Το πιο ζεστό «απρόσωπο» πρόσωπο της φιλοξενίας στη Λάστα Αρκαδίας
Ένα από τα πιο ορεινά και αυθεντικά ορεινά χωριά της Αρκαδίας που στέκεται ακίνητο απέναντι στον χρόνο
ΑΡΚΑΔΙΑ. Υπάρχουν μέρη που δεν τα επισκέπτεσαι απλώς. Τα διασχίζεις σχεδόν ψιθυριστά, σαν να φοβάσαι μήπως διαταράξεις τη σιωπή τους. Η Λάστα, ένα από τα πιο ορεινά και αυθεντικά χωριά της Αρκαδίας, είναι ένα τέτοιο μέρος. Χτισμένη στις πλαγιές του Μαινάλου, σε υψόμετρο περίπου 1.060 μέτρων, μοιάζει να στέκεται ακίνητη απέναντι στον χρόνο. Ένα χωριό που κάποτε έσφυζε από ζωή και σήμερα μετρά ελάχιστους κατοίκους.
Φτάνοντας εκεί, η πρώτη αίσθηση είναι πως η φύση έχει αρχίσει σιγά σιγά να παίρνει πίσω τον τόπο, με τα χρώματά της να κυριαρχούν κατά τον τελευταίο μήνα της Άνοιξης. Τα πέτρινα σπίτια, τα στενά δρομάκια, η μυρωδιά του βρεγμένου ξύλου και η απόλυτη ησυχία δημιουργούν ένα σκηνικό σχεδόν κινηματογραφικό. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη σιωπή, υπάρχει ακόμη ζωή. Μια ζωή αλλιώτικη, σχεδόν πεισματική.

Στην πλατεία του χωριού βρίσκεται ίσως το πιο ιδιαίτερο καφενείο της Ελλάδας. Ένα καφενείο χωρίς καφετζή. Χωρίς φωνές, χωρίς παραγγελίες, χωρίς κάποιον να σε ρωτήσει τι θα πιεις. Κι όμως, σε κάνει να νιώθεις περισσότερο φιλοξενούμενος από πολλά πολυσύχναστα μαγαζιά πόλεων.

Μόλις ανοίγει η πόρτα του μικρού καφενείου του Αγίου Γεωργίου, στη Λάστα, το πρώτο συναίσθημα είναι η έκπληξη. Κοιτάζεις δεξιά κι αριστερά κι αναρωτιέσαι «πώς θα πιω έναν καφέ εδώ;»
Η απάντηση βρίσκεται παντού γύρω σου. Στο μπρίκι, στα φλιτζάνια, στο ψυγείο, στα ντουλάπια, στον μεγάλο κουμπαρά πάνω στον πάγκο. Στο αυτοδιαχειριζόμενο καφενείο της εκκλησίας μπορεί κανείς να βρει αναψυκτικά, λικέρ και νερό, λουκούμια, καφέ, τσάι, λίγα πράγματα για να πάρεις «μια ανάσα». Παίρνεις μόνος σου ό,τι θέλεις, αφήνεις τα χρήματα και, πριν φύγεις, πλένεις το ποτήρι ή το φλιτζάνι σου και το επιστρέφεις στη θέση του.

Σαν ένα άτυπο τελετουργικό εμπιστοσύνης που επιβιώνει ακόμη πεισματικά σε ένα χωριό σχεδόν ακατοίκητο. Και κάπου εκεί συνειδητοποιείς ότι αυτό το καφενείο δεν είναι απλώς ένα σημείο στάσης. Είναι μια υπενθύμιση μιας άλλης Ελλάδας. Εκείνης όπου η τιμή του λόγου θεωρούνταν αυτονόητη και η εμπιστοσύνη δεν χρειαζόταν επιτήρηση.
Δίπλα στα κεράσματα υπάρχει ένα σημείωμα που καλωσορίζει «πατριώτες, φίλους, επισκέπτες και μουσαφίρηδες» σε ένα καφενείο φτιαγμένο «με μεράκι, κόπο, μόχθο και γούστο».

Και πράγματι, τίποτα εκεί μέσα δεν μοιάζει πρόχειρο.
Στους τοίχους υπάρχουν κιτρινισμένες φωτογραφίες, σχολικές αναμνήσεις, παλιά τετράδια, ξεχασμένα αντικείμενα καθημερινότητας. Μικρά ίχνη μιας ζωής που κάποτε γέμιζε το χωριό με παιδικές φωνές, γιορτές και χειμώνες γύρω από τη σόμπα. Κοιτάζοντάς τα, ταξιδεύεις πίσω στον χρόνο, με νοσταλγία αλλά και μια αίσθηση περηφάνιας, για το παρελθόν μιας χώρας που έχει εμποτίσει την αφετηρία σου.

Ανάμεσα στις εικόνες και τη σιωπή του χωριού, το βλέμμα πέφτει σε μια φράση γραμμένη στον τοίχο: «Η απλή ζωή είναι το σίγουρο μονοπάτι της ευτυχίας». Κι εκείνη τη στιγμή το νόημα αυτής της φράσης παίρνει σάρκα και οστά, γίνεται η πραγματικότητα σου. Στη Λάστα Αρκαδίας.

Έξω από το καφενείο δεσπόζει ο υπεραιωνόβιος πλάτανος της πλατείας, που στέκει σαν σιωπηλός φύλακας του χωριού. Είναι εκεί από το 1885. Γύρω του δεν ακούγεται σχεδόν τίποτα, μόνο ο αέρας, τα φύλλα και πότε πότε κάποιο βήμα επισκέπτη που ανακαλύπτει τυχαία ή και όχι, αυτό το μικρό θαύμα εμπιστοσύνης και μνήμης.

Η Λάστα προσφέρει μια σπάνια πολυτέλεια: Την αίσθηση ότι για λίγο βγήκες από τον θόρυβο του κόσμου. Και το καφενείο της, αυτό το «απρόσωπο» πρόσωπο φιλοξενίας, ίσως είναι τελικά από τα πιο ανθρώπινα μέρη που μπορεί να συναντήσει κανείς σήμερα...
Το ταξίδι έγινε στο πλαίσιο της καμπάνιας προβολής του Υπουργείου Τουρισμού με τίτλο «Ορεινή Ελλάδα. Σε πάει ψηλά. Όλο τον χρόνο». Στοχεύει στην ενίσχυση της αναγνωρισιμότητας των ορεινών προορισμών, προβάλλοντας την ανάδειξη εμπειριών που σχετίζονται με τη φύση, την ευεξία και τον αθλητισμό, τη γαστρονομία, την ιστορία και τον πολιτισμό. H καμπάνια αναδεικνύει την ορεινή Ελλάδα ως προορισμό που προσφέρει όχι μόνο αναψυχή, αλλά και εσωτερική ισορροπία, δίνοντας τη δυνατότητα στον επισκέπτη κάθε ηλικίας να αποσυνδεθεί από την καθημερινότητα και να επανασυνδεθεί με τη φύση.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ/Νικόλ Καζαντζίδου