αίμα του, όταν το 311 καταδικάστηκε σε θάνατο με αποκεφαλισμό.

Ηταν ένας από τους πρώτους που διέκριναν την ανάγκη να χρησιμοποιηθεί η ελληνική φιλοσοφία για την υπεράσπιση των δογμάτων, αποφεύγοντας όμως τις ακρότητες του Ωριγένη. Το «Συμπόσιο των Δέκα Παρθένων» είναι το πιο διάσημο έργο του, γραμμένο σε ύφος πλατωνικού διαλόγου, όπου δέκα παρθένες (Μαρκέλλα, Θεοφιλία, Θάλεια, Θεοπάτρα, Θαλασσία, Αγαθή, Προσίλλα, Δομνίνα, Αρετή και Θέκλα), εγκωμιάζουν την αρετή της αγνείας και την παρθενία ως πνευματικό δρόμο, όταν συγκεντρώνονται στον κήπο της Αρετής και η καθεμία εκφωνεί από έναν εγκωμιαστικό λόγο για την παρθενία και την αγνότητα. Το έργο κλείνει με έναν ύμνο προς τον Χριστό, τον οποίο ψάλλει η πιο σοφή από τις παρθένες Θέκλα, ενώ οι υπόλοιπες επαναλαμβάνουν το εφύμνιο: «Αγνεύω Σοι και λαμπάδας φαεσφόρους κρατούσα, Νυμφίε, υπαντάω Σοι».

Ο Μεθόδιος θεωρούσε, επίσης, ότι ο Ωριγένης είχε επηρεαστεί υπερβολικά από τον Πλατωνισμό, θέτοντας σε κίνδυνο βασικές χριστιανικές αλήθειες, διότι πίστευε σε μια «πνευματική» ανάσταση. Ο Μεθόδιος επέμενε στην ανάσταση του υλικού σώματος και επιχείρησε να καταδείξει ότι το σώμα δεν είναι «φυλακή» της ψυχής, όπως έλεγαν οι πλατωνικοί, αλλά αναπόσπαστο μέρος του ανθρώπου που θα δοξαστεί μαζί με την ψυχή. Με το ίδιο σκεπτικό, απέρριπτε την ιδέα ότι οι ψυχές προϋπήρχαν και εξέπεσαν στα σώματα ως τιμωρία, αλλά τόνιζε τη δημιουργία του ανθρώπου ως ψυχοσωματικής ενότητας, και διαφώνησε με τη θεωρία ότι ο κόσμος είναι αιώνιος, υποστηρίζοντας τη βιβλική διδασκαλία για τη δημιουργία «εκ του μη όντος» σε συγκεκριμένο χρόνο.

Νικόλαος Καβάσιλας

Ο μυστικός θεολόγος της Θείας Ζωής, γεννήθηκε περί το 1322 στη Θεσσαλονίκη, την πόλη που εκείνη την εποχή ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο πνευματικό και πολιτιστικό κέντρο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και το κύριο πεδίο της Ησυχαστικής Εριδας που συγκλόνιζε την Εκκλησία. Το επώνυμο Καβάσιλας υιοθέτησε από τον θείο του αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Νείλο, αφήνοντας το πατρικό του που ήταν Χαμαετός. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνωρίστηκε με τους μεγαλύτερους λογίους της εποχής, ανέπτυξε φιλίες με σημαντικές προσωπικότητες και εισήλθε στους κύκλους της βυζαντινής πνευματικής ζωής. Ηταν δε άνθρωπος εξαιρετικής μόρφωσης, καθώς γνώριζε βαθιά φιλοσοφία, ρητορική, θεολογία και λογοτεχνία. Ενα από τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του Καβάσιλα είναι ότι υπήρξε λαϊκός, ποτέ δεν χειροτονήθηκε επιβεβαιωμένα κληρικός ή ποτέ δεν εκάρη μοναχός, και όμως ανήκει στους μεγαλύτερους θεολόγους που γνώρισε η Ορθόδοξη Εκκλησία.

Ο Νικόλαος Καβάσιλας
Ο Νικόλαος Καβάσιλας ήταν κορυφαίος βυζαντινός λαϊκός θεολόγος, συγγραφέας και μυστικός, που αναγνωρίστηκε ως Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1983.

Για να κατανοηθεί η θεολογία του Καβάσιλα, θα πρέπει να ενταχθεί στο πνευματικό κλίμα της εποχής του, που ήταν οι Ησυχαστικές Εριδες, η μεγαλύτερη θεολογική σύγκρουση του Βυζαντίου μετά την Εικονομαχία, με κεντρικό ερώτημα αν δύναται ο άνθρωπος να δει και να γνωρίσει τον Θεό σε αυτή τη ζωή, και αν ναι, τι ακριβώς βλέπει. Ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, επηρεασμένος από τον δυτικό σχολαστικισμό, υποστήριξε ότι ο Θεός είναι απόλυτα άγνωστος ως προς την ουσία Του, και ότι το Φως της Μεταμόρφωσης (Θαβώρειο) που είδαν οι Απόστολοι ήταν κτιστό, φυσικό φαινόμενο και όχι θεία πραγματικότητα. Σε αυτή τη θέση, ο Γρηγόριος Παλαμάς απάντησε με τη διάκριση ουσίας και ενεργειών του Θεού, ότι δηλαδή ο Θεός παραμένει άγνωστος και αμέθεκτος στην ουσία Του, αλλά μεθεκτός στις άκτιστες θεωτικές ενέργειές Του, με το Φως της Μεταμόρφωσης να είναι άκτιστο, η ίδια η δόξα του Θεού. Ο Καβάσιλας ήταν βαθιά παλαμικός στη σκέψη, όλη η θεολογία του είναι εμποτισμένη από αυτή τη διάκριση και από την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος μπορεί να ενωθεί πραγματικά με τον Θεό.

Το «Περί της εν Χριστώ Ζωής» είναι το αριστούργημά του και ένα από τα πιο εκπληκτικά κείμενα της ορθόδοξης πνευματικής γραμματείας. Αποτελείται από επτά ενότητες, οι τέσσερεις πρώτες αφιερώνονται στα τρία μυστήρια της χριστιανικής μύησης, το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τη Θεία Ευχαριστία, ενώ οι επόμενες στη ζωή εν Χριστώ που βιώνεται από αυτά τα μυστήρια. Για τον Καβάσιλα, αυτή η ζωή δεν είναι ηθική βελτίωση, δεν είναι θρησκευτική συμμόρφωση, δεν είναι αφηρημένη πνευματικότητα, αλλά κυριολεκτικά η ζωή του Χριστού που εγκαθίσταται μέσα στον βαπτισμένο χριστιανό. Το βάπτισμα γεννά τον νέο άνθρωπο, το χρίσμα τον κινεί και τον ενεργοποιεί και η Θεία Ευχαριστία τον θρέφει και τον συντηρεί.

Η Θεία Ευχαριστία κατέχει, επίσης, κεντρική θέση στη θεολογία του Καβάσιλα και αυτό που γράφει για αυτήν είναι από τα πιο ωραία και βαθιά κείμενα της ορθόδοξης θεολογίας. Η Ευχαριστία δεν είναι απλώς ανάμνηση, είναι πραγματική παρουσία. Δεν είναι απλώς σύμβολο, είναι πραγματικότητα, και ο Χριστός δεν αντιπροσωπεύεται στην Αγία Τράπεζα, αλλά παρίσταται, καταλήγει δε να τονίζει ότι η Ευχαριστία δεν είναι μόνο ανάμνηση της σταύρωσης, αλλά αναπαράσταση ολόκληρης της ζωής του Χριστού, της ενανθρώπησης, του σταυρού, της ανάστασης και της ανάληψης.

Το δεύτερο μεγάλο έργο του, η «Ερμηνεία της Θείας Λειτουργίας», είναι από τα σημαντικότερα λειτουργιολογικά κείμενα της Ορθόδοξης Εκκλησίας, όπου αναλύει λεπτομερώς κάθε μέρος της Θείας Λειτουργίας, τις ευχές, τις κινήσεις, τα σύμβολα, τα άσματα και αποκαλύπτει τη βαθύτερη θεολογική σημασία τους ως ζωντανής μυσταγωγίας που εισάγει τον πιστό στα έσχατα. Ως προς την ενανθρώπηση, ο Καβάσιλας ανέπτυξε μια βαθιά χριστολογική ανθρωπολογία, την ιδέα ότι ο Χριστός είναι ο «νέος Αδάμ», όχι με την έννοια ότι επανορθώνει το λάθος του πρώτου Αδάμ, αλλά ότι αποκαλύπτει τον αρχικό σκοπό της δημιουργίας. Η ενανθρώπηση δεν ήταν απλώς αντίδραση στην πτώση, αλλά η προαιώνια βουλή του Θεού, με τον άνθρωπο να δημιουργείται για να γίνει κοινωνός της θείας φύσεως.

Ενα από τα πιο ποιητικά κεφάλαια του «Περί της εν Χριστώ Ζωής» είναι αφιερωμένο στην αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο, όπου ο Καβάσιλας γράφει με εκπληκτική τόλμη ότι ο Χριστός αγαπά τον άνθρωπο περισσότερο απ’ ό,τι ο άνθρωπος αγαπά τον εαυτό του, ότι ο Θεός είναι «τρελός» από αγάπη για τον άνθρωπο και αυτός ο «μανικός έρωτας» είναι η αγάπη που τον οδήγησε στην ενανθρώπηση και τον σταυρό. Η λέξεις του αυτές, «θεία μανία», «έρωτας» κ.λπ., δεν είναι τολμηρές αστοχίες αλλά συνειδητή θεολογική επιλογή. Ο Καβάσιλας χρησιμοποιεί τη γλώσσα της αγάπης και του πόθου για να περιγράψει τη σχέση Θεού και ανθρώπου, ακολουθώντας την παράδοση του Διονυσίου Αρεοπαγίτη, του Μαξίμου του Ομολογητή και του Συμεών του Νέου Θεολόγου.

Ο Καβάσιλας υπήρξε και πολιτικά ενεργός, γεγονός σπάνιο για έναν θεολόγο της εποχής. Υποστήριξε τον Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνό στον εμφύλιο πόλεμο που συγκλόνισε το Βυζάντιο μεταξύ 1341 και 1347 και έγραψε επίσης πολιτικά κείμενα, μεταξύ των οποίων ένα «Κατά των τοκογλύφων», επίθεση κατά της οικονομικής εκμετάλλευσης και σπάνιο παράδειγμα κοινωνικής θεολογίας στο Βυζάντιο. Οι τελευταίες δεκαετίες της ζωής του Καβάσιλα παραμένουν σκοτεινές, καθώς οι πηγές δεν μας δίνουν σαφείς πληροφορίες. Κοιμήθηκε πιθανότατα περί το 1391, λίγες δεκαετίες πριν από την τελική κατάρρευση του Βυζαντίου.

Κάλλιστος Α΄ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως

Από τις πλέον σημαντικές εκκλησιαστικές προσωπικότητες του 14ου αι., ως Οικουμενικός Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως άφησε ισχυρό το στίγμα του σε μια ολόκληρη περίοδο αναταράξεων, τόσο σε εκκλησιαστικό επίπεδο όσο και σε πολιτικό και κοινωνικό. ​Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και σε νεαρή ηλικία μετέβη στο Αγιο Ορος εγκαταβιώνοντας στη Μονή Ιβήρων όπου εκάρη μοναχός. Εγινε μαθητής του Αγίου Γρηγορίου του Σιναΐτου και στο κλίμα της εποχής εντάχθηκε στο κίνημα του Ησυχασμού. Εκλέχθηκε για πρώτη φορά Πατριάρχης το 1350 με την προτροπή και στήριξη του αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνού. Στη διάρκεια αυτής της πατριαρχίας του συγκάλεσε τη Σύνοδο του 1351, η οποία επικύρωσε τις θέσεις του Γρηγορίου Παλαμά για τις άκτιστες ενέργειες του Θεού, ενώ το 1353 αρνήθηκε να στέψει συναυτοκράτορα τον Ματθαίο Καντακουζηνό, θεωρώντας την υποψηφιότητα παράνομη, με την άρνησή του αυτή να προκαλεί την απομάκρυνσή του και την αυτοεξορία του στη Μονή του Αγίου Μάμαντος στην Τένεδο.

Μετά την επικράτηση στον αυτοκρατορικό θρόνο της Πόλης του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου επιλέχθηκε για δεύτερη φορά Πατριάρχης (1355 – 1363). Στη νέα αυτή θητεία έστρεψε το ενδιαφέρον του στην ενότητα της Εκκλησίας και στην ενίσχυση της εξουσίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου στα Βαλκάνια, παράλληλα με την καλύτερη οργάνωση του ορθόδοξου μοναχισμού με ιδιαίτερη αναφορά στο Αγιο Ορος, δεδομένης και της εξαιρετικής σχέσης του με αυτό. Διακρίθηκε ως συγγραφέας, με εξαιρετικά ενδιαφέρουσα να είναι η συγγραφή του βίου του οσίου Γρηγορίου του Σιναΐτη, μια πολύτιμη πηγή για τον ησυχασμό, και τα κείμενα «Περί της Ησυχαστικής Ζωής» που περιλαμβάνονται στη Φιλοκαλία, τα οποία έγραψε μαζί με τον μοναχό Ιγνάτιο. Κοιμήθηκε ξαφνικά το 1363 στις Σέρρες, όταν, επικεφαλής μεγάλης αντιπροσωπείας κληρικών και λαϊκών, πήγε να συναντήσει την ηγεμόνα των Σέρβων Ελένη, για τη σύμπραξη και τη συνένωση των δυνάμεων Βυζαντινών και Σέρβων, προκειμένου να αποκρούσουν τη διαρκή προέλαση των Οθωμανών.

Τιμάται επίσης η μνήμη: Των εν ερήμω δύο αγίων ασκητών, μαρτύρων Ιννά, Πιννά και Ριμμά, ιερομάρτυρος Σιλβερίου επισκόπου Ρώμης, οσίου Ναούμ, Μηνά επισκόπου Πολόκ της Ρωσίας, Γκλεμπ πρίγκιπος του Βλαδιμίρ, ανακομιδή των ιερών λειψάνων Γουρία αρχιεπισκόπου Καζάν.

Πηγή: kathimerini.gr

Ακολουθήστε το notospress.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις