Γράφει ο Βαγγέλης Μητράκος

Και κάνω έτσι εκείνο το πρωί το καπάκι της κατσαρόλας και τι βλέπω μέσα; Κοτόπουλο πρωτογιάχνι !!!

Πρωτογιάχνι λέγανε οι παλαιοί το κρέας , που είναι με τη σαλτσούλα του , λίγο πριν του ρίξουν μέσα τις πατάτες , τα μακαρόνια , τις χυλοπίτες , τον τραχανά , το κριθαράκι , κλπ .

Ήτανε τα χρόνια που η νοικοκυρά , χωρίς να τη βομβαρδίζουν από την τηλεόραση οι φημισμένοι σεφ , οι μεγάλοι μάγειροι και οι μαγείρισσες , ήξερε από παράδοση (από τη γιαγιά και τη μάνα της) πώς να μαγειρεύει νόστιμα , ελληνικά , απλά και παραδοσιακά . Για το πρωτογιάχνι , λοιπόν , έκαιγε το λαδάκι , έριχνε το κρεμμύδι και το κρέας , τα τσιγάριζε , έριχνε και τον μπελντέ , αλατάκι και πιπεράκι και το άφηνε να βράσει μέχρι να «μελώσει» το ζουμάκι .

Αυτό ήταν το θρυλικό πρωτογιάχνι κάτι για το οποίο , από παιδάκι ακόμα , ποτέ δεν κατάλαβα γιατί το «χαλάγανε» στη συνέχεια με ό,τι του ρίχνανε μέσα για να ολοκληρώσουνε το μαγείρεμα .

Θυμάμαι , η μάνα μου , η Παναγιώτα , τις Κυριακές, όταν ετοίμαζε κρέας με σάλτσα στην κατσαρόλα , κάπου εκεί στις έντεκα το πρωί , την ώρα που το πρωτογιάχνι είχε γίνει και πριν του ρίξει το συνοδευτικό , μας φώναζε τα τρία αδέρφια :

  • Θέλετε φέτες με σάλτσα ;
  • Ναιαιαιαιαιαι !!! Βροντοφωνάζαμε εμείς με ένα στόμα , πριν ακόμα τελειώσει την κουβέντα της .
  • Άντε , ελάτε γρήγορα μην κρυώσουνε !!!

Κι εμείς σταματάγαμε το παιχνίδι κι ό,τι άλλο κάναμε και τρέχαμε και βρίσκαμε στο τραπέζι τρία πιατάκια με μια φετάρα ψωμί μέσα περιχυμένη πλούσια με σάλτσα από το πρωτογιάχνι (πού και πού ξέπεφτε και κάνα μικρό μεζεδάκι που άθελά της το μάζευε η κουτάλα μαζί με τη σάλτσα) και ορμάγαμε πάνω και μόνο που δεν τρώγαμε τα δάχτυλά μας από τη νοστιμιά και την απόλαυση . Πολλές φορές (για να μην πω όλες) ζητάγαμε και δεύτερη φέτα , αλλά η απάντηση ήταν σταράτη :

-Δεν έχει άλλη φέτα ! Δε θα με φτάσει η σάλτσα για το φαΐ .

Το μεσημέρι , ό,τι φαΐ κι αν είχε γίνει με το πρωτογιάχνι (τραχανάς , χυλοπίτες , ρύζι , πατάτες , μακαρόνια …) , η ανάμνηση της πρωινής φέτας με τη σάλτσα το έκανε να φαίνεται άνοστο !

Πολλές φορές μάλιστα παραπονιόμαστε στη μάνα μας :

-Ρε μάνα , δεν το άφηνες το κρέας μόνο με τη σάλτσα του ; Τι το χάλασες το φαΐ ;

-Και ποιος θα πρωτότρωγε το μεσημέρι και το βράδυ , έλεγε εκείνη ! Δε θα 'φτανε να φάμε !

(Τι άλλο να πει η καημένη η μάνα μας ! Να μας πει για τη μαύρη φτώχεια και για την αγωνία που τράβαγε κάθε μέρα κι αυτή κι ο πατέρας μας για να μπει φαΐ στην κατσαρόλα ; Δεν ήθελε να μας πληγώσει . )

Κι έτσι εμείς το παίρναμε απόφαση , κάναμε πως καταλαβαίναμε και απλά ελπίζαμε και προσδοκούσαμε μήπως την επόμενη Κυριακή , ξαναμυρίσει το σπίτι και η αυλή και κήπος και ο δρόμος από το υπέροχο πρωτογιάχνι της μάνας μας , έτσι όπως το μαγέρευε στην γκαζέρα και χόρευε το καπάκι της κατσαρόλας από τον ατμό και άφηνε τις μυρωδιές να βγαίνουν από το παράθυρο του χειμωνιάτικου .

Μ' αυτές τις μνήμες , λοιπόν , εκείνο το πρωί , βούτηξα μια μεγάλη φέτα φρέσκο ψωμί μέσα στη σάλτσα , έβγαλα και τον καρούντζο που είναι ο καλύτερός μου μεζές απ’ το κοτόπουλο και που κανένας δεν τον ψάχνει , ήπια και μερικά ποτήρια κρασί κι έκανα σπονδή στις μνήμες και στα βιώματα !