Εορτολόγιο 1 Αυγούστου: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα
Εορτολόγιο: Η Πρόοδος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, Νηστεία και Παρακλητικοί Κανόνες, Επτά Παίδες Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο δάσκαλός τους Ελεάζαρος και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Δείτε ποιοι έχουν γιορτή σήμερα, 1 Αυγούστου. Διαβάστε το συναξάρι των τιμώμενων αγίων της ημέρας και γνωρίστε τη ζωή και τη δράση τους.
Ποιοι γιορτάζουν σήμερα:
- Ελέσα
- Εύκλεος, Ευκλεή
- Κασσάνδρα
Εορτολόγιο: Η Πρόοδος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού, Νηστεία και Παρακλητικοί Κανόνες, Επτά Παίδες Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο δάσκαλός τους Ελεάζαρος και ποιοι τιμώνται σήμερα από την Εκκλησία
Η Πρόοδος του Τιμίου και Ζωοποιού Σταυρού
Στην εκκλησιαστική ορολογία, η λέξη «Πρόοδος» σημαίνει τη λιτάνευση ή την πανηγυρική έξοδο του ιερού κειμηλίου και τοποθετήθηκε τη σημερινή ημέρα για να σηματοδοτεί την έναρξη της νηστείας του Δεκαπενταύγουστου. Το Τίμιο Ξύλο εξήρχετο από το βασιλικό σκευοφυλάκιο του Παλατιού ή της Αγίας Σοφίας, μεταφερόταν στους δρόμους και τις συνοικίες της Κωνσταντινούπολης για 14 ημέρες και επέστρεφε στο παλάτι στις 14 Αυγούστου, παραμονή της εορτής της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Η θέσπιση της εορτής βασίζεται σε πρακτικούς και ιστορικούς λόγους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Ο Αύγουστος ήταν ο πιο θερμός μήνας του έτους στην Κωνσταντινούπολη και, λόγω της ζέστης, τα νερά μολύνονταν, με αποτέλεσμα να ξεσπούν θανατηφόρες επιδημίες και λοιμοί, όπως δυσεντερία, ελονοσία ή τύφος. Γι’ αυτό η περιφορά του Σταυρού γινόταν για τον αγιασμό των υδάτων και την απαλλαγή των πιστών από τις ασθένειες. Η εορτή συνδέθηκε, επίσης, με κάποιες νίκες του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού κατά των Τούρκων και των Σαρακηνών, καθώς και του Ρώσου πρίγκιπα Αντρέι Α΄ Μπογκολιούμπσκι έναντι των Βουλγάρων, επειδή έφεραν και οι δύο ως φυλακτό και λάβαρο τον Τίμιο Σταυρό.

Νηστεία και Παρακλητικοί Κανόνες
Η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου αποτελεί μια πνευματική άσκηση προετοιμασίας, κάθαρσης και μίμησης του βίου της Παναγίας. Την περίοδο αυτή, η Εκκλησία καλεί τους πιστούς να στραφούν στην προσευχή και τη μετάνοια, αντικαθιστώντας τη σωματική στέρηση με την πνευματική πλήρωση. Σύμφωνα με τον Συμεών Θεσσαλονίκης, όπως η Παναγία, αν και μετά τον Ευαγγελισμό ήταν αναμάρτητη και ζούσε αγγελικά, νήστευε και προσευχόταν συνεχώς για τη σωτηρία του κόσμου, έτσι και οι χριστιανοί, νηστεύοντας μιμούνται τη στάση ζωής της, καθώς η νηστεία δεν είναι τιμωρία ή απλή διατροφική συνήθεια, αλλά η αρχαιότερη εντολή του Θεού στον Αδάμ μέσα στον Παράδεισο και πνευματικό όπλο για την υπακοή στο θέλημα του Θεού και την καταπολέμηση των παθών. Με τη στέρηση των υλικών αγαθών, ο πιστός αναγνωρίζει ότι «ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» και εκπαιδεύει την ψυχή του στην εγκράτεια και την αγάπη. Σε ό,τι αφορά το τυπικό της, πρόκειται για αυστηρή νηστεία, παραπλήσια αυτής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, καθώς οι χριστιανοί απέχουν από κρέας, γαλακτερά, ψάρι και ελαιόλαδο, και μόνον τα Σάββατα και τις Κυριακές επιτρέπεται η κατάλυση οίνου και ελαίου, ενώ στην εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, στις 6 Αυγούστου, γίνεται εξαίρεση και επιτρέπεται η κατάλυση ιχθύος, λόγω της μεγάλης δεσποτικής εορτής.
Στο διάστημα αυτό, η Εκκλησία ψάλλει εναλλάξ στους ναούς τον Μικρό και τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα προς την Υπεραγία Θεοτόκο. Οι ακολουθίες αυτές λειτουργούν ως «καταφύγιο» του πιστού στις θλίψεις της ζωής και εκφράζουν τη βαθιά ικεσία προς τη Μητέρα του Θεού. Ο Μικρός Παρακλητικός, ποίημα που αποδίδεται από ορισμένους στο μοναχό Θεοστήρικτο του 9ου αι., ενώ κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι είναι έργο του Μητροπολίτη Νικαίας Θεοφάνη του Ομολογητή του Γραπτού του ίδιου αιώνα, είναι συνηθισμένη ακολουθία και ψάλλεται σε κάθε περίοδο θλίψεως, ενώ ο Μέγας Παρακλητικός, ποίημα του αυτοκράτορος Θεοδώρου Β’ Δούκα του Λασκάρεως, είναι πιο κατανυκτικός, εκτενέστερος, με πλουσιότερο ποιητικό περιεχόμενο και ψάλλεται κατ’ εξοχήν κατά την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου.
Το ύφος και η θεολογία των δύο Κανόνων αποτελούν το αποκορύφωμα της ορθόδοξης υμνογραφίας που επιθυμεί να εκφράσει τη σχέση του πιστού με τη Θεοτόκο, και είναι βαθύτατα βιωματικοί, προσωπικοί και συναισθηματικοί, καθώς δεν πρόκειται για θεωρητικά κείμενα, αλλά για κραυγές αγωνίας και ελπίδας. Αν και οι δύο Κανόνες έχουν τον ίδιο σκοπό, την ικεσία και την εύρεση παρηγοριάς, διαφέρουν αισθητά στον τρόπο έκφρασης και στο ποιητικό τους βάθος. Ο Μικρός έχει χαρακτήρα απλό, άμεσο, οικείο και βαθύτατα ανθρώπινο, όπου κυριαρχεί το αίσθημα του κατατρεγμένου ανθρώπου που ψάχνει άμεσο καταφύγιο, με τις φράσεις να είναι σύντομες, γεμάτες ικεσία και εκφράζουν την καθημερινή πάλη με τις θλίψεις, τις ασθένειες και τους πειρασμούς. Αντίθετα, ο Μέγας έχει χαρακτήρα μεγαλοπρεπή, ποιητικό, θεατρικό και κατανυκτικό, με ύφος λόγιο και επικό, καθώς ο αυτοκράτορας, βιώνοντας την εξορία και την απώλεια της Κωνσταντινούπολης, αποτυπώνει έναν συγκλονιστικό εσωτερικό σπαραγμό. Υπάρχει έντονη συναισθηματική φόρτιση, με γλώσσα που εκφράζει το βαρύ και πένθιμο, αλλά ταυτόχρονα ελπιδοφόρο βίωμα, καθώς είναι γεμάτος με ακραίες αντιθέσεις, όπως φως-σκοτάδι, ζάλη-γαλήνη κ.λπ.
Η βασικότερη θεολογική αλήθεια των Κανόνων είναι ότι η Παναγία μεσολαβεί στον Υιό της για τη σωτηρία μας, δεν σώζει βέβαια η ίδια, αλλά εισακούεται λόγω της μητρικής της παρρησίας και σχέσης. Κάθε αναφορά στην Παναγία καταλήγει στον Χριστό. Η Θεοτόκος δοξάζεται επειδή γέννησε τον Σωτήρα του κόσμου, η σωτηρία του ανθρώπου είναι μεν έργο του Χριστού, αλλά η Παναγία είναι το «σκεύος εκλογής» που το κατέστησε δυνατό. Όλα αυτά, λοιπόν, την καθιστούν μητέρα όλων των πιστών και αποτελούν τη θεματική διαδρομή που ακολουθούν οι ύμνοι. Τέλος, στους Κανόνες, η αμαρτία αντιμετωπίζεται ως ασθένεια της ψυχής και του σώματος, η δε Θεοτόκος παρακαλείται να ενεργήσει ως πνευματικός ιατρός που θεραπεύει το «άλγος» και τη «ζάλη» των λογισμών, ενώ σχεδόν ταυτίζεται με την ίδια την Εκκλησία, αποτελώντας το «τείχος και την προστασία», τον «ασφαλή λιμένα» και την «κλίμακα» που οδηγεί τους πιστούς από τη γη στον ουρανό.
Επτά Παίδες Μακκαβαίοι, η μητέρα τους Σολομονή και ο δάσκαλός τους Ελεάζαρος
Έζησαν τον 2ο αι. π.Χ., γύρω στο 166, και αποτελούν μία από τις πιο συγκλονιστικές ομάδες μαρτύρων της προχριστιανικής εποχής. Την εποχή εκείνη, ο βασιλιάς της Συρίας Αντίοχος Δ΄ ο Επιφανής είχε καταλάβει την Ιουδαία και προσπάθησε με τη βία να εξαφανίσει την πίστη των Εβραίων στον Γιαχβέ και να τους επιβάλει το ελληνικό δωδεκάθεο. Γι’ αυτό και διέταξε όλους τους κατοίκους να φάνε χοιρινό κρέας, πράξη που απαγορευόταν ρητά από τον Μωσαϊκό Νόμο, ως δείγμα υποταγής στην ειδωλολατρία. Ο Ελεάζαρος ήταν ένας σεβάσμιος νομοδιδάσκαλος, ηλικίας 90 ετών, γνωστός για τη σοφία και την ευσέβειά του, ο οποίος αρνήθηκε κατηγορηματικά να παραβεί τον Νόμο και, όταν οι στρατιώτες του πρότειναν κρυφά να φάει άλλο κρέας, προσποιούμενος ότι τρώει χοιρινό για να σωθεί, εκείνος δεν το δέχθηκε για να μη δώσει κακό παράδειγμα στους νέους, κι έτσι πέθανε με φρικτά βασανιστήρια.
Τα επτά αδέλφια (Αβείμ, Αντώνιος, Γουρίας, Ελεάζαρος, Ευσεβώνας, Αχείμ και Μάρκελλος), που ήταν μαθητές του, συνελήφθησαν μαζί με τη μητέρα τους, οδηγήθηκαν μπροστά στον βασιλιά, και, παρά το νεαρό της ηλικίας τους, αρνήθηκαν να υποταχθούν. Ο Αντίοχος, τότε, εξοργισμένος διέταξε να τους βασανίσουν έναν έναν μπροστά στα μάτια των υπολοίπων. Τους έκοψαν τις γλώσσες και τα άκρα και τους έριξαν ζωντανούς μέσα σε πυρακτωμένα χάλκινα σκεύη. Κάθε αδελφός έπαιρνε τον λόγο πριν πεθάνει και έλεγχε τον βασιλιά για την ωμότητά του, διακηρύττοντας την πίστη του στην ανάσταση των νεκρών, η δε μητέρα τους Σολομονή αναγκάστηκε να παρακολουθήσει τον φρικτό θάνατο όλων παιδιών της Αντί, όμως, να λυγίσει, στεκόταν από πάνω τους και τα ενθάρρυνε να υπομείνουν το μαρτύριο για τη δόξα του Θεού.
Όταν έμεινε μόνο ο μικρότερος γιος, ο Αντίοχος της ζήτησε να τον συμβουλεύσει να σώσει τη ζωή του, αλλά εκείνη έσκυψε στο παιδί της και του είπε: «Μη φοβηθείς αυτόν τον δήμιο, αλλά γίνε άξιος των αδελφών σου και δέξου τον θάνατο». Αφού μαρτύρησε και το έβδομο παιδί της, η Σολομονή προσευχήθηκε και έπεσε μόνη της μέσα στη φωτιά, παραδίδοντας την ψυχή της στον Θεό. Αν και δεν ανήκαν στην οικογένεια του Ιούδα του Μακκαβαίου, του ηγέτη της εβραϊκής επανάστασης εναντίον του Αντιόχου, ονομάστηκαν έτσι επειδή έζησαν την ίδια χρονική περίοδο και επέδειξαν το ίδιο αγωνιστικό και ανυπότακτο πνεύμα.
Ο άγ. Ιωάννης ο Χρυσόστομος έχει γράψει τρεις εγκωμιαστικούς λόγους για τους επτά παίδες και αναλύει με μοναδικό τρόπο την ψυχολογία της μητέρας, τη σταθερότητα του δασκάλου και τη γενναιότητα των παιδιών, τονίζοντας το παράδοξο της νίκης τους. Εστιάζει, μάλιστα, στο γεγονός ότι η Σολομονή, βλέποντας τα σώματα των παιδιών της να κομματιάζονται, δεν υπέφερε απλώς ένα αλλά επτά μαρτύρια και, με την πνευματική της όραση, «Δεν έβλεπε το αίμα που έτρεχε, αλλά έβλεπε τα στεφάνια της δικαιοσύνης που πλέκονταν. Δεν έβλεπε τις πλευρές που άνοιγαν, αλλά έβλεπε να οικοδομούνται αιώνια σκηνώματα. Δεν έβλεπε τους δημίους που παρέστεκαν, αλλά τους αγγέλους που τους εκύκλωναν». Για τον Ελεάζαρο, ο ιερός πατέρας θαυμάζει το πώς ένα τρεμάμενο γεροντάκι κατάφερε να ταπεινώσει έναν πανίσχυρο βασιλιά και τον αποκαλεί «θεμέλιο του μαρτυρίου» και «πόρτα των παλαιστών», επειδή με τη δική του θυσία έδωσε το παράδειγμα στα επτά παιδιά για να ακολουθήσουν. «Ο γέροντας στεκόταν τρέμοντας από τα γηρατειά, ενώ ο τύραννος καθόταν ξερνώντας απειλές και φόνο. Και όμως, αυτός που έτρεμε έφυγε δυνατός, ενώ αυτός που ήταν δυνατός έφυγε νικημένος». Για τους επτά παίδες, ο Χρυσόστομος εξηγεί ότι οι Μακκαβαίοι έκαναν κάτι πολύ πιο δύσκολο από τους χριστιανούς μάρτυρες, καθώς οι χριστιανοί μάρτυρες θυσιάζονταν έχοντας ως βεβαιότητα την Ανάσταση του Χριστού, ενώ, αντίθετα, οι Μακκαβαίοι πέθαναν στην εποχή της Παλαιάς Διαθήκης, όταν ο θάνατος φάνταζε ακόμη ως το απόλυτο και σκοτεινό τέλος, δείχνοντας έτσι υπεράνθρωπη πίστη. Απαντώντας, τέλος, σε όσους έλεγχαν γιατί η Εκκλησία τιμά Εβραίους μάρτυρες, ο Χρυσόστομος ξεκαθαρίζει: «Μην πει κανείς ότι πέθαναν για τον Μωσαϊκό Νόμο. Πέθαναν για τον Χριστό, διότι ο Χριστός ήταν Εκείνος που έδωσε τον Νόμο».
Πηγή: kathimerini.gr